| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | αγράμματος | αγράμματη | αγράμματο |
| γενική | αγράμματου | αγράμματης | αγράμματου |
| αιτιατική | αγράμματο | αγράμματη | αγράμματο |
| κλητική | αγράμματε | αγράμματη | αγράμματο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | αγράμματοι | αγράμματες | αγράμματα |
| γενική | αγράμματων | αγράμματων | αγράμματων |
| αιτιατική | αγράμματους | αγράμματες | αγράμματα |
| κλητική | αγράμματοι | αγράμματες | αγράμματα |
Ετυμολογία
- αγράμματος < αρχαία ελληνική ἀγράμματος < α στερητικό + γράμμα
Επίθετο αγράμματος
- που δεν έχει διδαχτεί επαρκώς την ανάγνωση και τη γραφή
- που δεν έχει επαρκή παιδεία, συνολικά ή σε κάποιον τομέα

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.