Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεξικόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεξικόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

ΛΗΜΜΑΤΑ - ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ


Σκοπιμότητα.

Η αποσκοπούσα σε κάτι, η εκ προθέσεως ενέργεια. Η αντιστοιχία - τάση ενός φαινομένου είτε μιας διαδικασίας προς ορισμένη κατάσταση, το προαπείκασμα της οποίας προβάλλει ως σκοπός*. Ιδιότυπο χαρακτηριστικό της αιτιώδους συνάφειας, της αιτιοκρατίας"* και της νομοτέλειας* των κοινωνικών - πολιτισμικών φαινομένων και διαδικασιών και συνολικά του πεδίου το οποίο άμεσα ή έμμεσα, δυνάμει ή ενεργεία, εμπίπτει στην ανθρώπινη (συνειδητή, σκόπιμη και σκοποθετούσα) μετασχηματιστική δραστηριότητα και συμπεριφορά, στην αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπων και φύσης. Η βιολογία και η ζωοψυχολογία*, με μια διασταλτική ερμηνεία του όρου*, εξετάζουν ως έκφραση σκοπιμότητας τάσεις της φυλογένεσης* και της οντογένεσης* εμβίων όντων (π.χ. εξέλιξη*), φαινόμενα "σκόπιμα, πλην όμως χωρίς σκοπό" (Καντ*). Κατά αντίστοιχο τρόπο εξετάζει η κυβερνητική* τα αυτορυθμιζόμενα συστήματα* μέσω της αρχής της ανατροφοδότησης, κατά την οποία η πληροφορία περί της διαφοράς μεταξύ απαιτούμενης και υφισταμένης καταστάσεων μετατρέπεται σε αίτιο της αύξουσας προσέγγισης του συστήματος στην απαιτούμενη κατάσταση.
Ο σκοπός και η σκοπιμότητα εμφανίζονται, διαμορφώνονται και αναπτύσσονται σε συνάρτηση με τους εκάστοτε συγκεκριμένους ιστορικούς όρους της ζωής και της δραστηριότητας των ανθρώπων. Έχουν συνεπώς πάντοτε σχετική και ποτέ απόλυτη, a priori, ισχύ. Το ανέφικτο της απόλυτης αναγωγής της εργασίας απλώς σε πανομοιότυπα επαναλαμβανόμενης διαδικασίας - όπου αυτό είναι εφικτό η χειραγωγική σκοπιμότητα προϋπάρχει της εργασίας και ως νόμος καθορίζει τον τρόπο και τον χαρακτήρα της - καθιστά σαφές το πόσο μάλλον ανέφικτο της απόλυτα ακριβούς υπαγωγής της ανάπτυξης της κοινωνίας σε ορισμένη σκοπιμότητα. Κάθε περί του αντιθέτου ισχυρισμός ισοδυναμεί με παραδοχή της ύπαρξης απόλυτου υποκειμένου. Στην πραγματικότητα η ιστορική ανάπτυξη συγκροτείται ως συνισταμένη πληθώρας διαφορετικών, αντιθέτων και αλληλοαποκλειόμενων σκοπιμοτήτων και δραστηριοτήτων (Ένγκελς*), παρά τις περί του αντιθέτου απόψεις (βλ. βουλησιαρχία*, τελεολογία*, μοιρολατρία*). Η βελτιστοποίηση της αποτελεσματικότητας της σκοπιμότητας που χαρακτηρίζει τη δραστηριότητα του υποκειμένου συνδέεται με τη γνώση* της νομοτέλειας και της αιτιότητας*. Η αντιπαράθεση αιτιότητας - σκοπιμότητας οδηγεί στον ιντετερμινισμό* και στον ανορθολογισμό*.
Σκοπός.
Επιδίωξη, πρόθεση, στόχος. Ένα από τα βασικά στοιχεία της συμπεριφοράς και της δραστηριότητας* του ανθρώπου, το οποίο προβάλλει συνήθως ως νοητή προθεώρηση, ως ιδεατή προαπεικόνιση του επιδιωκόμενου αποτελέσματος της δραστηριότητας, σε συνδυασμό με τα μέσα, το αντικείμενο και τον τρόπο (τους δρόμους) πραγματοποίησης του. Από την άποψη του υποκειμένου* της δραστηριότητας συνιστά την περίπλοκη διαδικασία της σκοποθεσιας, της σταδιακής συνειδητοποίησης του τέλους στην επίτευξη του οποίου κατατείνει μέσω της πράξης ο άνθρωπος, του τρόπου ενοποίησης διαφόρων πράξεων, ενεργειών και εγχειρημάτων σε μιαν αλληλουχία, σ' ένα σύστημα, και της επιλογής της εκάστοτε βέλτιστης μεταξύ των πιθανών εναλλακτικών οδών σχεδιοποίησης της δραστηριότητας. Λειτουργεί ως κίνητρο, ως κατευθυντήριος προσανατολισμός και ως κριτήριο ρύθμισης, διευθέτησης, διοίκησης* και ελέγχου της πορείας και των αποτελεσμάτων της δραστηριότητας.
Η εργασία* αποτελεί το ιστορικά και λογικά πρωτεύον πεδίο σκοποθεσιών. Η προϋπάρχουσα της εργασίας ανάγκη*, συνειδητοποιούμενη ως επισήμανση της διάστασης μεταξύ απαιτούμενου αποτελέσματος και όρων επίτευξης του, συνιστά την πρωταρχική εμφάνιση του σκοπού, μετατρέπεται σε εσωτερική στιγμή της εργασίας. Στη συνέχεια ο σκοπός, εκτός από το αποτέλεσμα, εντάσσει στην προτρέχουσα σύλληψη του και τα (κατά κύριο λόγο δεδομένα, διαθέσιμα έτοιμα) μέσα επενέργειας. Τελική διαμόρφωση του σκοπού επιτυγχάνεται όταν και τα μέσα και το αντικείμενο και ο τρόπος εργασίας αλλά και το ίδιο το υποκείμενο μετασχηματίζονται βάσει της εγνωσμένης αναγκαιότητας και της νομοτέλειας* που διέπει τα ίδια και την αλληλεπίδραση τους. Πραγματικός σκοπός (ιδεώδες, στόχος) είναι εκείνο то ιδεατό* το οποίο υπάρχει μόνο μέσω της ετερότητας του, μέσω του αντίποδα του του πραγματικού, μέσω της διαδικασίας πραγμάτωσης του, η ολοκλήρωση της οποίας προβάλλει ως προϋπόθεση περαιτέρω (ανώτερων) σκοποθεσιών και δραστηριοτήτων.
Η απόσπαση της σκοποθεσίας από την εκτελεστική λειτουργία συνιστά τον πυρήνα της "αντίθεσης χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας"*. Ο χαρακτήρας και η ιεράρχηση των σκοπών, των μέσων και των τρόπων επίτευξης τους δηλώνουν το επίπεδο ανάπτυξης της προσωπικότητας*, της ομάδας (τάξης* κ.λπ.) και της κοινωνίας*. Βλ. επίσης: πρακτική, γνώση, πρόγνωση, ηθική, σκοπιμότητα, συμφέρον 
Βιβλιογρ.: Ε. Ιλιένκοφ, Η διαλεκτική του ιδεατού, στο: 'Φιλοσοφία και πολιτισμός", Μόσχα, 1991, κ.α.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Έμπνευσις



Αιφνιδία κατάληψις της συνειδήσεως υπό τινός ιδέας, ένευ παρεμβολής της βουλήσεως.
Η έμπνευσις ιδιάζει προ παντός εις τα καλλιτεχνικά και εις τα ποιητικά δημιουργήματα.