Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλήθειες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλήθειες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

 του Ιsrael Shamir*
Ας ξεκινήσουμε με το καλό το νέο: αμερικανική ηγεμονία, τέλος. Το θηρίο δαμάστηκε. Περάσαμε το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, συμβολικά, τον Σεπτέμβριο 2013. Με τη συριακή κρίση, ο κόσμος στο σταυροδρόμι των δρόμων πήρε τη σωστή στροφή. Ήταν μια στιγμή τόσο επικίνδυνη όσο ήταν κατά τη διάρκεια της πυραυλικής κρίσης της Κούβας το 1962. Υπήρξαν μεγάλες πιθανότητες  να ξεκινήσει ένας ολοκληρωτικός πόλεμος, στο μέτρο που οι χαλύβδινες θελήσεις της Αμερικής και της Ευρασίας αναμετρήθηκαν στην ανατολική Μεσόγειο. Θα μας πάρει κάποιο χρόνο προτού να αντιληφθούμε το έργο που εκτελέσαμε στη σκιά, πράγμα τελείως φυσιολογικό για γεγονότα τέτοιου μεγέθους. Οι αναταραχές στις ΗΠΑ, από την τρελή πορεία που ακολούθησε η Ουάσιγκτον μέχρι το κλείσιμο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και η πιθανότητα αδυναμίας πληρωμής, αποτελούν τις συνέπειες αυτής της ιστορικής στιγμής.

Ας θυμηθούμε την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Όταν κατέρρευσε, ήμουν στη Μόσχα, έγραφα για την  Haaretz. Είχα πάει σε μια συνέντευξη Τύπου με μέλη του Πολιτικού Γραφείου στο ξενοδοχείο President, και τους είχα ρωτήσει εάν νόμιζαν ότι ήταν το τέλος της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού συστήματος. Είχαν γελάσει μαζί μου, επειδή ήταν μια πάρα πολύ δυσάρεστη κατάσταση για αυτούς. Όχι, έλεγαν με μια φωνή. «Ο σοσιαλισμός θα ανθίζει, αυτό θα είναι το αποτέλεσμα της πτώσης του Τείχους». Δύο χρόνια αργότερα, δεν υπήρξε πια η ΕΣΣΔ. Η μνήμη μας τα βλέπει όλα αυτά σε συντόμευση τώρα, σαν μικρό συμβάν. Αλλά μας πήρε κάποιο χρόνο.

Η κορύφωση της έντασης, αυτό το τελευταίο Σεπτέμβριο 2013,

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

η κοιτίδα των ευρωπαίων

Οι Έλληνες δίδαξαν την γεωργία στους νεολιθικούς Σκανδιναυούς

Οι Έλληνες δίδαξαν την γεωργία στους νεολιθικούς Σκανδιναυούς; : Η γεωργία εξαπλώθηκε στην Ευρώπη πριν από χιλιάδες χρόνια από το Νότο έως τον μακρινό Βορρά, με διαδοχικά μεταναστευτικά βήματα, σύμφωνα με μία Η γεωργία εξαπλώθηκε στην Ευρώπη πριν από χιλιάδες χρόνια από το Νότο έως τον μακρινό Βορρά, με διαδοχικά μεταναστευτικά βήματα, σύμφωνα με μία νέα σουηδο-δανική επιστημονική έρευνα. Η μελέτη ανέλυσε το DNA τεσσάρων σκανδιναβών αγροτών της νεολιθικής εποχής και διαπίστωσε ότι είχαν πολύ περισσότερα κοινά γονίδια με τους σημερινούς νοτιοευρωπαίους, όπως οι Έλληνες, οιΚύπριοι και οι κάτοικοι της Σαρδηνίας, παρά με οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό λαό. Οι ερευνητές των πανεπιστημίων της Ουψάλα, της Στοκχόλμης και της Κοπεγχάγης, με ...
επικεφαλής τουςΠόντους Σκόγκλουντ και Ματίας Γιάκομπσον, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο αμερικανικό περιοδικό «Science», σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο και το «Nature», ανέλυσαν, με νέες εξελιγμένες τεχνικές, το γενετικό υλικό που πήραν από σκελετούς ενός αγρότη και τριών κυνηγών - συλλεκτών, οι οποίοι βρέθηκαν στη Σουηδία και χρονολογούνται πριν από περίπου 5.000 χρόνια. Οι δύο διαφορετικοί πολιτισμοί, ο γεωργικός και ο κυνηγετικός - συλλεκτικός, συνυπήρχαν επί περίπου 1.000 χρόνια σε απόσταση περίπου 400 χλμ., ο πρώτος στη σουηδική ενδοχώρα και ο δεύτερος στη νησί Γκότλαντ νότια της Στοκχόλμης. Συγκρίνοντας το DNA αυτών των ανθρώπων της Λίθινης εποχής με το DNA σύγχρονων πληθυσμών της Ευρώπης, οι ερευνητές βρήκαν ότι, από γενετική άποψη, οι μεν κυνηγοί - συλλέκτες, που ήσαν οι λιγότερο εξελιγμένοι, είχαν μεγαλύτερη συγγένεια με τους βόρειους λαούς, ιδίως τους σημερινούς Φινλανδούς, ο δε αγρότης είχε πολύ στενή γενετική συγγένεια με τους σημερινούς μεσογειακούς κατοίκους, ιδίως τους Κύπριους και τους Έλληνες. Η ανακάλυψη, κατά τους σκανδιναβούς επιστήμονες, δείχνει ότι οι αρχαίοι γεωργοί μετέφεραν τις καλλιεργητικές γνώσεις και τεχνικές τους από το Νότο στην υπόλοιπη Ευρώπη, μέχρι τον παγωμένο Βορρά, όπου τελικά αναμίχθηκαν γενετικά με τους ντόπιους, ενώ παράλληλα τους δίδαξαν να παράγουν την τροφή τους από τη γη πλέον και όχι από το κυνήγι και τη συλλογή καρπών και φρούτων. Όπως δήλωσε ο Σκόγκλουντ, τα γενετικά ευρήματα αποκαλύπτουν ότι η γεωργία εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη από ανθρώπους που ζούσαν στην Μεσόγειο και αυτό έγινε με μεταναστευτικά κύματα και όχι απλώς μέσα από την πολιτισμική μετάδοση των γεωργικών γνώσεων από στόμα σε στόμα. «Αν η γεωργία είχε εξαπλωθεί μόνο ως πολιτισμική διαδικασία, δεν θα βρίσκαμε ένα αγρότη στο Βορρά να έχει τέτοια γενετική συγγένεια με τους Νότιους πληθυσμούς», δήλωσε ο σουηδός ερευνητής. Η σκανδιναβική έρευνα φωτίζει μία χρόνια διαμάχη των επιστημόνων σχετικά με το πώς εξαπλώθηκε η γεωργία και έφθασε στην Ευρώπη από τη Μέση Ανατολή, όπου εμφανίστηκε πριν από περίπου 11.000 χρόνια. Γύρω στο 3.000 π.Χ. η γεωργία είχε πια εξαπλωθεί στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης. Η βασική διαμάχη είναι με ποιο τρόπο έγινε η μετάβαση από το στιλ ζωής του κυνηγού-συλλέκτη σε εκείνο του αγρότη και αν η γεωργία εξαπλώθηκε μέσα από μετανάστες γεωργούς ή αν απλώς οι ιδέες και η γεωργική τεχνογνωσία τους «μετανάστευσαν» σιγά-σιγά από πολιτισμό σε πολιτισμό. Η νέα μελέτη ρίχνει το βάρος της υπέρ της πρώτης άποψης, επιβεβαιώνοντας προηγούμενες αναλύσεις DNA, οι οποίες είχαν βρει ανάλογες ενδείξεις περί μετανάστευσης των ίδιων των ανθρώπων από τη Μεσόγειο, οι οποίοι μετέφεραν μαζί τους τις καλλιεργητικές γνώσεις τους. Νωρίτερα φέτος, οι επιστήμονες δημοσίευσαν το σχεδόν πλήρες γονιδίωμα του «Ότζι», της νεολιθικής μούμιας που βρέθηκε στις Άλπεις το 1991. Και σ’ αυτή την περίπτωση, η γενετική ανάλυση παραπέμπει σε πολύ πιθανή Μεσογειακή καταγωγή.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

ο σύγχρονος Έλλην είναι είδος καταδικασμένο ..;

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί περίπτωση φθίνοντος έθνους ...
Ένα προφητικό κείμενο του Παναγιώτη Κονδύλη για τις αιτίες της ελληνικής παρακμής και για όσα συμβαίνουν στις μέρες μας (γραμμένο το 1992!)
 
Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.
Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποιά είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποιά είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.
Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα. Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμμιά προστασία και καμμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα, αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

το πρώτο αλφάβητο στον κόσμο

Ελληνικό το πρώτο αλφάβητο στον κόσμο

pinakida.jpgΜΑΘΕΤΕ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΙ ΚΗΦΗΝΕΣ ΛΟΙΠΟΝ. ΔΕΝ ΔΙΟΙΚΕΙΤΕ ΚΑΜΜΙΑ ΚΕΜΑΛΙΚΗ ΟΡΔΗ ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΚΟΙΤΙΔΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ.
Η θεωρία ότι το Αλφάβητο είναι εφεύρεση των Φοινίκων συντηρήθηκε εκτός των άλλων με το επιχείρημα ότι ωρισμένα σύμβολα της φοινικικής γραφής μοιάζουν με τα αλφαβητικά γράμματα, π.χ. το (άλεφ) είναι αντεστραμμένο ή πλαγιαστό το ελληνικό Α κλπ. Το επιχείρημα αυτό φαινόταν ισχυρό μέχρι προ 100 ετών περίπου.
Οι γλωσσολόγοι και οι ιστορικοί ισχυρίζονταν ακόμη ότι οι Ελληνες δεν εγνώριζαν γραφή προ του 800 π.Χ. Γύρω στο 1900 όμως ο Αρθούρος Εβανς ανέσκαψε την ελληνική Μινωική Κρήτη και ανεκάλυψε τις ελληνικές Γραμμικές Γραφές, των οποίων σύμβολα ήταν ως σχήματα πανομοιότυπα προς τα 17 τουλάχιστον εκ των 24 γραμμάτων του ελληνικού Αλφαβήτου.
Με δεδομένα α) ότι τα αρχαιότερα δείγματα των ελληνικών αυτών γραφών (Γραμμική Α και Β), που στη συνέχεια ανακαλύφθηκαν και στην Πύλο, στις Μυκήνες, στο Μενίδι, στη Θήβα, αλλά και βορειότερα, μέχρι τη γραμμή του Δούναβη και χρονολογήθηκαν τότε πριν από το 1500 π.Χ. και β) ότι οι Φοίνικες και η γραφή τους εμφανίζονται στην ιστορία όχι πριν το 1300 π.Χ. Ο Εβανς στο έργο του Scripta Minoa διετύπωσε, πρώτος αυτός, αμφιβολίες για την αλήθεια της θεωρίας ότι οι Ελληνες έλαβαν τη γραφή από τους Φοίνικες, εκφράζοντας ταυτόχρονα την επιστημονική υποψία ότι μάλλον συνέβη το αντίθετο.
800px-PhaistosDiskLarge.jpg
Οι αμφιβολίες για την μη προτεραιότητα των Φοινίκων έναντι των Ελλήνων στην ανακάλυψη της γραφής έγιναν βεβαιότητα, όταν ο καθηγητής Πωλ Φωρ, διεθνής αυθεντία της Προϊστορικής Αρχαιολογίας, δημοσίευσε στο αμερικάνικο αρχαιολογικό περιοδικό, εκδόσεως του Πανεπιστημίου της Ινδιάνας, Nestor (έτος 16ον,1989,σελ.2288) ανακοίνωση, στην οποία παραθέτει και αποκρυπτογραφεί πινακίδες ελληνικής Γραμμικής Γραφής, που βρέθηκαν σε ανασκαφές στο κυκλώπειο τείχος των Πιλικάτων της Ιθάκης και χρονολογήθηκαν με σύγχρονες μεθόδους στο 2700 π.Χ.
Γλώσσα των πινακίδων είναι η Ελληνική και η αποκρυπτογράφηση του Φωρ απέδωσε φωνητικά το συλλαβικό κείμενο ως εξής: Α]RE-DA-TI. DA-MI-U-A-. A-TE-NA-KA-NA-RE(ija)-TE. Η φωνητική αυτή απόδοση μεταφράζεται, κατά τον Γάλλο καθηγητή πάντοτε :«Ιδού τι εγώ η Αρεδάτις δίδω εις την άνασσαν, την θεάν Ρέαν:100 αίγας, 10 πρόβατα, 3 χοίρους». Ετσι ο Φωρ απέδειξε, ότι οι Ελληνες έγραφαν και μιλούσαν ελληνικά τουλάχιστον 1400 χρόνια πριν από την εμφάνιση των Φοινίκων και της γραφής τους στην ιστορία.
239126201_7666c0225b.jpg
Αλλά οι αρχαιολογικές ανασκαφές στον ελληνικό χώρο την τελευταία 12ετία απέδωσαν και άλλες πολλές και μεγάλες εκπλήξεις: Οι Ελληνες έγραφαν όχι μόνο τις συλλαβικές Γραμμική Α και Β Γραφές τους αλλά και ένα είδος γραφής πανομοιότυπης με εκείνη του Αλφαβήτου τουλάχιστον από το 6000π.Χ. Πράγματι στο Δισπηλιό, μέσα στα νερά της λίμνης της Καστοριάς, ο καθηγητής Γ. Χουρμουζιάδης ανεκάλυψε ενεπίγραφη πινακίδα με γραφή σχεδόν όμοια με την αλφαβητική, η οποία χρονολογήθηκε με τις σύγχρονες μεθόδους του ραδιενεργού άνθρακα (C14) και της οπτικής θερμοφωταύγειας στο 5250π.Χ.
Τρία χρόνια αργότερα ο έφορος Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Ν. Σάμψων, ανασκάπτοντας το "Σπήλαιο του Κύκλωπα" της ερημονησίδας Γιούρα Αλοννήσου (Βόρειες Σποράδες), ανακάλυψε θραύσματα αγγείων ("όστρακα") με γράμματα πανομοιότυπα με εκείνα του σημερινού ελληνικού Αλφαβήτου, τα οποία χρονολογήθηκαν με τις ίδιες μεθόδους στο 5500-6000π.Χ.
Ο ίδιος αρχαιολόγος διενεργώντας το 1995 ανασκαφές στη Μήλο, ανεκάλυψε "πρωτοκυκλαδικά αγγεία" των μέσων της 3ης χιλιετίας π.Χ., που έφεραν πανομοιότυπα τα γράμματα του Ελληνικού Αλφαβήτου Χ,Ν,Μ,Κ,Ξ,Π,Ο,Ε. Είναι πρόδηλο, ότι οι αρχαιολογικές αυτές ανακαλύψεις όχι απλώς προσέδωσαν ήδη το χαρακτήρα του κωμικού στη λεγόμενη "Φοινικική Θεωρία" περί ανακαλύψεως της γραφής, αλλά ανατρέπουν εκ βάθρων ολόκληρη την επίσημη χρονολόγηση της ελληνικής Ιστορίας, όπως αυτή διδάσκεται, αλλά και την επίσημη παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού.
http://www.knossopolis.com/section-blog-layout/1-2010-09-07-21-46-09/42-2010-09-07-21-51-33.html

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Σχεδιασμένη η πτώχευση των λαών για να έλθει η Παγκόσμια Κυβέρνηση!



O διεθνής Αμερικανός αναλυτής Bob Chapman, μέσα από την συνέντευξή του στην Eλληνικής καταγωγής δημοσιογράφο Helen Skopis, (για το ‘Athens International Radio 104.4 FM’) μιλώντας για την κατάσταση σχετικά με την οικονομική κρίση στην Ελλάδα λέει φοβερά πράγματα!

Είχε προβλέψει προ 10ετιας ότι η Ελλάδα θα ήταν από τις πρώτες χώρες που θα έφευγε από την Ευρωζώνη!

Αναφέρεται στις παρανομίες της Goldman Sachs και χαρακτηρίζει την χώρα μας ότι γίνεται ο ‘αποδιοπομπαίος τράγος’.

Η Ελλάδα είναι μόνο μία από τις 19 χώρες που έχουν σοβαρό οικονομικό πρόβλημα.

Μιλάει για παγκόσμια οικονομική ύφεση που θα γονατίσει όλον το κόσμο, για επερχόμενο πόλεμο, πιθανότατα παγκόσμιο (!) και τελικά την επιβολή της ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ από την διεθνή ελίτ…

Ο κ. Τσάπμαν δεν είναι κανένα τυχαίο πρόσωπο. Είναι ένας πασίγνωστος πολιτικο-οικονομικός αναλυτής.

Μεταφέρω από το ιστολόγιό του:

Ο κ. Chapman, επίσης γνωστός ως ‘The International Forecaster’ (είναι ο τίτλος της ιστοσελίδας του), είναι 74 ετών.

Γεννήθηκε στην Βοστώνη των ΗΠΑ και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Northeastern διαχείριση επιχειρήσεων.

Υπηρέτησε τρία χρόνια στον Αμερικάνικο Στρατό στον τομέα της Αντικατασκοπίας, κυρίως στην Ευρώπη.

Μιλά Γερμανικά και Γαλλικά και είναι εξοικειωμένος στα ισπανικά. Έζησε στην Ευρώπη για έξι χρόνια, τρία χρόνια στην Αφρική, ένα χρόνο στον Καναδά και ένα χρόνο στις Μπαχάμες.

Ο Chapman έγινε χρηματιστής το 1960 και αποσύρθηκε το 1988. Τα 18 από αυτά τα χρόνια είχε δική του χρηματιστηριακή εταιρεία. Ήταν, ίσως, ο μεγαλύτερος χρηματιστής σε χρυσό και ασήμι, στον κόσμο κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου. Όταν αποσύρθηκε είχε πάνω από 6.000 πελάτες.

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Ποιές είναι οι σκοτεινές δυνάμεις πού κρύβονται πίσω από τίς εξελίξεις;

Μήπως η ευρωπαϊκή κρίση καθοδηγείται από «σκοτεινές δυνάμεις»;


Η Γερμανία σπρώχνει τους Έλληνες προς το γκρεμό. Ολόκληρη η Νότιος Ευρώπη βρίσκεται μέσα σε μια μέγκενη. Η λιτότητα όμως που εφαρμόζεται είναι ψευδεπίγραφη.
Οι πολιτικές που έχουν επιβληθεί στην Ελλάδα, είναι παρόμοιες με αυτές που εφάρμοσαν οι Γερμανοί στη διάρκεια της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Για αυτό υποψιαζόμαστε πως ο κανόνας του χρυσού, όπως χρησιμοποιείται από τις ελίτ, είναι ένα είδος όπλου, και ένα εργαλείο πολιτικής.
Γιατί όμως να θέλουν οι Γερμανοί να επιβάλλουν στην Ελλάδα όλα όσα τους επέβαλλαν κάποτε οι Γάλλοι;
Μετά τον Α`ΠΠ, οι τότε παγκόσμιες ελίτ έστησαν μια κατάσταση, η οποία τελικά οδήγησε στον Β`ΠΠ. Κατά την άποψή μας, ο δεύτερος αυτός αιματηρός πόλεμος, ήταν προσχεδιασμένος.
Έτσι λειτουργούν άλλωστε οι ελίτ. Στήνουν ένα αληθοφανές ιστορικό σενάριο, το ενεργοποιούν, και στη συνέχεια το αναφέρουν, κατόπιν εορτής. Αυτοί που καταλαβαίνουν τι ακριβώς συμβαίνει, πεθαίνουν σιγά σιγά, και μια νέα γενιά έρχεται στο προσκήνιο αποδεχόμενη την κατευθυνόμενη ιστορία ως πραγματικότητα.
Η τρόικα επιβάλλει μια αυστηρή πολιτική λιτότητας στην Ελλάδα, ζητώντας απολύσεις 150.000 δημοσίων υπαλλήλων, και προκαλώντας ουρές συσσιτίων.
Αυτό είναι το πρόσωπο της λιτότητας: Πείνα, φτώχεια, και ανεργία. Μια γενική εξαθλίωση.
Όπου νάναι, οι διαδηλώσεις που συγκλονίζουν την Ελλάδα, θα αυξηθούν σε ένταση και σε παλμό. Η άνοιξη πλησιάζει, μαζί με τις εκλογές. Και στις εκλογές αυτές, μπορεί να βγουν κερδισμένοι όλοι όσοι θέλουν την χώρα εκτός ΕΕ.
Βέβαια, ένα καλό ερώτημα είναι και το εξής: Γιατί να θέλει κάποιος να παραμείνει η Ελλάδα στην ΕΕ; Η χώρα αποτελεί ένα πείραμα. Ένα παράδειγμα προς τρίτους, για να πειστούν ότι οι αξιωματούχοι της ΕΕ, οι Ευρωκράτες δηλαδή, είναι αυτοί που κάνουν κουμάντο.
Αυτό είναι το σχέδιο, και όπως παραδέχθηκε ο Romano Prodi, πολλοί στην ΕΕ γνώριζαν ότι το ευρώ θα πυροδοτούσε πολιτικές κρίσεις. Τι προσπαθούν λοιπόν να πετύχουν οι ευρωπαϊκές ελίτ; Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι πίσω από την ΕΕ βρίσκονται οι ελίτ της «Αγγλόσφαιρας», που είναι από τις πιο ισχυρές του κόσμου, και με απώτερο σκοπό την επιβολή μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης, και μιας νέας παγκόσμιας τάξης.
Μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται πως οι Γερμανοί είναι αυτοί που κατευθύνουν τα πάντα, αλλά αυτό είναι απλά ένα παιχνίδι σκιών. Οι Γερμανοί υπέστησαν ολοκληρωτική ήττα το 1945, και η οικονομία τους διαλύθηκε. Σήμερα κυριαρχεί η «Αγγλόσφαιρα», με βάσεις της στο Σίτυ του Λονδίνου, στην Ουάσιγκτον, στο Βατικανό, και στο Τελ Αβίβ.
Το να θέλουν όμως οι ελίτ αυτές να διαλύσουν την ΕΕ, δεν μοιάζει λογικό. Για αυτό ίσως και να υπάρχουν κάποιες σκιώδεις δυνάμεις, που δρουν παρασκηνιακά, πέραν του ελέγχου των ελίτ αυτών.
Η επέλαση του διαδικτύου παίζει έναν σημαντικό ρόλο. Η αντιπαράθεση του Βρετανού πρωθυπουργού D. Cameron με την ΕΕ είναι ένα παράδειγμα. Μπορεί η όλη διαλεκτική μέσα στην ΕΕ, να κατευθύνεται από το ίδιο το διαδίκτυο.  Μπορεί οι ελίτ να μην ελέγχουν πλέον το πείραμα της ΕΕ. Μπορεί απλά να αντιδρούν, αντί να δρουν. Μπορεί η Ελλάδα να σφίγγεται, προκειμένου τα υπόλοιπα κράτη να δουν τι θα πάθουν, αν αντιδράσουν στην επερχόμενη πλήρη ενοποίηση.
Θα πετύχει το πείραμα; Η όλη στρατηγική θυμίζει απόγνωση. Σίγουρα οι ελίτ είχαν προβλέψει την τρέχουσα κρίση του ευρώ, αλλά είναι αμφίβολο αν θέλουν την αποχώρηση των χωρών PIGS από την ευρωζώνη.
Πρόκειται για μια στρατηγική γεμάτη ρίσκα. Θα σταματήσει άραγε εδώ, με την Ελλάδα; Και τι θα γίνει με την Ισπανία, την Πορτογαλία, ακόμη και με την Γαλλία; Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι οι ελίτ ελέγχουν τις τράπεζες, και άρα η όλη κρίση δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα κατευθυνόμενο ιστορικό γεγονός. Ότι οι ελίτ δημιούργησαν την κρίση επίτηδες.
Πάντως, ότι και να κάνουν, όσο σκληρές και αν είναι οι μέθοδοί τους, οι ελίτ παρακολουθούνται από το διαδίκτυο. Ο κόσμος είναι πια υποψιασμένος.
Σίγουρα, το σχέδιο ήταν να χρησιμοποιηθεί η κρίση για να επιταχυνθεί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, όπως παραδέχτηκε και ο Prodi. Τι θα γίνει όμως αν χαθεί ο έλεγχος; Μπορούν οι ελίτ να είναι τόσο σίγουρες ότι τα πράγματα θα οδηγηθούν εκεί που αυτές θέλουν;
Όσοι ανησυχούν για τέτοιου είδους εξελίξεις, είτε για πολιτικούς, είτε για επενδυτικούς λόγους, θα πρέπει να παρακολουθούν στενά το τι συμβαίνει στην Ελλάδα, και το πόσο αιματηρές θα είναι οι εκεί εξελίξεις.
Παράλληλα θα πρέπει να έχουν τα μάτια τους στραμμένα και στις υπόλοιπες χώρες PIGS. Οι ελίτ μπορεί να έχουν υπολογίσει λάθος την κατάσταση στην Ελλάδα.
Συνθλίβοντας την Ελλάδα, θα συνθλίψουν  άραγε και το ευρώ; Και ίσως και την ίδια την ΕΕ;
thedailybell.com
Απόδοση: S.A.
 http://www.antinews.gr/2012/02/24/149068/

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Δήλωση-βόμβα Πούτιν για την Ελλάδα Aναζήτηση βάσει τίτλου


Πηγή:Α.Π.Ε.  Δημιουργία:2/2/2012 8:21 μμ  Τελευταία ενημέρωση:2/2/2012 8:26 μμ
Η Ελλάδα στερήθηκε τεχνητά της δυνατότητας να εξυγιάνει την οικονομία της, δήλωσε την Πέμπτη ο Ρώσος πρωθυπουργός Βλαντίμιρ Πούτιν, μιλώντας στο διεθνές οικονομικό Φόρουμ «Ρωσία 2012» και σχολιάζοντας την ομιλία του Μάικλ Μίλκεν, προέδρου του ομώνυμου Ινστιτούτου.
«Στην εποχή του για να λύσει αυτά τα οικονομικά προβλήματα ο Μέγας Αλέξανδρος πήγε και κατέκτησε την Περσία. Τώρα η Ελλάδα δεν μπορεί κανέναν να κατακτήσει, όμως πέραν αυτού της στέρησαν και τη δυνατότητα να υποτιμήσει το εθνικό της νόμισμα, γιατί δεν έχει εθνικό νόμισμα, της στέρησαν τη δυνατότητα αύξησης της ρευστότητας, εφόσον δεν διαθέτει δικό της κέντρο έκδοσης χρήματος (emission centre)», είπε ο κ. Πούτιν, επισημαίνοντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο απέμεινε μόνο ένας διαθέσιμος τρόπος, «η απευθείας μείωση των κοινωνικών δαπανών και η αύξηση της ανταγωνιστικότητας σε αυτή τη βάση, γιατί για να επανεξοπλίσεις όλη την οικονομία, τη βιομηχανία, τον πραγματικό τομέα της οικονομίας ουσιαστικά χωρίς επενδύσεις είναι αδύνατο, αλλά και να προσελκύσεις επενδύσεις σε αυτήν την κατάσταση είναι επίσης αδύνατο. Σ' αυτόν τον δύσκολο φαύλο κύκλο βρέθηκε η Ελλάδα».
Ο Ρώσος πρωθυπουργός πρόσθεσε ότι πολλές χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοιες δυσκολίες, όμως το ζήτημα είναι ότι «στην Ελλάδα στέρησαν τη δυνατότητα εσωτερικής ανάπτυξης, σε κάθε περίπτωση την μείωσαν, και κάποια αποτελεσματική βοήθεια παρ’ όλα αυτά δεν προσφέρουν προς το παρόν από το εξωτερικό, δίνουν από λίγο, με έναν τρόπο παρακινώντας για τις επόμενες περικοπές».
«Εδώ υπάρχουν και περιορισμοί πολιτικού χαρακτήρα, για τις οποίες μίλησε ειδικότερα και ο πρόεδρος της SberBank (σ.σ. και πρώην υπουργός Οικονομικών της Ρωσίας) Γκέρμαν Γκρεφ», συνέχισε ο Πούτιν, προχωρώντας και σε πολιτικά σχόλια για την οδό που επελέγη: «Η ευθεία μείωση των κοινωνικών δαπανών είναι μια βίαιη άμεση απόφαση από πλευράς του κοινοβουλίου και της κυβέρνησης. Όταν γίνεται υποτίμηση, τότε είναι σχεδόν αντικειμενικό ότι υποφέρουν επίσης οι άνθρωποι, οι πολίτες φυσικά, αλλά δεν πρόκειται για απευθείας μείωση των κοινωνικών δαπανών. Και εδώ έχουμε απευθείας και απότομη (σ.σ. μείωση). Ευθύνεται η κυβέρνηση, το κόμμα που κέρδισε στις εκλογές. Είναι αδύνατο να λάβεις αποφάσεις υπό αυτές τις συνθήκες και το εργαλείο που θα επέτρεπε να λυθεί το πρόβλημα, το προσεκτικό εργαλείο, τους το αφαίρεσαν. Επί της ουσίας η φύση των προβλημάτων είναι η ίδια. Στέρησαν την Ελλάδα από ορισμένα εργαλεία για τα οποία είπατε, ειδικότερα τη δυνατότητα να υποτιμήσουν το δικό τους νόμισμα, ενώ όταν η κυβέρνηση της Αργεντινής κάποτε συνέδεσε υπερβολικά στενά το δικό της εθνικό νόμισμα με το δολάριο στέρησε την οικονομία της από την ευελιξία. Από άποψη ουσίας είναι μάλλον πολύ όμοιες οι αιτίες».
«Το θέμα δεν είναι ότι οι Έλληνες δεν θέλουν ή δεν ξέρουν να δουλεύουν», συμπλήρωσε ο Πούτιν, εκτιμώντας ότι «εκεί δεν έχουν δημιουργηθεί δυνατότητες υψηλής τεχνολογίας για αποτελεσματική αξιοποίηση της εργατικής δύναμης με υψηλή ειδίκευση, ή τουλάχιστον σε επαρκή αριθμό, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στη Ρωσία και από εκεί προέρχονται τα προβλήματα».
Μιλώντας στο Φόρουμ, ο Βλαντίμιρ Πούτιν συμφώνησε με τον οικονομολόγο Πολ Κρούγκμαν ότι η κρίση χρέους των κρατών και των επιχειρήσεων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά δείγματα του δεύτερου κύματος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, ενώ κατονόμασε ως δεύτερο χαρακτηριστικό «την ανισορροπία του χρηματιστικού τομέα, υπερφουσκωμένου και κερδοσκοπικού, αποκομμένου από την πραγματική οικονομία». «Ούτε μία από τις αιτίες των σημερινών χρηματιστικών συγκλονισμών μέχρι στιγμής δεν έχει εξαλειφθεί», είπε αποτιμώντας την υπάρχουσα κατάσταση ο Ρώσος ηγέτης, ο οποίος συμμετέχει εντατικά στην προεκλογική εκστρατεία εν όψει των προεδρικών εκλογών της 4ης Μαρτίου, διαθέτοντας σημαντικό προβάδισμα έναντι των αντιπάλων του, πράγμα που του επιτρέπει να θεωρείται ως ο πιθανότερος επόμενος πρόεδρος της Ρωσίας.

http://www.ant1online.gr/Economy/General/Pages/20122/9fb66c60-a012-4590-b5fa-ca7822ea786e.aspx 

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Η οικουμενική διάσταση της ελληνικής γλώσσας (υπάρχουν βεβαίως και παραμυθολόγοι που προσπαθούν να στρεβλώσουν την αλήθεια - Δίσκος Γιώργος).



»»»  του Aριστείδη Kωνσταντινίδη H επίδραση που έχει ασκήσει η ελληνική γλώσσα στο ευρωπαϊκό λεξιλόγιο και ιδιαιτέρως στην Aγγλική είναι εν μέρει μόνο γνωστή και δυστυχώς μη συστηματικά καταγεγραμμένη και τεκμηριωμένη. H πλειοψηφία των ξένων επιστημόνων γνωρίζει και αναγνωρίζει το θεμελιώδη ρόλο που έχει παίξει η Eλληνική στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου του κλάδου τους. Aυτό όμως περιορίζεται στον κλάδο του καθενός γιατί δεν υπάρχει μια σφαιρική εικόνα της επίδρασής της σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους.


1. ελληνικές λέξεις σε ξενόγλωσσα λεξικά: στοιχεία

Παρακάμπτοντας τις αόριστες τοποθετήσεις, οι οποίες μπορεί να είναι επιδεκτικές παρερμηνειών, θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα στοιχεία και αριθμούς για να δώσω μια ακριβή εικόνα της ελληνικής επίδρασης:

α. Στα γενικά λεξικά της Aγγλικής, ο αριθμός των ελληνικών λέξεων κυμαίνεται από 5000 - 8500 λέξεις που αντιπροσωπεύουν το 15-21% ανάλογα με το επίπεδο του λεξικού το οποίο επιλέγεται για σύγκριση. 'Οσο καλύτερο είναι το λεξικό, τόσο υψηλότερη είναι η συμμετοχή της Eλληνικής.

β. Στο Merrian Webster, το πληρέστερο σήμερα αμερικανικό λεξικό, σε σύνολο 166.724 λέξεων η συμμετοχή σε αμιγείς ελληνικές λέξεις είναι 42.914, αριθμός που αντιστοιχεί στο 25,73%. H μία στις τέσσερις λέξεις του είναι αμιγώς ελληνική.

γ. Στην ιατρική ορολογία, με βάση το έγκυρο λεξικό Dorland, σε σύνολο 46.251 λέξεων, οι αμιγείς ελληνικές λέξεις είναι 24.862, αριθμός που αντιστοιχεί στο 53,75%

Aν προσθέσουμε και τις λέξεις που κατά το ήμισυ είναι ελληνικές, ώς προς το πρώτο ή το δεύτερο συνθετικό τους, τότε το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 68%.

δ. Ως προς τη Διεθνή Eπιστημονική Oρολογία, πχ. του μεγάλου κλάδου της Zωολογίας. Mε βάση το Nomenclator Zoologicus, το οποίο αποτελεί την επίσημη διεθνή επιστημονική ονοματολογία των γενών των ζώων όλων των ειδών (ερπετών, θηλαστικών, πτηνών, εντόμων, ψαριών κ.λπ.) τα οποία έχουν ανακαλυφθεί μέχρι το 1994, δηλαδή 337.789 γένη ζώων, η ελληνική συμμετοχή ανέρχεται σε 195.779 λέξεις, αριθμός που αντιστοιχεί σε 57,96%.

Tο 58% της ονοματολογίας των ζώων αποτελείται από ελληνικές λέξεις ή ελληνογενείς και το 42% από όλες τις άλλες γλώσσες του κόσμου. Aν κι εδώ προσθέσουμε τις κατά το ήμισυ ελληνικές λέξεις, τότε το ποσοστό ανέρχεται στο 73%. Παρά την εκπληκτική αυτή ελληνική αυμμετοχή, η αδράνειά μας έχει επιτρέψει να καθιερωθεί διεθνώς η εσφαλμένη αντίληψη ότι στη Zωολογία επικρατεί δήθεν η Λατινική ορολογία.

Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινήσω τα εξής:

- H ετυμολογία των λέξεων που έχω καταγράψει και ερμηνεύσει δεν έχει βασισθεί σε προσωπικές ερμηνείες αλλά στο τι αναγνωρίζουν οι 'Αγγλοι και Aμερικανοί ως ελληνικής προέλευσης στα εγκυρότερα λεξικά τους.

- Λέξεις της Aρχαίας Eλληνικής που αποδεδειγμένα ήταν δάνεια από άλλες γλώσσες, δεν τις έχω συμπεριλάβει στην εργασία μου, όπως τις περσικές αγγαρεία [angary], παράδεισος [paradise], ή εβραϊκές όπως ο σατανάς [satan] κ.λπ.

- 'Ενα στοιχείο που πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας είναι ότι τα περισσότερα λεξικά πλην της Oξφόρδης, χωρίς αυτό να εξαιρείται απόλυτα, σταματούν την ετυμολογία των λέξεων στη λατινική ρίζα και δεν αναφέρουν αν αυτή προήλθε από την Eλληνική. Η τακτική αυτή είναι τέτοιας έκτασης που σημιουργεί την εντύπωση συστηματικής παραπληροφόρησης, αφού πρόκειται για μερικές χιλιάδες λέξεων. Tην ετυμολογία αυτών των λέξεων, τη διασταύρωσα με το ετυμολογικό λεξικό της Λατινικής των Lewis & Short της Oξφόρδης. Το λεξικό αυτό περιλαμβάνει 10.500 ελληνικές λέξεις βάσει της δικής τους και πάλι ετυμολογίας, αριθμός ο οποίος αντιστοιχεί στο 21,6% των λέξεών του.

Για να εκτιμηθεί η σημασία των 42.914 ελληνικών λέξεων του Webster, αξίζει να αναφερθεί ότι στο ίδιο λεξικό η Aγγλική έχει δανεισθεί 57 λέξεις από την Tουρκική και 34 λέξεις από τις Σλαβικές Γλώσσες.


2. η γένεση και η εξέλιξη της επίδρασης αυτής 

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

ΛΗΜΜΑΤΑ - ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ


Σκοπιμότητα.

Η αποσκοπούσα σε κάτι, η εκ προθέσεως ενέργεια. Η αντιστοιχία - τάση ενός φαινομένου είτε μιας διαδικασίας προς ορισμένη κατάσταση, το προαπείκασμα της οποίας προβάλλει ως σκοπός*. Ιδιότυπο χαρακτηριστικό της αιτιώδους συνάφειας, της αιτιοκρατίας"* και της νομοτέλειας* των κοινωνικών - πολιτισμικών φαινομένων και διαδικασιών και συνολικά του πεδίου το οποίο άμεσα ή έμμεσα, δυνάμει ή ενεργεία, εμπίπτει στην ανθρώπινη (συνειδητή, σκόπιμη και σκοποθετούσα) μετασχηματιστική δραστηριότητα και συμπεριφορά, στην αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπων και φύσης. Η βιολογία και η ζωοψυχολογία*, με μια διασταλτική ερμηνεία του όρου*, εξετάζουν ως έκφραση σκοπιμότητας τάσεις της φυλογένεσης* και της οντογένεσης* εμβίων όντων (π.χ. εξέλιξη*), φαινόμενα "σκόπιμα, πλην όμως χωρίς σκοπό" (Καντ*). Κατά αντίστοιχο τρόπο εξετάζει η κυβερνητική* τα αυτορυθμιζόμενα συστήματα* μέσω της αρχής της ανατροφοδότησης, κατά την οποία η πληροφορία περί της διαφοράς μεταξύ απαιτούμενης και υφισταμένης καταστάσεων μετατρέπεται σε αίτιο της αύξουσας προσέγγισης του συστήματος στην απαιτούμενη κατάσταση.
Ο σκοπός και η σκοπιμότητα εμφανίζονται, διαμορφώνονται και αναπτύσσονται σε συνάρτηση με τους εκάστοτε συγκεκριμένους ιστορικούς όρους της ζωής και της δραστηριότητας των ανθρώπων. Έχουν συνεπώς πάντοτε σχετική και ποτέ απόλυτη, a priori, ισχύ. Το ανέφικτο της απόλυτης αναγωγής της εργασίας απλώς σε πανομοιότυπα επαναλαμβανόμενης διαδικασίας - όπου αυτό είναι εφικτό η χειραγωγική σκοπιμότητα προϋπάρχει της εργασίας και ως νόμος καθορίζει τον τρόπο και τον χαρακτήρα της - καθιστά σαφές το πόσο μάλλον ανέφικτο της απόλυτα ακριβούς υπαγωγής της ανάπτυξης της κοινωνίας σε ορισμένη σκοπιμότητα. Κάθε περί του αντιθέτου ισχυρισμός ισοδυναμεί με παραδοχή της ύπαρξης απόλυτου υποκειμένου. Στην πραγματικότητα η ιστορική ανάπτυξη συγκροτείται ως συνισταμένη πληθώρας διαφορετικών, αντιθέτων και αλληλοαποκλειόμενων σκοπιμοτήτων και δραστηριοτήτων (Ένγκελς*), παρά τις περί του αντιθέτου απόψεις (βλ. βουλησιαρχία*, τελεολογία*, μοιρολατρία*). Η βελτιστοποίηση της αποτελεσματικότητας της σκοπιμότητας που χαρακτηρίζει τη δραστηριότητα του υποκειμένου συνδέεται με τη γνώση* της νομοτέλειας και της αιτιότητας*. Η αντιπαράθεση αιτιότητας - σκοπιμότητας οδηγεί στον ιντετερμινισμό* και στον ανορθολογισμό*.
Σκοπός.
Επιδίωξη, πρόθεση, στόχος. Ένα από τα βασικά στοιχεία της συμπεριφοράς και της δραστηριότητας* του ανθρώπου, το οποίο προβάλλει συνήθως ως νοητή προθεώρηση, ως ιδεατή προαπεικόνιση του επιδιωκόμενου αποτελέσματος της δραστηριότητας, σε συνδυασμό με τα μέσα, το αντικείμενο και τον τρόπο (τους δρόμους) πραγματοποίησης του. Από την άποψη του υποκειμένου* της δραστηριότητας συνιστά την περίπλοκη διαδικασία της σκοποθεσιας, της σταδιακής συνειδητοποίησης του τέλους στην επίτευξη του οποίου κατατείνει μέσω της πράξης ο άνθρωπος, του τρόπου ενοποίησης διαφόρων πράξεων, ενεργειών και εγχειρημάτων σε μιαν αλληλουχία, σ' ένα σύστημα, και της επιλογής της εκάστοτε βέλτιστης μεταξύ των πιθανών εναλλακτικών οδών σχεδιοποίησης της δραστηριότητας. Λειτουργεί ως κίνητρο, ως κατευθυντήριος προσανατολισμός και ως κριτήριο ρύθμισης, διευθέτησης, διοίκησης* και ελέγχου της πορείας και των αποτελεσμάτων της δραστηριότητας.
Η εργασία* αποτελεί το ιστορικά και λογικά πρωτεύον πεδίο σκοποθεσιών. Η προϋπάρχουσα της εργασίας ανάγκη*, συνειδητοποιούμενη ως επισήμανση της διάστασης μεταξύ απαιτούμενου αποτελέσματος και όρων επίτευξης του, συνιστά την πρωταρχική εμφάνιση του σκοπού, μετατρέπεται σε εσωτερική στιγμή της εργασίας. Στη συνέχεια ο σκοπός, εκτός από το αποτέλεσμα, εντάσσει στην προτρέχουσα σύλληψη του και τα (κατά κύριο λόγο δεδομένα, διαθέσιμα έτοιμα) μέσα επενέργειας. Τελική διαμόρφωση του σκοπού επιτυγχάνεται όταν και τα μέσα και το αντικείμενο και ο τρόπος εργασίας αλλά και το ίδιο το υποκείμενο μετασχηματίζονται βάσει της εγνωσμένης αναγκαιότητας και της νομοτέλειας* που διέπει τα ίδια και την αλληλεπίδραση τους. Πραγματικός σκοπός (ιδεώδες, στόχος) είναι εκείνο то ιδεατό* το οποίο υπάρχει μόνο μέσω της ετερότητας του, μέσω του αντίποδα του του πραγματικού, μέσω της διαδικασίας πραγμάτωσης του, η ολοκλήρωση της οποίας προβάλλει ως προϋπόθεση περαιτέρω (ανώτερων) σκοποθεσιών και δραστηριοτήτων.
Η απόσπαση της σκοποθεσίας από την εκτελεστική λειτουργία συνιστά τον πυρήνα της "αντίθεσης χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας"*. Ο χαρακτήρας και η ιεράρχηση των σκοπών, των μέσων και των τρόπων επίτευξης τους δηλώνουν το επίπεδο ανάπτυξης της προσωπικότητας*, της ομάδας (τάξης* κ.λπ.) και της κοινωνίας*. Βλ. επίσης: πρακτική, γνώση, πρόγνωση, ηθική, σκοπιμότητα, συμφέρον 
Βιβλιογρ.: Ε. Ιλιένκοφ, Η διαλεκτική του ιδεατού, στο: 'Φιλοσοφία και πολιτισμός", Μόσχα, 1991, κ.α.

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

Western Imperialism and the Unspoken Tyranny of Colonization


Global Research, January 11, 2012

Arnold Toynbee (A Study of History) clarified the European paradoxes of history that when political, moral and intellectual values come close to stagnation, “warriors become dreamers” to overrun the world.  European colonization of the racially inferior herds was a planned scheme of things not an accidental history - an obsessive political belief that Europeans were superior in their intellect, ethnicity, race, color and human configuration than the other people of the globe. 
Britain embarked on invading and conquering the fertile heartlands of Asia and Africa to occupy their natural resources and use human beings as slave trade - a business ran efficiently across the seas unto the making of new America. Italian, Dutch, Spanish, Portuguese and other followed the suit. Strangely enough, none seemed to have challenged the other Europeans in their domain of business enterprise, military control and imperialist quest for political supremacy. Many Europeans interpret it - a history making events for the emerging liberal democracy, industrialization and cheap labor sweat of Asian and African origins. Lord Macaulay, a British Viceroy of India spelled out the futuristic education policy in clear terms: “Indian in color but British in taste, thinking and behavior” - the new neo-colonial generations of future Indians seen from the British eyes and mindset. After centuries of warfare and killings of million and millions of fellow human beings, they claim to be civilized nation - the nuisance baggage you will hear often referred to at global academic conferences and at the redundant UNO Security apparatus.  Were all the European imperial forces acts as terrorism or peacemaking across the globe?  Racially conscientious Europeans forced by the nature and compulsion of the self-image went on to global conquests by radiating aggressive and violent acts as a deliberate policy – a political engine to encroach the Asian and African continents for centuries. 

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Συμβολή σε μία συζήτηση θερμή, αντιπαράθεση περί της επιστημονικότητας ή μη της ιστοριογραφίας.


Η άποψη ενδεικτική μιας αντιλήψεως έχει αποτελέσει την αφορμή για προβληματισμό και συζητήσεις.

Lord Kelvin:…I often say that when you can measure what you are speaking about, and express it in numbers, you know something about it; but when you cannot measure it, when you cannot express it in numbers, your knowledge is of a meagre and unsatisfactory kind; it may be the beginning of knowledge, but you have scarcely in your thoughts advanced to the state of Science, whatever the matter may be." [PLA, vol. 1, "Electrical Units of Measurement", 1883-05-03]

http://zapatopi.net/kelvin/quotes/

 

  • Μία επιστημονική θεωρία περιμένουμε να είναι περιεκτική "αναλόγως του αριθμού και του τύπου των φαινομένων που εμπεριέχει" (Sidman, σελ.13).
--Σε πόσα διαφορετικά φαινόμενα, καταστάσεις, γεγονότα αναφέρεται συγχρόνως;
  • Μία επιστημονική θεωρία περιμένουμε να είναι σταθερή. Ερμηνεία και κατανόηση νέων ευρημάτων χωρίς να τροποποιούνται οι βασικοί άξονές της, υποθέσεις της.
--Πόσο καλά ερμηνεύει νέα δεδομένα/ευρήματα χωρίς να αλλάζει τις βασικές της υποθέσεις;
  • Μία επιστημονική θεωρία περιμένουμε να είναι ακριβής. Η ακρίβεια συνδέεται με την ορθότητα ερμηνείας όσων συνέβησαν (ή/και πρόγνωσης μελλοντικών συμβάντων).
--Ως ποίον βαθμόν μπορεί να προγνώσει και να ερμηνεύσει παρελθούσες επιτευξεις;
  • Μία επιστημονική θεωρία περιμένουμε να είναι σχετική, εξαρτάται απο το πόσο στενη είναι η σχέση ανάμεσα στην ίδια την θεωρία και τις πληροφορίες ή δεδομένα που εσυλλέχθησαν.
--Πόσον στενά συνδέεται με τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιό της;  Πόσον πειστικά και αδιαμφισβήτητα, δηλ., αντανακλά τα γεγονότα;
  • Μία επιστημονική θεωρία περιμένουμε να είναι χρήσιμη, όχι μόνον για τις άμεσες εφαρμογές της αλλά και στο κατά πόσον είναι παραγωγική (δημιουργίες νέων ιδεών και κατευθύνσεων για μελλοντική έρευνα).
--Σε ποιόν βαθμό απαντά και γενά συγχρόνως νέα ερωτήματα και ερευνητικές κατευθύνσεις;
  • Μία επιστημονική θεωρία περιμένουμε να είναι απλή στην διατύπωσή της, αφορά στην έκταση των λεπτομερειών.
--Πόσο απλή ή λιγότερο παραφορτωμένη είναι;
Η θεωρία είναι το βασικό εργαλείο της επιστήμης.
Ειναι η "σπονδυλική στήλη" της επιστήμης και η εξέλιξη μίας θεωρίας αποτελεί μικρόκοσμο  της ίδιας της επιστημονικής διεργασίας.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Κοινωνικές επιστήμες, έθνος και εθνικισμός του Σπύρου Βρυώνη,

Έθνος και εθνικισμός

Ένα πολύ ενδιαφέρον και χρήσιμο κείμενο του κορυφαίου βυζαντινολόγου και ακαδημαϊκού Σπύρου Βρυώνη. Νομίζω ότι είναι μια περιεκτική απάντηση στις εθνομηδενιστικές θεωρίες με τις οποίες μας βομβαρδίζουν διάφοροι αχαρακτήριστοι (υπηρέτες του διεθνούς κεφαλαίου) και νομίζω πως πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά.

Η απόφαση της Ακαδημίας Αθηνών να οργανώσει τρεις διαφορετικές ημερίδες, σχετικές με τους αποφασιστικούς σταθμούς της προέλευσης των σύγχρονων Ελλήνων, είναι σημαντική για το νέο ελληνικό κράτος και για εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως σύγχρονοι Έλληνες, όπως και για εκείνους που δεν το κάνουν. Οι αποσυνθετικές παράμετροι των διεθνών διπλωματικών και στρατιωτικών συγκρούσεων έχουν δημιουργήσει ένα παγκόσμιο παράδοξο, στα πλαίσια του οποίου ορισμένοι προέβλεπαν την αποδυνάμωση ή τη σταδιακή εξαφάνιση του «έθνους» και του «εθνικισμού» μπροστά στον «διεθνισμό», ενώ άλλοι είχαν προβλέψει το αντίθετο: την εξασθένιση ή εξαφάνιση του «διεθνισμού» μπροστά σε μια αναβίωση του «έθνους» και του «εθνικισμού». Ωστόσο, η διατύπωση προφητικών προβλέψεων δεν περιλαμβάνεται στο έργο του ιστορικού.
Συχνά, οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. Το παράδειγμα του διάσημου Bοστονέζου ψυχιάτρου Δρ. Langer να προβεί σε ανάλυση της προσωπικότητας του Χίτλερ αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Η χρησιμοποίηση της στατιστικής από τους κοινωνιολόγους έχει οπωσδήποτε μια πρακτική αξία, σε ό,τι αφορά τις προφανείς ασθένειες της σύγχρονης κοινωνίας. Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι, εδώ, αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα. Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.
Μετά από αυτές τις λίγες γενικεύσεις που αφορούν τους κοινωνικούς επιστήμονες, πρέπει να στραφούμε προς τον ρόλο τους στη διαμόρφωση των θεωριών και των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός». Δεν είμαι ειδικός στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, υποχρεώθηκα να αντιμετωπίσω το έργο των κοινωνικών επιστημόνων σχετικά με το σημαντικό ζήτημα της φύσης και της προέλευσης του «έθνους» και του «εθνικισμού», ζήτημα που, τα τελευταία πενήντα χρόνια, έχει διαμορφώσει μια ολόκληρη βιομηχανία, με μεγάλη επιστημονική βιβλιογραφία. Παραπέρα, αποτελεί ένα θέμα το οποίο έχει υποστεί μια ταχεία και δυναμική εξέλιξη στα 65 χρόνια που πέρασαν από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Σε αυτή τη σύντομη παρουσίαση θα γίνει προσπάθεια να αναδειχθούν κάποια βασικά σημεία των τομών που σηματοδότησαν ραγδαίες αλλαγές –θεωρητικά και πρακτικά– στην ιστορία και την προέλευση των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός».
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι πολλά επιστημονικά συγγράμματα έχουν χρησιμοποιήσει μόνο ένα παλαιότερο μέρος από τα πορίσματα των κοινωνικών επιστημόνων, και συνεπώς, εφαρμόζουν τις μεθόδους, τις υποθέσεις, τα συμπεράσματα και τις προβλέψεις τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις μεταγενέστερες μελέτες, τις διορθώσεις και κάποτε τις ριζικές αναθεωρήσεις τους, τόσο στη θεωρία, όσο και στα δεδομένα που χρησιμοποιούν σχετικά με το ζήτημα αυτό. Διότι τα συγγράμματα των κοινωνικών επιστημόνων, σε ένα χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τον μισό αιώνα, έχουν υποστεί πολύ σημαντικές αλλαγές ως προς τις θεωρίες και την ιστορία της εξέλιξης της σημασίας του «έθνους» και του «εθνικισμού».
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες κατά κύριο λόγο οι οποίοι, όχι μόνο εξετάζουν το «πότε» και το «πώς» εμφανίστηκαν τα έθνη και ο εθνικισμός, αλλά είναι επίσης και αυτοί που έχουν διατυπώσει τόσο τις σχετικές θεωρίες, όσο και πολλές παραλλαγές αυτών των θεωριών. Τα έργα τους έχουν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στον διάλογο γι’ αυτά τα δύο «σύγχρονα» φαινόμενα, συνεχίζουν να τον εμπλουτίζουν και προσωπικά τα έχω βρει συναρπαστικά, έχοντας ωφεληθεί τα μέγιστα από αυτά.
Εντούτοις, τα έργα αυτά προβαίνουν σε μια εκτεταμένη χρήση ιστορικών δεδομένων, προκειμένου να καταλήξουν σε θεωρητικά συμπεράσματα και παρότι διαθέτουν μια εξειδικευμένη «πραγματολογική» γνώση μιας συγκεκριμένης περιοχής, κοινωνίας, ή εποχής, ταυτόχρονα δείχνουν μια έλλειψη εξειδικευμένης «πραγματολογικής» γνώσης των θεματικών που βρίσκονται εκτός της δικής τους περιοχής. Επιπλέον, προχωρούν στην κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοια έκταση ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων) και στηρίζονται σε ιστορικούς εξειδικευμένους σε περιοχές με τις οποίες οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν είναι εξοικειωμένοι.. Μπορούμε επί πλέον να διαπιστώσουμε την ισχυρή επίδραση των κοινωνικών επιστημόνων πάνω στην ιστορική επιστήμη, παράλληλα με την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, καθώς και την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. Αυτή η πολυχρησιμοποιημένη λέξη χρησιμοποιείται από όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες, αλλά η συγκεκριμένη χρήση της μπορεί να διαφέρει από τον ένα κοινωνικό επιστήμονα στον άλλο. Επιπλέον, πολλοί ιστορικοί ασχολούνται με το «που» και «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, αλλά δίνουν πολύ λίγη προσοχή στον σαφή προσδιορισμό της έννοιας του πολιτισμού.
Η ανάπτυξη της ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας των κοινωνικών επιστημών είναι τεράστια, με αποτέλεσμα να έχει επισκιάσει τις προσπάθειες να διατυπωθεί μια ιστορία της εξέλιξης των εννοιών του «έθνους» και της «εθνικότητας». Για τους σκοπούς αυτής της σύντομης παρουσίασης θα περιγράψουμε τα μεταπολεμικά έργα της περιόδου 1945-2003 (κατά Paul Lawrence) πολύ σύντομα και επιμένοντας μόνο στα σημαντικά σημεία.
Μπορούμε να διακρίνουμε δύο υποπεριόδους: Αυτή που αποκαλείται «απαρχές του κλασικού μοντερνισμού (1945-1969)» και την «άνοδο και πτώση του κλασικού μοντερνισμού (1970-2003)».
Πρόκειται για ένα μόνο μέρος του σκελετού που χρησιμοποιείται από τον Lawrence, αλλά αρκεί για την παρούσα ανάλυση. Επιπλέον, μέσα σε κάθε κίνηση ή θεωρητική στάση υπάρχουν παραλλαγές ως προς τους παράγοντες και/ ή τις λεπτομέρειες, οι περισσότερες των οποίων δεν μας αφορούν εδώ.
Ο πολιτικός επιστήμονας Ernest Gellner αναγνωρίζεται γενικά ως ο «αρχιερέας» του μοντερνισμού (όσον αφορά τη συζήτηση για την προέλευση του έθνους και του εθνικισμού), που επέφερε μια εντυπωσιακή αλλαγή στη θεωρία και τη σύλληψη του υπό συζήτηση θέματος. Ο Gellner τοποθετείται στην αφετηρία αυτού που έχει περιγραφεί ως «κλασικός μοντερνισμός» (στο περιορισμένο πεδίο του). Τα κείμενά του επέπρωτο να γίνουν ο άγριος άνεμος, που φύσηξε στη φωτιά των διαλόγων για το έθνος και τον εθνικισμό. Για δύο σχεδόν δεκαετίες (από τη δημοσίευση των κειμένων του, το 1964) η θεωρία του αποτέλεσε ένα ατράνταχτο δόγμα, μια ορθοδοξία, προτού υποστεί μια κάποια εύστοχη επίθεση.
Η θεωρία του δομήθηκε πάνω σε δύο σημαντικές προγενέστερες συμβολές. Η πρώτη ήταν τα γραπτά του ιστορικού Hans Cohn και του πολιτικού επιστήμονα Karl Deutsch, οι οποίοι είχαν προσφέρει στις έννοιες τόσο του έθνους όσο και του εθνικισμού μια διάσταση έντονης νεωτερικότητας. Δεύτερον, και σημαντικότερο, κατά την προηγούμενη δεκαετία, ορισμένοι κοινωνιολόγοι εργάστηκαν πάνω στις δικές τους κοινωνικές θεωρίες, τις οποίες ο Τalcott Parsons επεξέτεινε και εμβάθυνε ως προς τον τρόπο με τον οποίο παραδοσιακές (φεουδαρχικές / αγροτικές) κοινωνίες μετατράπηκαν σε σύγχρονες. Το αποτέλεσμα ήταν μια σύγχρονη προσέγγιση και θεωρητικοποίηση, η οποία απαιτούσε λειτουργική ανάλυση των αναγκών των κοινωνιών σε περιόδους μεγάλων αλλαγών και προκλήσεων.
Ο Gellner παρέμεινε προσηλωμένος στις κατευθυντήριες αρχές του σε όλη του τη σταδιοδρομία και σε όλα τα γραπτά του (υπάρχουν μόνο μικρές παρεκκλίσεις από την ολοκληρωτική απόρριψη κάθε τι του παραδοσιακού) και η επιμονή του εκφράζεται καλύτερα με τα δικά του λόγια:
"Μοντερνιστές, όπως εγώ, πιστεύουμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε γύρω στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, και δεν υπάρχει τίποτε το προγενέστερο το οποίο να επιφέρει την παραμικρή διαφοροποίηση στα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε"
Τα επιχειρήματά του συνήθως αρχίζουν με την απόφανση ότι ο εθνικισμός και το έθνος είναι αδιαμφισβήτητα και αποκλειστικά σύγχρονα φαινόμενα, καθώς και με την απερίφραστη απόρριψη κάθε επιβίωσης κάποιων ουσιαστικών για το ζήτημα παραδοσιακών στοιχείων. Ακόμη και η απλή σκέψη μιας τέτοιας επιβίωσης απορριπτόταν ως «σκέτη ανοησία». Περαιτέρω, ο ίδιος αναδιατυπώνει αυτή τη θέση, επιστρατεύοντας ένα είδος υλιστικού αιτιολογικού παράγοντα, σε αντίθεση με μια μη-υλιστική αιτιώδη συνάφεια που χρησιμοποιούν άλλοι μελετητές. Θεώρησε τον εθνικισμό ως «υποπροϊόν» της νεωτερικότητας, μιας νεωτερικότητας που είναι αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα.
Ένα ακόμα τέτοιο «υποπροϊόν» είναι και το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα που απαιτεί η εκβιομηχάνιση για να εξυπηρετήσει το νέο έθνος-κράτος. O Gellner διακηρύσσει ότι η συνύπαρξη πολιτισμών, ξένων μεταξύ τους, δηλαδή τα δύο επίπεδα της προ-μοντέρνας κοινωνίας, αρκούσαν για τις μεσαιωνικές παραδοσιακές πολιτικές οντότητες. Αλλά η βιομηχανική επανάσταση προκάλεσε τη διατάραξη και τη διάλυση αυτών των δύο διαφορετικών πολιτισμών, και οι κοινωνίες απαίτησαν μια αντίστοιχη εκπαιδευτική επανάσταση, καθώς η παραδοσιακή κοινωνία άρχισε να μετακινείται προς τις εκβιομηχανισμένες πόλεις.
Προκειμένου να ικανοποιηθούν οι οικονομικές ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας, δημιουργήθηκε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο επέφερε την υιοθέτηση της κρατικής κουλτούρας από την πρώην παραδοσιακή κοινωνία, καθώς αυτή συνέρεε στις πόλεις. Αυτή η νέα προσπάθεια για εξασφάλιση κοινωνικής ομοιογένειας επιβλήθηκε, συνεπώς, με την υιοθέτηση ενός ενιαίου πολιτισμού. (Πρέπει να διευκρινιστεί,, σε αυτό το σημείο, ότι οι συμμετέχοντες στον διάλογο αυτό είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν τον όρο πολιτισμός, με τρόπο που να ορίζει σχεδόν οτιδήποτε μπορούσε να προσδώσει συνοχή σε μία συγκεκριμένη θεωρία ή σε ένα συγκεκριμένο επιχείρημα. Η «σημασία» του, επομένως, προσδιορίζεται από τις κοινωνικές επιστήμες ή από οποιαδήποτε άλλη θεωρία. Μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε απαιτείται από οποιοδήποτε εγχείρημα.)
Ωστόσο, το έργο και η θεωρία του Gellner για το έθνος και τον εθνικισμό αποτέλεσε έναν σημαντικό σταθμό σε ένα διάλογο, ο οποίος συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Τόσο οι επικριτές όσο και η πληθώρα των οπαδών του έχουν επηρεαστεί από τη σκέψη και τη θεωρία του, ενώ ορισμένες σύγχρονες διαστάσεις των απόψεών του έχουν επιβιώσει, σε αντίθεση με άλλες.
Ο Lawrence θεωρεί τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 ως την περίοδο της ανόδου, όσο και της πτώσης του «κλασικού μοντερνισμού». Η εποχή άνοιξε με έναν έντονο, για να μην πω οξύτατο, διάλογο ως προς την προέλευση και την ουσία του έθνους και του εθνικισμού. Οι οπαδοί της θεωρίας του Gellner επιμένουν ιδιαίτερα στη νεωτερικότητά της και την κεφαλαιώδη σημασία της οικονομικής ανάπτυξης στη βιομηχανική επανάσταση και στην άλλη επανάσταση που ακολούθησε, δηλαδή το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα, και στην απομάκρυνση από τους προγενέστερους πολιτισμούς των προ-βιομηχανικών κοινωνιών. Εδώ τα κείμενα και οι θεωρίες του Eric Hobsbaum και του Benedict Anderson παίζουν έναν κομβικό ρόλο. Δεδομένης της συντομίας αυτής της ανακοίνωσης, δεν είναι δυνατό να μιλήσουμε για άλλους συγγραφείς, όπως οι Paul Brass και Michael Hechter. Είναι τα έργα του Hobsbaum και του Anderson, που συνέβαλαν στην απόλυτη επικράτηση της νεωτερίζουσας αντίληψης περί εθνών και στην προσωρινή κυριαρχία της στον διάλογο που διεξάγεται στο εσωτερικό των κοινωνικών επιστημών.
Σχεδόν ταυτόχρονα άρχισαν να εμφανίζονται στον ορίζοντα οι απαρχές της μεθοδολογικής κριτικής, τόσο σε βιβλιοκριτικές των μοντερνιστικών έργων, όσο και με την εμφάνιση σοβαρών ακαδημαϊκών εργασιών που αμφισβητούσαν ουσιώδεις παραμέτρους των νεωτεριστικών θεωριών.
Μεταξύ άλλων, οι Hobsbaum και Anderson συνέδεσαν τις θεωρητικές αναπτύξεις τους με εκείνες των μοντερνιστών (Gellner κ.α.), σχετικά με την εξέλιξη της πολιτικής και της βιομηχανικής κοινωνίας. Διαφοροποιήθηκαν, ωστόσο σε ένα σημείο, εγείροντας το ζήτημα της πληρέστερης κατανόησης ενός τρίτου παράγοντα που συμβάλλει στη δημιουργία του εθνικισμού, τον παράγοντα του πολιτισμού.
Αυτόν τον πολιτισμό ο Anderson τον ορίζει ως ένα «πολιτισμικό τεχνούργημα». Επομένως, «εφευρέθηκε», ή, ακόμη καλύτερα, υπήρξε προϊόν φαντασίας ή κατασκευής από τις ελίτ. Εισήλθε στη νέα σύνθεση ως «ιστορικές συγκυρίες». Ορίζοντάς το στοιχείο του «εθνικού αισθήματος» ή συναισθήματος ως κατασκευή, οι δύο αυτοί συγγραφείς επιχείρησαν με έμφαση να το εισαγάγουν στο σχήμα του Gellner. Πρόθεσή τους ήταν με αυτόν τον τρόπο να προσδώσουν στον εθνικισμό και στο έθνος μια πιο ζεστή, πολιτισμική, διάσταση, η οποία ουσιαστικά έλειπε από τις προηγούμενες θεωρίες των μοντερνιστών.
Αυτός ο τρίτος παράγοντας ήταν αναγκαίος, καθώς συνυπολόγιζε τις σοβαρές θυσίες που απαιτούσε η ανάδυση της νέας μοντέρνας κοινωνίας. Ταυτόχρονα, αυτός ο τρίτος παράγοντας του «συναισθήματος» συνοδεύεται, στα κείμενα των δύο συγγραφέων, από τις λέξεις «προγενέστερος», «βαθύς», «παραδοσιακός», πολιτισμός, υπονομεύοντας έτσι την αυστηρότητα της θεωρίας τους. Διότι αυτό το στοιχείο αποτέλεσε στη συνέχεια το έναυσμα για μια επίθεση εναντίον της συνολικής θεωρίας, που περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που εφευρέθηκαν ή δημιουργήθηκαν από τον μοντερνισμό. Παρ’ ότι ο όρος «φαντασιακός», χρησιμοποιείται για να καταδείξει πόσο άχρηστη είναι η παράδοση, δηλαδή οι προ-νεωτερικές θεωρίες του έθνους και του εθνικισμού, στην πραγματικότητα, και ο Hobsbaum και ο Anderson είχαν μόνο τα δύο από τα τρία «πόδια» τους στο στρατόπεδο των μοντερνιστών. Ενώ το τρίτο μέλος τους πατούσε στην πολύ διαφορετική και ανταγωνιστική θεωρία των εθνοσυμβολιστών. Έτσι, ο πρώτος έχει μιλήσει για την ανάγκη εμβάθυνσης στις προγενέστερες κοινωνίες, ως έναν από τους παράγοντες της διαδικασίας, ενώ και οι δύο παραβίασαν τη μοντερνιστική καθαρότητα του Gellner. Στην πραγματικότητα, η τρίτη συνιστώσα, το εθνικό ή εθνοτικό συναίσθημα ως φαντασιακό δημιούργημα, δύσκολα μπορούσε να θεωρηθεί μια επιστημονική βάση για την ερμηνεία ενός «νόμου» των κοινωνικών επιστημών. Η χρήση των όρων «φαντασιακός» και «προϊόν φαντασίας» δεν αφήνει πολλά περιθώρια ελιγμών σε ένα διάλογο. Δεν είναι αδόκιμο να αναφέρουμε κι’ εδώ το ερώτημα ενός επικριτή: «Πώς ξεχωρίζεις το “γνήσιο” από το “ψευδές” παρελθόν;» Το να επιμείνει κανείς στα μυθικά «δεδομένα» είναι τουλάχιστον ύποπτο. Αυτό εξ άλλου εγείρει το ζήτημα των σχέσεων μύθου και ψεύδους.
Πριν περάσουμε στην επόμενη φάση της συζήτησης, δηλαδή την αποτελεσματική κριτική και ανάλυση της μοντερνιστικής αντίληψης, αξίζει να εξάρουμε, εν συντομία, ορισμένες αρετές του βιβλίου του Anderson. Η αντικειμενικότητά του είναι αδιαμφισβήτητη, η ευγένειά του απέναντι στους επικριτές του χρησιμοποιείται δημιουργικά, γι’ αυτό και πρόσθεσε δύο κεφάλαια στη δεύτερη έκδοση και τους ευχαριστεί για τις κριτικές υποδείξεις τους. Επί πλέον, εισάγει μια παράμετρο που σπανίως συναντάται στον σχετικό διάλογο, τις απόψεις των εθνών και εθνικισμών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Προσωπικά, βρήκα ότι το βιβλίο του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως λόγω του ότι εκφράζει τους κλασικούς μοντερνιστές στις παραμονές της ριζικής ανατροπής που ακολούθησε.
Φθάνουμε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία που επιχείρησε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner. Αν και ο πρώην μαθητής δεχόταν αρχικά τις θεωρίες του δασκάλου του, μετά από μια ενδελεχέστερη επανεξέταση της μοντερνιστικής ερμηνείας, συνειδητοποίησε ότι η έννοια του πολιτισμού δεν αντιμετωπιζόταν ικανοποιητικά στη μοντερνιστική θεωρία. Αν και δεχόταν την ανάλυση των μοντερνιστών ως προς τη νεωτερική υφή του έθνους και του εθνικισμού, βρήκε την ανάλυση του πολιτισμού και του ρόλου του στην εφεύρεση του «πολιτισμού» ρηχή και ανεπαρκή για μία συνολική θεωρητική περιγραφή του έθνους και του εθνικισμού. Η μεταγενέστερη σταδιοδρομία του Smith υπήρξε εξαιρετικά παραγωγική και η διατύπωση της θεωρίας του πειστική, σε μια επιτυχημένη προσπάθεια να προσδώσει ιστορικότητα και στις δύο αυτές έννοιες, καθώς τους προσέδωσε ισχυρές και αδιαμφισβήτητες ρίζες στην παλαιότητα αυτής της διάστασης του έθνους και του εθνικισμού. Κατά την άποψή του, ο τρίτος παράγων στη δημιουργία του έθνους και του εθνικισμού ήταν το ιστορικό προνεωτερικό παρελθόν.
Στο εξής, ο διάλογος για την προέλευση και τη φύση και του έθνους και του εθνικισμού έλαβε χώρα με τρόπο δημόσιο και ηχηρό, και μάλιστα σε έντυπη μορφή μεταξύ δασκάλου και μαθητή. Η άποψη του Smith είναι ότι το «έθνος» προέρχεται από τα «έθνη», δηλαδή από τη συλλογική μορφή της κοινότητας στις προ-νεωτερικές κοινωνίες, στις οποίες οι παραδόσεις ήσαν ακόμα ισχυρές, και διατηρείτο η συνοχή τους ως μιας συνειδητής κοινωνικής οντότητας, η οποία κατά την διαδικασία του εκσυγχρονισμού της προσέδωσε στο έθνος και τον εθνικισμό μεγάλο μέρος του πολιτισμού και ειδικότερα του «συναισθήματος» και των «αισθημάτων» της αρχαιότητας. Οι οπαδοί της νέας ερμηνείας χαρακτηρίσθηκαν ως «εθνοσυμβολιστές». Οι εθνοσυμβολιστές, μεταξύ άλλων, προσέφεραν στη θεωρία του έθνους και του εθνικισμού μια νέα εξαιρετικά παραγωγική αντίληψη, η οποία συνέδεσε τη νεωτερικότητα με μια αναμφισβήτητα βαθιά και πλούσια ποικιλία από συναισθήματα και ιστορικά δεδομένα, ενώ η αποδοχή των απόψεών τους συνέβαλε στο να αναδειχθεί αυτή η έννοια του πολιτισμού, και να αντικατασταθεί η πιο στρουκτουραλιστική και αδιάφορη θεωρία περί πολιτισμού που είχαν αναπτύξει οι κλασικοί μοντερνιστές.
Τα κείμενα του Smith απέδωσαν καρπούς και ο δάσκαλός του βρέθηκε να παλεύει για μια χαμένη μάχη. Βέβαια, ο Gellner δήλωσε ότι ποτέ δεν αποδέχθηκε το έργο του μαθητή του και παρέμεινε σθεναρά προσηλωμένος στις απόψεις του μέχρι τέλους. Αλλά έτσι αγνόησε το γεγονός ότι ο ίδιος είχε δηλώσει πως η θεωρία του για τον πολιτισμό έχει προκύψει από το παρελθόν. Πάντως, παραδέχτηκε ότι η νέα αυθεντία ήταν πλέον ο Smith.
Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο δεκτικός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, παραδέχτηκε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό. Συχνά η αρετή αναδεικνύεται στις στιγμές της ήττας. Μόλις συνειδητοποίησε ότι η θεωρία του Smith είχε αντικαταστήσει τη δική του θεωρία, έγραψε στην εισαγωγή της νέας έκδοσης του δικού του κλασικού έργου, lmagined Communities [στα ελληνικά το έργο έχει μεταφραστεί με τον τίτλο Φαντασιακές κοινότητες], ότι συνειδητοποίησε πως το εν λόγω βιβλίο του είχε σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι και ολοκληρωτικά, ξεπεραστεί. Αξίζει να παρατεθεί αυτούσια η αποτύπωση αυτής της συνειδητοποίησης, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα μια αφορμή για αναστοχασμό από όλους τους θεωρητικούς, οι οποίοι διατυπώνουν άκαμπτες θεωρίες στις κοινωνικές επιστήμες:
Δεν είναι μόνον το πρόσωπο του κόσμου που έχει μεταβληθεί κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Και η μελέτη του εθνικισμού έχει μεταμορφωθεί εκπληκτικά – σε μέθοδο, κλίμακα, εκλέπτυνση, ακόμα και ποσοτικά… Η προσαρμογή των Φαντασιακών Κοινοτήτων στις απαιτήσεις αυτών των τεράστιων αλλαγών που έχουν συμβεί στον κόσμο και στα κείμενα είναι ένα έργο που υπερβαίνει τις σημερινές δυνατότητές μου. Έκρινα καλύτερο, ως εκ τούτου, να το αφήσω σε μεγάλο βαθμό ως έχει, ως ένα μη «αναστηλωμένο» κομμάτι εποχής, με το δικό του χαρακτηριστικό στυλ, σιλουέτα, και διάθεση.
Ωστόσο, παρηγορείται από το γεγονός ότι:
Η ιδιότυπη μέθοδος και οι προβληματισμοί των Φαντασιακών Κοινοτήτων μου φαίνεται ότι εξακολουθούν να βρίσκονται στις παρυφές των νεότερων μελετών για τον εθνικισμό – και υπό την έννοια αυτή, τουλάχιστον, δεν έχουν ολοκληρωτικά ξεπεραστεί.
Τα συναισθήματά του, που διατυπώνονται με τόση σαφήνεια, είναι ένας καθρέφτης των αρετών του ως μελετητή και ως ανθρώπου. Πιστεύει στον διάλογο ως επιστημονική μέθοδο, και υπήρξε αρκετά ευφυής ώστε να συνειδητοποιήσει ότι όλες οι θεωρίες που υπόκεινται σε διάλογο είναι αμφισβητήσιμες. Αναγνωρίζει ότι το έργο του είναι και παραμένει κλασικό, έστω και αν είναι πλέον περιθωριοποιημένο. Ωστόσο, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ακαδημαϊκού διαλόγου.
Τέλος, λίγα –ελάχιστα– σχετικά με τους μεταμοντέρνους. Η συμβολή τους, αν μπορεί κανείς να την ονομάσει έτσι, είναι ότι θέτουν ένα τέλος στο διάλογο, δεδομένου ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι προτείνουν θεωρίες για πράγματα, τα οποία είναι αδύνατο να γνωρίσουμε! Ο Derrida θα έθετε τέλος σε ένα τέτοιο διάλογο με τη θεωρία του για την «αποκλειστικότητα» του κειμένου. Δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτό το απόφθεγμα αποκλείει και τον ίδιο τον εαυτό του. Γνωρίζει, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτή τη διατύπωση, και ο ίδιος αποκλείει τον εαυτό του από όλα τα κείμενα, είτε προ-μοντέρνα είτε σύγχρονα, και αποκλείει και την ίδια τη μη-θεωρία του. Θεωρητικά, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει μια τέτοια θεωρία, αλλά οι κοινωνικοί επιστήμονες θα την απέρριπταν. Οι δε οπαδοί της θεωρίας της αποδόμησης, προτιμούν να επιτίθενται κατά των συγγραφέων και όχι κατά των ίδιων των κειμένων. Ωστόσο, άλλοι μελετητές θεωρούν τον διανοητικό διάλογο θετική προσέγγιση και μπορούν, ατελώς, να συγκρίνουν το διάλογο με την αναζήτηση για την Ιθάκη στο περίφημο ποίημα του Καβάφη.
Σπύρος Βρυώνης
* Το κείμενο αυτό εκφωνήθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» που διοργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010 και αναγνώστηκε σε ελληνική απόδοση από τον πρόεδρο της Ακαδημίας Κ. Σβολόπουλο. Ο Γ. Καραμπελιάς το επιμελήθηκε σε αντιπαραβολή με το αγγλικό πρωτότυπο.