Το πρωί ασκεί τα καθήκοντά του ως προϊστάμενος τμήματος του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Το απόγευμα, με την ανοχή και τη συμπαράσταση της γυναίκας του, ο Θεόδωρος Ζιάκας μελετάει, γράφει τα βιβλία του, διδάσκει σε σεμινάρια, προβληματίζεται, προτείνει. Φαίνεται ένας άνθρωπος αφιερωμένος σε ό,τι τον απασχολεί. Είναι ήρεμος, μειλίχιος, μ’ ένα κρυμμένο χιούμορ και εξαιρετικά πρόθυμος να εξηγήσει οποιαδήποτε απορία στον συνομιλητή.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Civilization. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Civilization. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012
«Ο Νεοέλληνας δεν είναι βιώσιμο είδος»
Το πρωί ασκεί τα καθήκοντά του ως προϊστάμενος τμήματος του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Το απόγευμα, με την ανοχή και τη συμπαράσταση της γυναίκας του, ο Θεόδωρος Ζιάκας μελετάει, γράφει τα βιβλία του, διδάσκει σε σεμινάρια, προβληματίζεται, προτείνει. Φαίνεται ένας άνθρωπος αφιερωμένος σε ό,τι τον απασχολεί. Είναι ήρεμος, μειλίχιος, μ’ ένα κρυμμένο χιούμορ και εξαιρετικά πρόθυμος να εξηγήσει οποιαδήποτε απορία στον συνομιλητή.
Η ΡΩΜΑΪΚΗ ΟΔΟΣ
Μια πολύ ενδιαφέρουσα αναζήτηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας και ρίζας από τον Γάλλο καθηγητή Remi Brague, δημοσιεύει το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ. Ποιό είναι το πρόσωπο της Ευρώπης από τον Μεσαίωνα μέχρι τις μέρες μας; Είναι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός συνεχιστής των Ελλήνων και της εβραϊκής (χριστιανικής) κληρονομιάς ή είναι κάτι άλλο; Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως η δύναμη και ο χαρακτήρας της Ευρώπης πηγάζει από το ρωμαϊκό πολιτιστικό πρότυπο. Η θέση του αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Έλληνα αναγνώστη αν λάβουμε υπ' όψη ότι ο Remi Brague είναι καθολικός και μελετά τα πολιτιστικά φαινόμενα μέσα από το πρίσμα του καθολικισμού. Οφείλουμε το ενδιαφέρον αυτό κείμενο στον Σπύρο Γεωργαντά.
Η μετάφραση ανήκει στη Νατάσα Τσουκαλά και η επιμέλεια (editing) έγινε από τον Σπύρο Μάνδρο. Το βιβλίο παρουσιάζεται σε επτά κεφάλαια . Τα κείμενα είναι από το ΜΕΤΑ-ΘΕΣΕΙΣ.
Ο Remi Brague σπούδασε φιλοσοφία και ακολουθεί ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Το αντικείμενο των ερευνών του, που αρχικά ήταν η κλασική ελληνική σκέψη, είναι τώρα στραμμένο προς τον Μεσαίωνα και κυρίως προς τον εβραϊκό και μουσουλμανικό Μεσαίωνα.
Πολλές από τις ιδέες που αναπτύσσει σ' αυτό το δοκίμιο έχουν διατυπωθεί σε μια πρώτη μορφή στα ακόλουθα κείμενα:
* 'L' avenir romain de l' Europe', Communio, IX - 2 (Μάρτιος - Απρίλιος 1984), 123 - 130. Ιταλική μετάφραση στο Identita culturale dell' Europa. Le vie della pace, aic, Torino, 1984, 147 - 153.
* 'Christanisme et culture. Quelques remarques de circonstance', Communio, XI - 2 (Μάρτιος - Απρίλιος 1986), 46 - 63.
* 'L' Europe et le defi chretien', Communio, XV - 3-4 (Μάιος - Αύγουστος 1990), 6 - 17. Ισπανική μετάφραση στο Catolisismo y cultura, EDICE, Madrid, 1990, 73 - 86.
* 'Les intermediaires invisibles: entre les Grecs et nous, Romains et Arabes', in R. - P. Droit (ed.), Les Grecs, les Romain et nous. L' Antiquite est-elle moderne?, Le Monde editions, Paris, 1991, 18 - 35.
Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011
Αριστοτέλης, Ισλάμ και Ευρώπη
Του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΗ
Η Ακαδημία Αθηνών και ο πρόεδρός της, ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, επιδεικνύουν προσφάτως μια αξιοπρόσεκτη και μάλλον ασυνήθιστη εξωστρέφεια: διοργανώνουν τακτικά σημαντικές ημερίδες με επίκαιρα θέματα.
Παρακολουθήσαμε την τελευταία, με θέμα «Οι πολιτιστικές ρίζες της Ευρώπης», στο εντυπωσιακό μαρμάρινο μέγαρο της Πανεπιστημίου, έργο του Χάνσεν, που θεωρείται ένα από τα ωραιότερα δείγματα του νεοκλασικισμού παγκοσμίως.
Τα ερωτήματα για το πολιτιστικό στάτους της Ευρώπης δεν είναι σημερινά: ποιες είναι οι πνευματικές ρίζες, η ταυτότητα της Ευρώπης; Και ποια είναι η θέση του μεσαιωνικού Ελληνισμού; Τα ερωτήματα δεν είναι σχολαστικά. Αφορούν το σήμερα, καθώς οι μετακινήσεις πληθυσμών θέτουν ζητήματα πολιτιστικών ταυτοτήτων.
Είναι χαρακτηριστικός ο σάλος που ξέσπασε πριν από δύο χρόνια στη Γαλλία από το μπεστ σέλερ του ιστορικού Σιλβέν Γκουγκενέμ «Ο Αριστοτέλης στο Mont Saint Michel» (εκδ. Ολκός 2009). Ο Γκουγκενέμ άσκησε σκληρή κριτική στις πρόσφατες απόψεις ακαδημαϊκών κύκλων στην Ευρώπη -κυρίως από το χώρο της μεταμοντέρνας αναθεωρητικής ιστοριογραφίας- οι οποίοι αμφισβήτησαν την επίδραση της κλασικής Ελλάδας στο δυτικό πολιτισμό, υποστηρίζοντας πως οι Δυτικοί γνώρισαν τον Αριστοτέλη από τις αραβικές μεταφράσεις. Και κατηγόρησαν τον Γκουγκενέμ ότι επιχειρεί να υποτιμήσει την προσφορά των Αράβων στο δυτικό πολιτισμό!
Ο Γάλλος καθηγητής, μέσα σε ένα κλίμα ισλαμοφοβίας, έχασε....
την πανεπιστημιακή του έδρα στη Λιλ και επίσης δεν βρήκε εκδοτικό οίκο για το νέο του βιβλίο, καθώς κυριαρχεί σήμερα ένας γενικευμένος φόβος στη Γαλλία για την αντίδραση του ισλαμικού κόσμου. Ετσι, το ζήτημα των σχέσεων Ελληνισμού και δυτικής Ευρώπης παίρνει εκ νέου πολεμικά χαρακτηριστικά. Η Ακαδημία Αθηνών, διά του συνεργάτη της, του ιστορικού της Φιλοσοφίας Λίνου Μπενάκη, παρουσίασε με εντυπωσιακή συστηματικότητα αυτό το θέμα. Στάθηκε στη θέση του Γκουγκενέμ για το ρόλο του μοναχού J. Venetus (12ος αι.) στις μεταφράσεις του Αριστοτέλη από ελληνικές πηγές. Τόνισε πως οι αραβικές μεταφράσεις του αριστοτελικού έργου στα λατινικά είναι συνήθως επιμεταφράσεις από τα συριακά, ιδεολογικά επιβαρημένες από τον Αβικέννα. Προσκόμισε μάλιστα και αριθμητικά στοιχεία: σήμερα σώζονται στη Δύση 7.820 αριστοτελικά έργα μεταφρασμένα από τα ελληνικά στα λατινικά και μόλις 1.944 από τα αραβικά.Γιατί συζητάμε ακόμη για τον Αριστοτέλη στη Δύση; Διότι το έργο του θεμελίωσε τη μεσαιωνική φιλοσοφία και θεολογία στην Ευρώπη και καθόρισε έτσι τις πολιτισμικές της ρίζες, στη βάση ενός εξελληνισμένου χριστιανισμού και τη σύνδεση του Βυζαντίου με τη Δύση. Οι χριστιανοί στη Δύση ήταν οι κληρονόμοι της αρχαίας παιδείας, ενώ οι Ελληνες πατέρες (Μ. Βασίλειος, Χρυσόστομος, Γρηγόριος, Δαμασκηνός κ.λπ.) ποτέ δεν έχασαν από τα μάτια τους την ελληνική μεταφυσική, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.
Ο Γκουγκενέμ υπενθυμίζει πως οι Αραβες οφείλουν τα πάντα στους Βυζαντινούς και πως ουδέποτε συσχετίστηκε πολιτισμικά ο ελληνικός με τον αραβικό πολιτισμό, ενώ τόνισε και τη διαφορά μεταξύ Ισλάμ και χριστιανισμού: το πρωτείο της πίστης στον Αλλάχ και το πρωτείο του Λόγου. Ο πόλεμος λοιπόν που γίνεται σήμερα είναι ένας παράπλευρος πολιτισμικός πόλεμος με πολιτικές προεκτάσεις, που σχετίζεται με το ζήτημα των ταυτοτήτων: τι θέση έχει το Ισλάμ στην Ευρώπη; Τι θα κάνουμε με τη μαντίλα; Ποιος θα αποφασίζει για τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου εθνικού κράτους, το οποίο βασίζεται στο ρωμαϊκό δίκαιο και τον εξελληνισμένο χριστιανισμό;
Εκτός του Λίνου Μπενάκη μίλησαν ο Ιωάννης Ζηζιούλας, ο πιο σημαντικός εν ζωή Ελληνας θεολόγος, με θέμα «Ευρώπη και θρησκεία», ο καθηγητής Λάμπρος Κουλουμπαρίτσης «για τη συνεισφορά της ελληνικής φιλοσοφίας στην αντιπαράθεση απλότητας - πολυπλοκότητας», ο φιλόσοφος Ε. Μουτσόπουλος για τις φιλοσοφικές ρίζες της Ευρώπης, ο ακαδημαϊκός Ε. Ρούκουνας «για τις νέες πολιτισμικές ρίζες της Ευρώπης», η Τερέζα Πεντζοπούλου - Βαλαλά για την αισθητική θέαση του κόσμου στους Ελληνες και ο Μαριάνος Καράσης για την επίδραση του ελληνικού δικαίου στην Ευρώπη.
Ήταν ασφαλώς μια πολύ σημαντική βραδιά, μέσα στο εντυπωσιακό κτήριο του Χάνσεν, τις μαρμάρινες κουκουβάγιες του οποίου άρπαξαν κάποιοι στα επεισόδια, που έγιναν κατά τις αντιμνημονιακές διαδηλώσεις. Το αν μαζί με τις κεφαλές των πτηνών χάθηκε και η σοφία τους, κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να το πει. Πάντως είναι ευχάριστο που οι ακαδημαϊκοί μας δείχνουν πνευματικά εύρωστοι σε εποχές γενικευμένης φτώχειας.
βλ.: http://the-poverty-of-multiculturalism.blogspot.com/2010/12/blog-post.html#more
Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011
Τέχνης αναγνώσματα: δύο κείμενα μεγάλης σημασίας από το ΡΕΣΑΛΤΟ
Η τέχνη είναι μορφή συνείδησης
Οι ενέργειες, οι κλίσεις, η καλαισθησία και οι πνευματικές συνήθειες του κοινωνικού ανθρώπου διαμορφώνονται από τις κοινωνικές συνθήκες και σχέσεις.
Η επιστημονική εξέταση κάθε καλλιτεχνικού δημιουργήματος δείχνει ότι αυτό υποχρεωτικά έχει ένα σκελετό σαφώς καθορισμένων ηθικών αξιών και φιλοσοφικών, κοινωνικών και πολιτικών θέσεων.
Κάθε καλλιτεχνικό έργο είναι μια «εικόνα» μιας συγκεκριμένης ιστορικής πραγματικότητας, «εικόνα» των αντιφατικών κοινωνικών τάσεων, των ρευμάτων, της φιλοσοφίας και της ηθικής των κοινωνικών τάξεων και ομάδων που δρουν.
Κάθε άτομο που δημιουργεί πνευματικά ανήκει σε μια ορισμένη κοινωνική κατηγορία. «Είναι φορέας ορισμένης πολιτισμικής κληρονομιάς, συνδέεται με ποικίλους δεσμούς, υλικούς και ιδεολογικούς, με ορισμένο κοινωνικό περιβάλλον και ο αντικειμενικός του ρόλος είναι ότι μορφώνει, διαδίδει και επιβάλλει την κοσμοαντίληψη μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης». ( Μπιτσάκης: «Θεωρία και Πράξη»).
Η τέχνη λοιπόν είναι μια μορφή συνείδησης. Ο καλλιτέχνης, όπως και κάθε προσωπικότητα, απέναντι στα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας και της ζωής του ανθρώπου, δεν μπορεί να είναι ουδέτερος παρατηρητής και αμερόληπτος. Τάσσεται κάπου. Παίρνει θέση, έστω και αν δεν το έχει συνειδητό (και η έλλειψη θέσης είναι θέση). Κάθε σκέψη, κάθε συγκίνηση, κάθε συμπάθεια ή αποστροφή, όλος ο κόσμος των ιδεών, των συναισθημάτων και των επιθυμιών, κάθε πράξη, κάθε στόχος, είναι συνυφασμένα με την κοινωνική ζωή, με τις κοινωνικές συγκρούσεις και τα πάθη της εποχής.
Ο καλλιτέχνης (καθώς και εκείνος που απολαμβάνει το έργο) προσέρχεται προς την τέχνη με όλη την πανοπλία τα προσωπικότητάς του, τις ιδέες τους, τα πάθη του, τις προκαταλήψεις του, τις τάσεις και τις επιδιώξεις του. Όλα αυτά τα στοιχεία τα εκφράζει μέσα στο έργο.
Συνεπώς, κάθε έργο τέχνης, ως έργο και ως πράξη μιας συγκεκριμένης προσωπικότητας, κοινωνικά προσδιορισμένης δεν μπορεί να νοηθεί έξω από την ιστορικοκοινωνική κατάσταση που το προσδιόρισε.
Κάθε έργο τέχνης αποτυπώνει μορφές κοινωνικής συνείδησης, αντανακλά «βιώματα» της διαλεκτικής ιστορικής κίνησης, της ζωής και των σχέσεων των ανθρώπων μιας κοινωνικής οργάνωσης. Η τέχνη καταγράφει σε εικόνες την πραγματικότητα του ιστορικού γίγνεσθαι…
Αυτή την ιστορική πραγματικότητα θέλουν να σβήσουν. Και θέλουν να τη σβήσουν γιατί αποτελεί το «ηρωικό έπος» του ανθρώπινου γένους, τη συνέχειά του και τον αγωνιστικό πυροδότη…
Ο μύθος της «καθαρής τέχνης»
Η σημερινή αυτοκρατορική επίθεση κατά της Ιστορίας και όλων των κατακτήσεων του ανθρώπου υπακούει και αυτή στην κοινωνική διαλεκτική. Αποτελεί την κατάληξη της καπιταλιστικής παρακμής, το απόγειο ενός χρεοκοπημένου κοινωνικού συστήματος που σήμερα έχει πάρει την αποτρόπαια και αποκρουστική μορφή της πλανητικής αυτοκρατορίας.
Η ίδια η αστική λογική περί τέχνης θεμελιώθηκε πάνω στο ιδεολόγημα της «καθαρής τέχνης»! Ο μεταμοντερνισμός (η σύγχρονη νεοταξική «θεωρία») αποτελεί την ακραία, ολοκληρωτική μορφή των «θεωριών»: «Η τέχνη για την τέχνη», «καθαρή τέχνη», «ανεξάρτητη τέχνη» κλπ.
Η δεσπόζουσα τάση στα ζητήματα της τέχνης, που τις τελευταίες δεκαετίες, μέσω των ΜΜΕ, πήρε ακραίες, ισοπεδωτικές διαστάσεις, στέκεται πάνω στη μεταφυσική «ατομικότητα» του καλλιτέχνη.
Η καλλιτεχνική κριτική περιόρισε ασφυκτικά την ερευνά της στα καθαρά τυπικά και εξωτερικά γνωρίσματα και «εξαφάνισε» το βασικό και ουσιώδες: Το κοινωνικό κριτήριο. Δηλαδή τον κοινωνικό καθορισμό της τέχνης και την προσφορά του καλλιτέχνη στην οργάνωση της κοινωνικής ζωής και των ανθρωπίνων σχέσεων.
Και δεν είναι μόνο που η κυρίαρχη αστική αντίληψη περί τέχνης «διέσπασε» τη μορφή από το περιεχόμενο, αλλά εξαφάνισε παντελώς το «περιεχόμενο», θεοποίησε τη «μορφή».
Η κατάληξη: Η τέχνη στέκεται υπεράνω της κοινωνίας, είναι «αδέσμευτη», «καθαρή», «χαρισματική», «δεν υποτάσσεται σε τίποτα». Πηγή της είναι το ιδιαίτερο της ατομικότητας του καλλιτέχνη, «η μοναδική ψυχή του», η «βιολογική του μονάδα» και όχι η κοινωνική πραγματικότητα.
Αξιοθρήνητες αυταπάτες και κραυγαλέα συμπτώματα πνευματικής παρακμής. Παρακάμπτουν τούτη την απλή αλήθεια: Ότι η προσωπικότητα και η συνείδηση του ανθρώπου, η «ψυχή» του, δεν αποτελούν μεταφυσικά απόλυτα, αλλά κοινωνικά καθορισμένα πράγματα. Το γεγονός ότι μπορεί ένα άτομο να μην αντιλαμβάνεται τους κοινωνικούς όρους διαμόρφωσής του δεν σημαίνει ότι αυτό διαμορφώνεται έξω από αυτούς. Το ίδιο το παραλήρημα ενός τρελού δεν είναι «καθαρό», αλλά εκφράζει τα παραμορφωμένα και αλλοιωμένα συντρίμμια της πραγματικότητας.
Η ατομικότητα
Φυσικά είναι αλήθεια ότι δίχως ατομικότητα δεν μπορεί να υπάρξει συγγραφέας και καλλιτέχνης. Τι είναι όμως η ατομικότητα;
Τον καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης του ανθρώπου τον αποτελούν οι μόνιμοι κοινωνικοί όροι αγωγής, ύπαρξης, εργασίας, και οργάνωσης και σε μια κοινωνία χωρισμένη σε τάξεις οι όροι αυτοί είναι πρώτα απ’ όλα όροι ταξικής εξάρτησης. Τα στοιχεία αυτά που αποτελούν τον κοινό παράγοντα καθορισμού της συνείδησης εκφράζονται με διαφορετικές αναλογίες ψυχολογικής ένωσης στα άτομα. Η ιδιαιτερότητα αυτή της ψυχολογικής συγχώνευσης είναι η ατομικότητα.
Η ατομικότητα λοιπόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά «μια εσώτερη συγχώνευση στοιχείων που υπάγονται στη φυλή, στο έθνος, στην τάξη, παροδικών ή θεσμοθετημένων και πραγματικά η ατομικότητα εκφράζεται στο μοναδικό χαρακτήρα αυτής της συγχώνευσης, στις αναλογίες αυτής της ψυχολογικής σύνθεσης» (Λ. Τρότσκι: Λογοτεχνία και Επανάσταση).
Ένα από τα σπουδαιότερα λοιπόν καθήκοντα της κριτικής είναι να αναλύσει την ατομικότητα του καλλιτέχνη (δηλαδή την τέχνη του) στα ουσιαστικά της στοιχεία. Αυτό, όμως, προϋποθέτει τη γνώση των κοινών όρων διαμόρφωσης. Γιατί το ατομικό, το ιδιαίτερο γίνεται γνωστό μόνο με τη μεσολάβηση του κοινού, του γενικού. Εξάλλου, αν δεν αναγόταν το ειδικό στο γενικό, δεν θα υπήρχε επαφή ανάμεσα στους ανθρώπους, ούτε σκέψη, ούτε τέχνη. Γιατί εκείνο που ενώνει τον καλλιτέχνη με τους άλλους είναι το κοινό και όχι το ατομικό.
Σήμερα αυτό επιδιώκεται. Να μην υπάρχει καμία ένωση και συνεννόηση ανάμεσα στους ανθρώπους. Να υπάρχουν μόνο «άτομα» που το ένα να κατασπαράσσει το άλλο, αγελέα όντα, γρανάζια της καπιταλιστικής μηχανής.
Το κοινωνικό πνεύμα είναι «επικίνδυνο»!
Ιστορικά ποτέ δεν υπήρξε «καθαρή τέχνη». Στην πρωτόγονη εποχή η τέχνη ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής και της τελεστικής λειτουργίας της ομάδας.
Η αρχαία τέχνη είναι τέχνη με θέση: Ο Αισχύλος, ο Αριστοφάνης, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης έχουν πολύ έκδηλες πολιτικές τάσεις στα έργα τους, όπως αργότερα ο Ντάντε, ο Θερβάντες, ο Σίλερ κλπ.
Οι πυραμίδες, ο Παρθενώνας, η Αγία Σοφία, είναι έργα υποταγμένα στο θρησκευτικό ιδεώδες. Οι πιο μεγάλοι ζωγράφοι, αρχιτέκτονες, μουσικοί δημιούργησαν αριστουργήματα που εξέφραζαν και υπηρετούσαν τους ανθρώπινους σκοπούς και τα ιδανικά της εποχής τους.
Είναι άπειρα τα παραδείγματα. Και κανένας δεν διανοήθηκε μέχρι τώρα (πολύ σωστά) ότι τα έργα αυτά δεν είναι μεγάλα επειδή υπηρετούν θρησκευτικούς ή πολιτικούς σκοπούς.
Σήμερα, όμως, αρχίζουν να μπαίνουν στο στόχαστρο των επιδοτούμενων «διανοητών» όλα τα πνευματικά και καλλιτεχνικά αριστουργήματα. Και μπαίνουν στο στόχαστρο γιατί εκφράζουν το «συλλογικό άνθρωπο», τη δυναμική και τη διαλεκτική της ιστορικής εξέλιξης, το ατίθασο κοινωνικό πνεύμα.
Αυτό το ιστορικό, κοινωνικό κύκλωμα θέλει η Νέα Τάξη να κόψει.
Και οι υπόδουλοι στοχαστές-λακέδες μοχθούν, για μια θέση στον αυτοκρατορικό ήλιο, να τα εμφανίσουν όλα αυτά (τη ζωή, την ιστορία και τα επιτεύγματα της ανθρωπότητας), σαν νοητικές κατασκευές!!!
Και βραβεύουν, σαν «αριστουργήματα» όλα τα υποπροϊόντα και τις πνιγηρές αναθυμιάσεις της παρακμής μέσα στα ασήμαντα τερατουργήματα του πλανητικού σκοταδισμού…
Οι ενέργειες, οι κλίσεις, η καλαισθησία και οι πνευματικές συνήθειες του κοινωνικού ανθρώπου διαμορφώνονται από τις κοινωνικές συνθήκες και σχέσεις.
Η επιστημονική εξέταση κάθε καλλιτεχνικού δημιουργήματος δείχνει ότι αυτό υποχρεωτικά έχει ένα σκελετό σαφώς καθορισμένων ηθικών αξιών και φιλοσοφικών, κοινωνικών και πολιτικών θέσεων.
Κάθε καλλιτεχνικό έργο είναι μια «εικόνα» μιας συγκεκριμένης ιστορικής πραγματικότητας, «εικόνα» των αντιφατικών κοινωνικών τάσεων, των ρευμάτων, της φιλοσοφίας και της ηθικής των κοινωνικών τάξεων και ομάδων που δρουν.
Κάθε άτομο που δημιουργεί πνευματικά ανήκει σε μια ορισμένη κοινωνική κατηγορία. «Είναι φορέας ορισμένης πολιτισμικής κληρονομιάς, συνδέεται με ποικίλους δεσμούς, υλικούς και ιδεολογικούς, με ορισμένο κοινωνικό περιβάλλον και ο αντικειμενικός του ρόλος είναι ότι μορφώνει, διαδίδει και επιβάλλει την κοσμοαντίληψη μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης». ( Μπιτσάκης: «Θεωρία και Πράξη»).
Η τέχνη λοιπόν είναι μια μορφή συνείδησης. Ο καλλιτέχνης, όπως και κάθε προσωπικότητα, απέναντι στα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας και της ζωής του ανθρώπου, δεν μπορεί να είναι ουδέτερος παρατηρητής και αμερόληπτος. Τάσσεται κάπου. Παίρνει θέση, έστω και αν δεν το έχει συνειδητό (και η έλλειψη θέσης είναι θέση). Κάθε σκέψη, κάθε συγκίνηση, κάθε συμπάθεια ή αποστροφή, όλος ο κόσμος των ιδεών, των συναισθημάτων και των επιθυμιών, κάθε πράξη, κάθε στόχος, είναι συνυφασμένα με την κοινωνική ζωή, με τις κοινωνικές συγκρούσεις και τα πάθη της εποχής.
Ο καλλιτέχνης (καθώς και εκείνος που απολαμβάνει το έργο) προσέρχεται προς την τέχνη με όλη την πανοπλία τα προσωπικότητάς του, τις ιδέες τους, τα πάθη του, τις προκαταλήψεις του, τις τάσεις και τις επιδιώξεις του. Όλα αυτά τα στοιχεία τα εκφράζει μέσα στο έργο.
Συνεπώς, κάθε έργο τέχνης, ως έργο και ως πράξη μιας συγκεκριμένης προσωπικότητας, κοινωνικά προσδιορισμένης δεν μπορεί να νοηθεί έξω από την ιστορικοκοινωνική κατάσταση που το προσδιόρισε.
Κάθε έργο τέχνης αποτυπώνει μορφές κοινωνικής συνείδησης, αντανακλά «βιώματα» της διαλεκτικής ιστορικής κίνησης, της ζωής και των σχέσεων των ανθρώπων μιας κοινωνικής οργάνωσης. Η τέχνη καταγράφει σε εικόνες την πραγματικότητα του ιστορικού γίγνεσθαι…
Αυτή την ιστορική πραγματικότητα θέλουν να σβήσουν. Και θέλουν να τη σβήσουν γιατί αποτελεί το «ηρωικό έπος» του ανθρώπινου γένους, τη συνέχειά του και τον αγωνιστικό πυροδότη…
Ο μύθος της «καθαρής τέχνης»
Η σημερινή αυτοκρατορική επίθεση κατά της Ιστορίας και όλων των κατακτήσεων του ανθρώπου υπακούει και αυτή στην κοινωνική διαλεκτική. Αποτελεί την κατάληξη της καπιταλιστικής παρακμής, το απόγειο ενός χρεοκοπημένου κοινωνικού συστήματος που σήμερα έχει πάρει την αποτρόπαια και αποκρουστική μορφή της πλανητικής αυτοκρατορίας.
Η ίδια η αστική λογική περί τέχνης θεμελιώθηκε πάνω στο ιδεολόγημα της «καθαρής τέχνης»! Ο μεταμοντερνισμός (η σύγχρονη νεοταξική «θεωρία») αποτελεί την ακραία, ολοκληρωτική μορφή των «θεωριών»: «Η τέχνη για την τέχνη», «καθαρή τέχνη», «ανεξάρτητη τέχνη» κλπ.
Η δεσπόζουσα τάση στα ζητήματα της τέχνης, που τις τελευταίες δεκαετίες, μέσω των ΜΜΕ, πήρε ακραίες, ισοπεδωτικές διαστάσεις, στέκεται πάνω στη μεταφυσική «ατομικότητα» του καλλιτέχνη.
Η καλλιτεχνική κριτική περιόρισε ασφυκτικά την ερευνά της στα καθαρά τυπικά και εξωτερικά γνωρίσματα και «εξαφάνισε» το βασικό και ουσιώδες: Το κοινωνικό κριτήριο. Δηλαδή τον κοινωνικό καθορισμό της τέχνης και την προσφορά του καλλιτέχνη στην οργάνωση της κοινωνικής ζωής και των ανθρωπίνων σχέσεων.
Και δεν είναι μόνο που η κυρίαρχη αστική αντίληψη περί τέχνης «διέσπασε» τη μορφή από το περιεχόμενο, αλλά εξαφάνισε παντελώς το «περιεχόμενο», θεοποίησε τη «μορφή».
Η κατάληξη: Η τέχνη στέκεται υπεράνω της κοινωνίας, είναι «αδέσμευτη», «καθαρή», «χαρισματική», «δεν υποτάσσεται σε τίποτα». Πηγή της είναι το ιδιαίτερο της ατομικότητας του καλλιτέχνη, «η μοναδική ψυχή του», η «βιολογική του μονάδα» και όχι η κοινωνική πραγματικότητα.
Αξιοθρήνητες αυταπάτες και κραυγαλέα συμπτώματα πνευματικής παρακμής. Παρακάμπτουν τούτη την απλή αλήθεια: Ότι η προσωπικότητα και η συνείδηση του ανθρώπου, η «ψυχή» του, δεν αποτελούν μεταφυσικά απόλυτα, αλλά κοινωνικά καθορισμένα πράγματα. Το γεγονός ότι μπορεί ένα άτομο να μην αντιλαμβάνεται τους κοινωνικούς όρους διαμόρφωσής του δεν σημαίνει ότι αυτό διαμορφώνεται έξω από αυτούς. Το ίδιο το παραλήρημα ενός τρελού δεν είναι «καθαρό», αλλά εκφράζει τα παραμορφωμένα και αλλοιωμένα συντρίμμια της πραγματικότητας.
Η ατομικότητα
Φυσικά είναι αλήθεια ότι δίχως ατομικότητα δεν μπορεί να υπάρξει συγγραφέας και καλλιτέχνης. Τι είναι όμως η ατομικότητα;
Τον καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης του ανθρώπου τον αποτελούν οι μόνιμοι κοινωνικοί όροι αγωγής, ύπαρξης, εργασίας, και οργάνωσης και σε μια κοινωνία χωρισμένη σε τάξεις οι όροι αυτοί είναι πρώτα απ’ όλα όροι ταξικής εξάρτησης. Τα στοιχεία αυτά που αποτελούν τον κοινό παράγοντα καθορισμού της συνείδησης εκφράζονται με διαφορετικές αναλογίες ψυχολογικής ένωσης στα άτομα. Η ιδιαιτερότητα αυτή της ψυχολογικής συγχώνευσης είναι η ατομικότητα.
Η ατομικότητα λοιπόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά «μια εσώτερη συγχώνευση στοιχείων που υπάγονται στη φυλή, στο έθνος, στην τάξη, παροδικών ή θεσμοθετημένων και πραγματικά η ατομικότητα εκφράζεται στο μοναδικό χαρακτήρα αυτής της συγχώνευσης, στις αναλογίες αυτής της ψυχολογικής σύνθεσης» (Λ. Τρότσκι: Λογοτεχνία και Επανάσταση).
Ένα από τα σπουδαιότερα λοιπόν καθήκοντα της κριτικής είναι να αναλύσει την ατομικότητα του καλλιτέχνη (δηλαδή την τέχνη του) στα ουσιαστικά της στοιχεία. Αυτό, όμως, προϋποθέτει τη γνώση των κοινών όρων διαμόρφωσης. Γιατί το ατομικό, το ιδιαίτερο γίνεται γνωστό μόνο με τη μεσολάβηση του κοινού, του γενικού. Εξάλλου, αν δεν αναγόταν το ειδικό στο γενικό, δεν θα υπήρχε επαφή ανάμεσα στους ανθρώπους, ούτε σκέψη, ούτε τέχνη. Γιατί εκείνο που ενώνει τον καλλιτέχνη με τους άλλους είναι το κοινό και όχι το ατομικό.
Σήμερα αυτό επιδιώκεται. Να μην υπάρχει καμία ένωση και συνεννόηση ανάμεσα στους ανθρώπους. Να υπάρχουν μόνο «άτομα» που το ένα να κατασπαράσσει το άλλο, αγελέα όντα, γρανάζια της καπιταλιστικής μηχανής.
Το κοινωνικό πνεύμα είναι «επικίνδυνο»!
Ιστορικά ποτέ δεν υπήρξε «καθαρή τέχνη». Στην πρωτόγονη εποχή η τέχνη ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής και της τελεστικής λειτουργίας της ομάδας.
Η αρχαία τέχνη είναι τέχνη με θέση: Ο Αισχύλος, ο Αριστοφάνης, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης έχουν πολύ έκδηλες πολιτικές τάσεις στα έργα τους, όπως αργότερα ο Ντάντε, ο Θερβάντες, ο Σίλερ κλπ.
Οι πυραμίδες, ο Παρθενώνας, η Αγία Σοφία, είναι έργα υποταγμένα στο θρησκευτικό ιδεώδες. Οι πιο μεγάλοι ζωγράφοι, αρχιτέκτονες, μουσικοί δημιούργησαν αριστουργήματα που εξέφραζαν και υπηρετούσαν τους ανθρώπινους σκοπούς και τα ιδανικά της εποχής τους.
Είναι άπειρα τα παραδείγματα. Και κανένας δεν διανοήθηκε μέχρι τώρα (πολύ σωστά) ότι τα έργα αυτά δεν είναι μεγάλα επειδή υπηρετούν θρησκευτικούς ή πολιτικούς σκοπούς.
Σήμερα, όμως, αρχίζουν να μπαίνουν στο στόχαστρο των επιδοτούμενων «διανοητών» όλα τα πνευματικά και καλλιτεχνικά αριστουργήματα. Και μπαίνουν στο στόχαστρο γιατί εκφράζουν το «συλλογικό άνθρωπο», τη δυναμική και τη διαλεκτική της ιστορικής εξέλιξης, το ατίθασο κοινωνικό πνεύμα.
Αυτό το ιστορικό, κοινωνικό κύκλωμα θέλει η Νέα Τάξη να κόψει.
Και οι υπόδουλοι στοχαστές-λακέδες μοχθούν, για μια θέση στον αυτοκρατορικό ήλιο, να τα εμφανίσουν όλα αυτά (τη ζωή, την ιστορία και τα επιτεύγματα της ανθρωπότητας), σαν νοητικές κατασκευές!!!
Και βραβεύουν, σαν «αριστουργήματα» όλα τα υποπροϊόντα και τις πνιγηρές αναθυμιάσεις της παρακμής μέσα στα ασήμαντα τερατουργήματα του πλανητικού σκοταδισμού…
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ:
http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=5404
βλ.: http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=5404
Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011
Ελληνική γραφή η Γραμμική Α
Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΟΥΔΗΠολιτιστικό γεγονός διεθνούς εμβέλειας είναι η ανάγνωση της Γραμμικής Γραφής Α από τον Ηρακλειώτη ερευνητή Μηνά Τσικριτζή. Μελέτη η οποία κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης με τίτλο: «Γραμμική Α. Συμβολή στην κατανόηση μιας αιγαιακής γραφής».
Το βιβλίο που προλογίζεται από την επίκουρο καθηγήτρια Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Κατερίνα Κόπακα, αναμένεται να προκαλέσει έντονους και γόνιμους προβληματισμούς στη διεθνή επιστημονική κοινότητα αλλά και στους μη ειδικούς, αφού σύμφωνα με την τεκμηριωμένη άποψη του μελετητή, η Γραμμική Γραφή Α είναι ελληνική γραφή, η οποία -όπως είναι φυσικό- μετατοπίζει ιστορικά τη χρήση της ελληνικής γραφής στην περίοδο (1750 π.Χ. - 1450 π.Χ.).
Σύμφωνα με την άποψη του κ. Τσικριτσή, η Γραμμική Γραφή Α αποτελεί μία από τις «αρχαιότερες συλλαβικές γραφές της ανθρωπότητας και -μαζί με τα κρητικά ιερογλυφικά- την πιο παλιά γραφή του ευρωπαϊκού πολιτισμού». Παράλληλα, η Γραμμική Β είναι προϊόν εξέλιξης της Γραμμικής Α.
Ο συγγραφέας, που είναι καθηγητής Πληροφορικής, στη διάρκεια των μεταπτυχιακών του σπουδών στη Θεολογία, ανέπτυξε έναν αλγόριθμο «ελέγχου της ταυτότητας και της γνησιότητας των ψευδεπίγραφων χριστιανικών κειμένων, εφαρμόζοντας στατιστικές μεθόδους πάνω στα φωνήματα, τις συλλαβικές αξίες και τη συχνότητα των ριζών των λέξεων που συνθέτουν ένα κείμενο. «Κατά τη διάρκεια δοκιμών που έγιναν για το παραπάνω πρόγραμμα», όπως μας λέει, «επιχείρησα να εφαρμόσω τη μέθοδο και στα αρχεία των λέξεων της Γραμμικής Α και Β, αρχεία που δημιούργησα με βάση τα διαθέσιμα συλλαβογράμματα των δύο γραφών». Το αποτέλεσμα του εν λόγω πειραματισμού ήταν πως οι φωνητικές αξίες 20 συλλαβογραμμάτων της Γραμμικής Α που μέχρι τότε έπαιρναν «στη βιβλιογραφία τις φωνητικές αξίες των αντίστοιχών τους της Γραμμικής Β με μόνο κριτήριο τη μορφολογική ομοιότητα των συμβόλων, θα μπορούσαν να αλλάξουν, αν χρησιμοποιούνταν ως επιπλέον κριτήριο και η συχνότητα εμφάνισής τους στην αρχή και στο τέλος των λέξεων».
Κάνοντας μια σύγκριση μεταξύ των αποκρυπτογραφημένωνν λέξεων της Γραμμικής Β και της μεταγραφής της Γραμμικής Α εξάγονται συμπεράσματα εντυπωσιακών αντιστοιχιών.
«Πραγματικά, από τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα της Γραμμικής Β διαπιστώνεται ότι το 65% των λέξεων είναι κύρια ονόματα. Αν αυτό το ποσοστό αφαιρεθεί από το σύνολο των γνωστών λέξεων της Γραμμικής Β μένουν περίπου 1.000 λέξεις -δεν είναι κύρια ονόματα. Και απ' αυτές μόνο το 1/3 (350) λέξεις είναι διαφορετικών τύπων κλιτές λέξεις. Από τα υπόλοιπα 2/3 (650 λέξεις), μόνο οι μισές ερμηνεύονται με αντίστοιχους ομηρικούς ή κλασικούς τύπους, με σχετική βεβαιότητα και με βάση το λογιστικό περιεχόμενο των πινακίδων και τη χρήση τους».
Περίπου αντίστοιχα ποσοστά με ελάχιστες αποκλίσεις συναντώνται αναλογικά και στην εφαρμοζόμενη μεταγραφή της Γραμμικής Α. Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας αναφέρει τα εξής στοιχεία:
«Από ένα σύνολο, δηλαδή, περίπου 600 λέξεων, 420 είναι κύρια ονόματα και τοπωνύμια (ποσοστό=2/3).
Από τις υπόλοιπες 180 λέξεις (ποσοστό=1/3), οι μισές αναγνωρίζονται με σχετική βεβαιότητα και με βάση ομηρικούς και κλασικούς τύπους, στους οποίους παραπέμπει από τη μια το περιεχόμενο των κειμένων και από την άλλη η λειτουργία -χρήση των ενεπίγραφων ευρημάτων. Οι υπόλοιπες 90 λέξεις που δεν αναγνωρίζονται, πιθανόν, να σχετίζονται με απολεσθείσες λέξεις ή με ξένα γλωσσικά δάνεια, κυρίως σε περιοχές όπως η ανατολική Κρήτη».
Ο κ. Τσικριτσής θεωρεί ότι, σύμφωνα με την ανάγνωση της συλλαβικής μινωικής γραφής που ο ίδιος πραγματοποίησε, στην εν λόγω γλώσσα υπάρχουν «χαρακτηριστικά μιας προ-αιολικής διαλέκτου, καθώς και ασυναίρετους τύπους μιας -θα μπορούσαμε να πούμε- προϊωνικής διαλέκτου, οι οποίοι οφείλονται, πιθανότατα, στις διαρκείς αλληλεπιδράσεις των φυλών που μιλούσαν ένα ελληνοπελασγικό γλωσσικό ιδίωμα. Το γλωσσικό δεδομένο των κοινών λέξεων και των τοπωνυμίων, με θέμα που λήγει σε -νθ ή σσ ή ττ (Κόρινθος, Παρνασσός, Απύρανθος κ.ά.), σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, όπου κατοικούσαν ελληνικά φύλα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι παραπάνω φυλές χρησιμοποιούσαν την ίδια γλώσσα, χωρισμένη σε διάφορες διαλέκτους, που ωστόσο δεν εμπόδιζαν τη μια περιοχή να κατανοεί εύκολα τη διάλεκτο της άλλης».
Αυτή τη θεώρηση ο συγγραφέας την εδράζει πάνω σε δύο κυρίως συμπεράσματα: στο γεγονός ότι η πικτογραφία (δι' εικόνων γραφή - κρητικά ιερογλυφικά), που προϋπήρξε της Γραμμικής Α, ήταν σε σημαντικό βαθμό λεξισυλλαβική γραφή· καθώς και στο χαρακτηρισμό της Γραμμικής Α ως συλλαβολεξιγραφικής γραφής, επειδή στη γραφή αυτή διατηρείται ένα μικρό ποσοστό λεξιγραφημάτων, τα οποία, σε συνδυασμό με διαφορετικά κάθε φορά συλλαβικά σημεία, αποδίδουν διαφορετικές σημασίες λέξεων (π.χ. nau-si, nau-si-ni κ.ά.).
Ο εντοπισμός στα αρχεία της Γραμμικής Α κάποιων λέξεων και ανθρωπωνύμιων μη ελληνικών οφείλεται, κατά πάσα πιθανότητα, σε εποίκους και γυναίκες δούλων που είχαν έρθει να εργαστούν στην Κρήτη. Οι γυναίκες ανελάμβαναν την ανατροφή των παιδιών.
Από τα 178 συλλαβογράμματα της Γραμμικής Α, όπως τονίζεται στη μελέτη, 50 είναι όμοια με αυτά της Γραμμικής Β, από αυτά όμως μόνο πέντε μπορούν με βεβαιότητα να ταυτιστούν με αντίστοιχα σύμβολα της Γραμμικής Β και του κυπριακού συλλαβικού συστήματος. Ο κ. Τσικριτσής, όμως, φαίνεται ότι επιβεβαιώνει τη ρήση του Τσάουντιγκ, που μαζί με τον Βέντρις αποκωδικοποίησαν πριν από περίπου πενήντα χρόνια περίπου τη Γραμμική Β. «Είναι εντελώς σίγουρο ότι η Γραμμική Β ήταν δάνειο από την προγενέστερη Γραμμική Α. Πού και πότε συνέβη ο δανεισμός είναι άγνωστο, αλλά έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι μπορεί να έγινε πολύ νωρίτερα από τη χρονολογία των πινακίδων της Γραμμικής Β που σώθηκαν», τονίζει σε σχετική μελέτη του με τίτλο, «Γραμμική Β και συγγενικές γραφές», ο Τσάουντιγκ.
Στο ενδιαφέρον κεφάλαιο για τη γλωσσική δομή της Γραμμικής Α, ο συγγραφέας αναφέρει πως «το μικρό διαθέσιμο δείγμα, 571 λέξεις, δεν προσφέρεται για να αποδοθούν με βεβαιότητα όλοι οι κανόνες της Γραμμικής Α», επιπρόσθετα, η προέλευση των επιγραφών από διαφορετικές χρονικές περιόδους και περιοχές δυσκολεύει τη δημιουργία αυστηρών κανόνων.
Τα συμπεράσματα που εξάγονται ωστόσο είναι τα εξής:
*Οι γραφείς σε ελάχιστες περιπτώσεις χωρίζουν διάφορα μέρη με οριζόντιες γραμμές, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στις σελιδόσχημες πινακίδες της Γραμμικής Β. Στα κείμενα της Γραμμικής Α, οι γραφείς χωρίζουν σε «παραγράφους», αφήνοντας ένα χώρο κενό, για να συνεχίσουν αμέσως παρακάτω σε μια νέα καταγραφή, διαφορετική ως προς το νόημα από το προηγούμενο κείμενο.
* Τα σημεία στίξης που χρησιμοποιούνται στη Γραμμική Β, για να διαχωρίζουν τις λέξεις, πολλές φορές δεν υπάρχουν στη Γραμμική Α.
* Σε ορισμένες περιπτώσεις οι γραφείς, αφού εξαντλήσουν το χώρο στη μια πλευρά της πινακίδας, συνεχίζουν στην πίσω πλευρά.
* Σε πολλές περιπτώσεις, όταν μια συλλαβή τονίζεται, επηρεάζεται ο τρόπος γραφής της συλλαβής, γεγονός που διαφοροποιεί τη Γραμμική Α από τη Γραμμική Β.
* Μερικά πιθανά ονόματα που εντοπίζονται στη Γραμμική Α είναι: Δαλιδά, Τελχίς, Φάνινα, Βατίδα, Λαόδικι, όσον αφορά τα θηλυκά, και Δάρης, Μιλότραλης, Γυπαίνος, Δώσων κ.λπ., όσον αφορά τα αρσενικά.
* Καθοριστικά στοιχεία για τον έλεγχο της προτεινόμενης μεταγραφής αποτελούν οι λέξεις: Ku-ro= χουλόν (όλον, για το σύνολο), ki-ro= ιρόν (για το ιερόν) και go-to ku-ro= ποσόν χουλόν (για το συνολικό άθροισμα).
* Σημαντικότατο είναι επίσης το γεγονός της ύπαρξης σιτηρεσίων που δίνεται και κρασί, στοιχείο που δεν συναντάται στη Γραμμική Β.
* Στην πινακίδα ΗΤ30 επιβεβαιώνονται τέσσερα γεύματα για 650 περίπου άτομα.
* Τα αγροτικά προϊόντα που διαβάζονται είναι στάρι, κριθάρι, όσπρια, οίνος, σύκα, λάδι, ελιές, μέλι, κοπάδια ζώων κ.λπ.
* Το μετρικό αριθμητικό σύστημα στη Γραμμική Α είναι σχετικά απλό και όμοιο με αυτό της Γραμμικής Β.
* Η κάθετη γραμμή συμβολίζει τη μονάδα, η οριζόντια γραμμή τη δεκάδα, ο κύκλος ή η κουκκίδα την εκατοντάδα, ο κύκλος με το σταυρό στη μέση τη χιλιάδα.
Αναδημοσίευση, βλ.: http://www.hellasontheweb.org/2010-04-05-22-32-27/2010-04-06-11-49-23/106-2009-08-20-10-42-17
Το θέμα και η συζήτηση περί ινδοευρωπαίων ξαναγίνεται επίκαιρο! γιατί άραγε;
ΗΛΙΑΣ Λ. ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΣ
Σκέψεις μέ αφορμή ένα δοκίμιο του Fausio Codino
Αφορμή γιά τή σύνταξη του παρόντος άρθρου στάθηκε το βιβλίο του Fausio Codino Εισαγωγή στον 'Ομηρο, πού μεταφράσθηκε στά ελληνικά άπό τον Γ.Δ. Βανδώρο. Στον Fausio Codino, που σπούδασε κλασσική φιλολογία στη Scuola Normale Superiore τής Πίζας και στην Ζυρίχη, όπως αναφέρεται στο σύντομο βιογραφικό του σημείωμα, "ή ίδια ή ύλη, πού είναι αμφιλεγόμενη, επέβαλλε νά γράψει κάτι που είναι ανάμεσα σ' ένα δοκίμιο ερμηνείας και σ' ένα εγχειρίδιο. Για τη διαμόρφωση των πολλών, διαφορετικών μεταξύ τους, θεωριών για την προέλευση των ποιημάτων, που κρατούν ακόμη χωρισμένους τους κριτικούς, σκέφθηκε ότι είναι αρκετές, λίγες βασικές πληροφορίες στο εισαγωγικό μέρος".
καλή και πίειρα, περίρρυτος. Έν δ' άνθρωποι
πολλοί, απειρέσσιοι και εννενήκοντα πόληες.
Άλλοι δ' άλλων γλώσσα μεμιγμένοι έν μεν Αχαιοί,
εν δε Ετεοκρήτες μεγαλήτορες, εν δε Κύδωνες
Δωριέες τε τριχάικες δίοι τε Πελασγοί.
Μια άλλη, ορθή, παρατήρηση του συγγραφέως είναι η ακόλουθη: "Η πρώτη διάταξη πάνω σε χρονολογική βάση του επικο-μυθολογικού υλικού βρίσκεται στον Ησίοδο, τον πιο αρχαίο Έλληνα ποιητή, που μας είναι γνωστός και σαν πρόσωπο. Έζησε όχι πολύν καιρό ύστερα απ' την περίοδο τής τελικής συντάξεως τής Ιλιάδας και της Οδύσσειας στη μητροπολιτική Ελλάδα". Πράγματι, βάση του επικο-μυθολογικού υλικού είναι βέβαια η θεογονία που διέσωσε ο Ησίοδος. Στην σχετική ανακοίνωση μου στο Δαυλό, όχι μόνο συμφώνησα ότι η "θεογονία" είναι έργο που δεν ανήκει στον Ησίοδο, άλλα απέδειξα μέ στοιχεία προερχόμενα από την ίδια την θεογονία ότι έχει γραφεί προ της μεγάλης καταστροφής της Ατλαντίδος, που είναι γνωστή ως "Μεγάλος Κατακλυσμός". Η θεογονία περιέχει όχι μόνο ιστορικά στοιχεία του πανάρχαιου μεγάλου πολιτισμού τών ανθρώπων του ελληνικού χώρου αλλά και τους θησαυρούς της αρχαίας γνώσης περί των νόμων του φυσικού κόσμου και τις απόψεις τους περί τής καταγωγής των όντων. Η αλληγορική γλώσσα [έπη μαντικά] που μεταχειρίζονταν oι ιερείς των Μουσείων, μέ την επελθούσα καταστροφή, που είχε σαν αποτέλεσμα το μεγάλο ιστορικό κενό, έπαψε νά ερμηνεύεται, λησμονήθηκε και έγινε πλέον ακατάληπτη.
Ο συγγραφεύς επιδιώκοντας και αυτός νά ευθυγραμμισθεί μέ όσους "επί πονήσει των επών καθειστήκεσαν", όπως ο Παυσανίας θα έλεγε, γράφει, συνεχίζοντας κι αυτός την αυθαιρεσία: "Σ' αυτούς τους σκοτεινούς αιώνες η Ελλάδα πέρασε από περίπλοκές μεταλλαγές: έγιναν διάφοροι συνδυασμοί ανάμεσα στις παλιές και στις νέες φυλές, μαζικές μετακινήσεις αλλά και μετακινήσεις μικρών ομάδων, προέκυψαν διαφορές στό πολιτιστικό επίπεδο" κλπ,κλπ", γιά νά αποφθεγματίσει: "Μπορούμε να πούμε ότι στην Ελλάδα ξανάρχισαν όλα από την αρχή ή ακόμη ότι η αληθινή και κυρίως ελληνική ιστορία αρχίζει γύρω στά 1000 π.Χ.".
Ο Ηρόδοτος είναι ακόμη ο υπεύθυνος της δημιουργηθείσης εντυπώσεως ότι τα στοιχεία του αλφαβήτου που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα είναι προελεύσεως φοινικικής. Γράφει στήν ιστορία του [Τερψιχόρη, 58-59]:
"Οι δε Φοίνικες που μαζί με τον Κάδμο ήλθαν, εκ των οποίων κατάγονταν οι Γεφυραίοι, έκτος από πολλά που μετέφεραν μαζί τους κατά την εγκατάσταση τους σ' αυτή τή χώρα, εισήγαγαν την επί πληρωμή (διδασκάλια) διδασκαλία στούς Έλληνες και εισήγαγαν ακόμη και τα στοιχεία του αλφαβήτου, τα οποία κατά τήν γνώμη μου δεν υπήρχαν πρωτύτερα στούς Έλληνες. Κατ'αρχήν αυτά τα στοιχεία του αλφαβήτου τα χρησιμοποιούσαν όλοι oι Φοίνικες, με την πάροδο δε του χρόνου ταυτόχρονα με την ομιλία μετέβαλλαν και την μορφή και το οχήμα των γραμμάτων.
Τελειώνοντας την κριτική των βασικών στηριγμάτων της μελέτης του Fausto Codino (τa κεφάλαια περί ομηρικής μοναρχίας κλπ δεν έχω σκοπό να τα σχολιάσω) θεωρώ αναγκαίο να απαριθμήσω τα συμπεράσματα στα όποια μια καλόπιστη έρευνα (αν είχε γίνει) θα μας οδηγούσε:
από το περιοδικό Δαυλός
Ψηφιοποίηση Hellas on the Web.Org
Αναδημοσίευση, βλ.: http://www.hellasontheweb.org/2010-04-05-22-32-27/2010-04-06-11-49-23/1064-2011-01-20-23-17-40
Σκέψεις μέ αφορμή ένα δοκίμιο του Fausio Codino
Αφορμή γιά τή σύνταξη του παρόντος άρθρου στάθηκε το βιβλίο του Fausio Codino Εισαγωγή στον 'Ομηρο, πού μεταφράσθηκε στά ελληνικά άπό τον Γ.Δ. Βανδώρο. Στον Fausio Codino, που σπούδασε κλασσική φιλολογία στη Scuola Normale Superiore τής Πίζας και στην Ζυρίχη, όπως αναφέρεται στο σύντομο βιογραφικό του σημείωμα, "ή ίδια ή ύλη, πού είναι αμφιλεγόμενη, επέβαλλε νά γράψει κάτι που είναι ανάμεσα σ' ένα δοκίμιο ερμηνείας και σ' ένα εγχειρίδιο. Για τη διαμόρφωση των πολλών, διαφορετικών μεταξύ τους, θεωριών για την προέλευση των ποιημάτων, που κρατούν ακόμη χωρισμένους τους κριτικούς, σκέφθηκε ότι είναι αρκετές, λίγες βασικές πληροφορίες στο εισαγωγικό μέρος".Αυτές λοιπόν οι «λίγες βασικές πληροφορίες» —πού παρ' όλον ότι αντιτίθενται μεταξύ τους, οι «αντιθέσεις» τους δεν ξεπερνούν ποτέ τα όρια Τών κατεστημένων αντιλήψεων— θά μας απασχολήσουν έδω.
Ο συγγραφεύς ξεκινώντας τήν ανάλυση μας λέει ότι σήμερα "η συσσώρευση αρχαιολογικών, γλωσσικών και λοιπών δεδομένων μας αποκαλύπτει έναν Όμηρο όχι πια απομονωμένο και χαμένο μέσα στα σκοτάδια, αλλά τοποθετημένο σ' ένα σημείο —που ολοένα ορίζεται καλύτερα— της πορείας που έφερε τήν Ελλάδα άπ' τήν μυκηναϊκή εποχή στην λεγόμενη αρχαϊκή περίοδο". Παρά ταύτα ο συγγραφεύς αντι να ενδιαφερθεί σαν μελετητής του Ομήρου να αποσπάσει σπουδαίες κι έγκυρες πληροφορίες από τον ίδιο τον Όμηρο για την χρονολόγηση του πολιτισμού της λεγομένης «αρχαϊκής περιόδου», αντιπαρέρχεται τις υποδείξεις του Giambauista Vico (l730), πού ο φιλόσοφος αυτός της Ιστορίας, προκειμένου για τον Όμηρο, έκανε, γράφοντας: για να ξαναβρεί κανείς την αλήθεια γιά την εποχή του Ομήρου και για την πατρίδα του μόνο στον ίδιο τον Όμηρο μπορεί να την άναζητήσει (Delia discoverta del vero Omero).
Αντίθετα παρ' όλο ότι και ο ίδιος ο Codino πιστεύει ότι μέ τόν G. Vico "η ομηρική κριτική βγήκε απ' τις προκαταλήψεις του κλασσικισμού" (σελ. 41), συνεχίζει να ερευνά την εποχή τού Ομήρου στηριζόμενος αποκλειστικά στό "συσωρευμένο υλικό" τών κατεστημένων θεωριών προσπαθώντας νά βρεί το δικό του δρόμο. Αυτή τη στάση του, που δύσκολα κανείς μπορεί ακριβώς νά τήν εντοπίσει, δηλαδή να καθορίσει τι πράγματι πιστεύει ή τι δεν πιστεύει απ' όλους τους περί τόν Όμηρο αντικρουόμενους ισχυρισμούς, μου επιτρέπει να σχηματίσω μια δική μου γνώμη για τις επιλογές πού έκανε για να στηρίξει την δική του εργασία.
Δέχεται λοιπόν ό F. Codino ότι: "Στην Ελλάδα, στην αρχή της δεύτερης χιλιετίας, έγινε είσβολή λαών που μιλούσαν ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και είχαν έρθει άπ' την ανατολική Ευρώπη. Η οικονομία τους ήταν αποκλειστικά ή κυρίως ποιμενική. Οι εισβολείς κυριάρχησαν πάνω σ' έναν παλιότερο πολιτισμό [...] που ήταν ήδη έν μέρει αστικοποιημένος. Μπορούμε να ονομάσουμε «Πρωτοέλληνες» αυτούς τους εισβολείς που εισήγαγαν τη γλώσσα πού επρόκειτο να κυριαρχήσει στη χερσόνησο.
Πρέπει όμως να μην δώσουμε πολύ μεγάλη σημασία στο όνομα και να μην παρανοήσουμε τη σημασία του όρου "Ινδοευρωπαίοι" που έχουν συντελέσει στην καλλιέργεια του ύποπτου μύθου για τον ασύγκριτο "Έλληνα άνθρωπο" και στην νόθευση πολλών ερμηνειών της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Το να αποδώσει κανείς τις μετέπειτα επιτυχίες των Αρχαίων Ελλήνων σε αίτια φυλετικά — χρειάζεται ακόμη και σήμερα να το επαναλαμβάνουμε;— είναι τουλάχιστον "σάν να θέλει να μπερδεύει τη φυλή με την κουλτούρα, όταν δεν πρόκειται για προκατάληψη, όπως είναι η λατρεία του Βόρειου άνθρωπου. Τα ελληνικά είναι γλώσσα ινδοευρωπαϊκή, όμως φυλή ινδοευρωπαϊκή δέν ύπήρξε ποτέ (Robert M. Cook)" (σελ. 17).
Παρ' όλην όμως την τοποθέτηση του αυτή ο Codino γράφει (σελ. 20): "Έδώ και πολύν καιρό έχει ωστόσο παρατηρηθεί ότι ο Όμηρος φαίνεται ν' αγνοεί τελείως μια δωρική εισβολή που θα κατέστρεψε τα βασίλεια της Πελοποννήσου." Εψαξα να δω μήπως αυτή η παρατήρηση τον προβλημάτισε κι αποφάσισε να ερευνήσει εξονυχιστικότερα τον Όμηρο, τουλάχιστον στο θέμα της γλώσσας. Δυστυχώς ούτε έδώ ο Όμηρος δεν έγινε «βακτηρία» για να στηριχθούν τα δήθεν ισχυρά επιχειρήματα των γλωσσολογούντων που "τοποθέτησαν την ελληνική γλώσσα στην οικογένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών" (σελ. 38). Και όμως ο Όμηρος στην Οδύσσεια μας λύνει αυτό τό μυστήριο τής ελληνικής γλώσσας. Γράφει (τ, 172-177):
Κρήτη τις γαι' εστι, μέσω οίνοπι πόντωκαλή και πίειρα, περίρρυτος. Έν δ' άνθρωποι
πολλοί, απειρέσσιοι και εννενήκοντα πόληες.
Άλλοι δ' άλλων γλώσσα μεμιγμένοι έν μεν Αχαιοί,
εν δε Ετεοκρήτες μεγαλήτορες, εν δε Κύδωνες
Δωριέες τε τριχάικες δίοι τε Πελασγοί.
[Η Κρήτη είναι μια χώρα, στο μέσο του φουρτουνιασμένου σάν μεθυσμένου Πόντου, όμορφη, εύφορη και μέ τρεχούμενα νερά. Οι άνθρωποι που την κατοικούν είναι χιλιάδες πολλές και έχει έννενήντα πάλεις. Η γλώσσα της είναι κράμα γλωσσών τών κατοίκων της, πού είναι oι Αχαιοί, oι μεγαλόψυχοι και γενναίοι Έτεόκρητες, oι Κύδωνες, οι τρεις φυλές τών Δωριέων (Υλαίοι, Δυμάνες, Πάμφυλοι) και οι Πελασγοί, που η παρουσία τους ξεκινάει άπ' την εποχή του Δία].
Ο Όμηρος στους στίχους αυτούς θεωρεί, ότι τα γλωσσικά ιδιώματα των ανθρώπων του ελληνικού χώρου «τείνουν» δια των μίξεων, που οφείλονται σε διάφορες αίτιες, στην δημιουργία μιας περίπου κοινής γλώσσας. Έτσι λοιπόν αντί να στρεφόμαστε προς τά πίσω αναζητώντας από τις διαλέκτους την "κοινήν έλληνικήν" και από αυτήν την "ινδοευρωπαϊκή", είτε κατ' ευθείαν είτε με ενδιαμέσους σταθμούς, πρέπει, αντίθετα, από τις διαλέκτους να συναγάγουμε την αιτία και τον τρόπο που σχηματίσθηκε βαθμιαία η γλώσσα. Η ρίζα της γλώσσας δεν είναι κάποια παλιά κοινή γλώσσα, άπ' τήν οποία προήλθαν τά ιδιώματα. Αλλά τα "ιδιώματα", δηλαδή οι τοπικές γλώσσες, αναπτύσσονταν συνεχώς και επηρέαζαν τον σχηματισμό της κοινής ελληνικής.
Ή θέση βέβαια του Codino είναι η γνωστή θέση της κατεστημένης φιλολογίας και της ιστορίας. Η έκ μέρους του παραδοχή ότι ινδοευρωπαϊκή φυλή δέν υπάρχει, δεν άλλαξε σε τίποτα τους ιστορικούς του προβληματισμούς. Οι χρονολογίες 1600, 1400, 1200 π.Χ. εξακολουθούν νά θεωρούνται ιστορικά "ταμπού", που ο συγγραφεύς δέν θέλει να θίξει. Ό Codino αποδέχεται και αυτός ότι τα ιστορικά συμβάντα ξεκινούν και αποκορυφώνονται στους πολιτισμούς της Κρήτης και των Μυκηνών μέσα στους λίγους αυτούς αιώνες (1600-1200). Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι ο Όμηρος παρέχει αποδείξεις αυτών των ισχυρισμών. Ο Όμηρος δεν στηρίζει αυτές τις απόψεις. Αντίθετα oι παραλείψεις του ή η άγνοια που έχει (π.χ. δεν γνωρίζει τα ονόματα Θεσσαλία, Σμύρνη) σε χαρακτηριστικά ονόματα περιοχών έπρεπε να μας προβληματίσουν και να μην έπιτρέψουνε την συναγωγή αβασάνιστων συμπερασμάτων.
Ένα άλλο ερώτημα είναι: Γιατί αποκαλεί ο Codino τους εισβολείς "Πρωτοέλληνες"; Ποιά είναι κατά τον συγγραφέα η σχέση "Πρωτοελλήνων" και "Ινδοευρωπαίων"; Αφού δέχεται, όπως και ο Robert Cook, ότι "φυλή Ινδοευρωπαϊκή δέν υπήρξε ποτέ", τότε σέ τι συμπέρασμα οδηγούμεθα; Ότι oι Πρωτοέλληνες είναι oι ομίλησαντες τήν «Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα»; Δηλαδή πώς απέκτησαν γλώσσα; Γυρίζοντας σαν νομάδες στα βουνά της Ανατολής δανείζονταν τη γλώσσα άπό τους λαούς που ήταν πιο άξεστοι άπ' αυτούς; Και οτι αυτήν την γλώσσα την επέβαλαν στους ντόπιους αστικοποιημένους; Κι αυτοί πάλι κατόρθωσαν υιοθετώντας την γλώσσα των νομάδων βοσκών εισβολέων, μέσα σε λίγους αιώνες, να φθάσουν την νέα γλώσσα τους στην τελειότητα της γλώσσας του Ησιόδου και Ομήρου;
Γράφει ακόμη ο F. Codinο: "θυμίζουμε ότι η Ελλάδα δεν χρησιμοποίησε την γραφή μισή χιλιετία. Εμείς σήμερα, πιό τυχεροί από τους συγχρόνους του Όμηρου, διαβάζουμε μυκηναϊκά κείμενα. Η Κρήτη γνώριζε μια γραφή τουλάχιστον απ' τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας, πρώτα μια ιδεογραφική γραφή, κατόπιν μια συλλαβική, που σέ μια τροποποιημένη μορφή υιοθετήθηκε από τους Μυκηναίους για να γράφουν τα ελληνικά τους. Αυτή η γραφή (γραμμική Β) αποκρυπτογραφήθηκε τό 1952 (Μ. Ventris). Τα ντοκουμέντα πού μπορούμε τώρα να διαβάσουμε είναι πινακίδες άπό άργιλο, που βρέθηκαν στην Κρήτη, στην Πύλο και στις Μυκήνες, πάνω στις όποιες ήσαν χαραγμένες απογραφές, παρτίδες εμπορευμάτων, κατάλογοι προσώπων. Χρησίμευαν σε άμεσους πρακτικούς σκοπούς, και γι' αυτό δεν ψήνονταν (αυτές πού διατηρήθηκαν ψήθηκαν απ' τις πυρκαγιές, πού καταστρέφοντας τα οίκοδομήματα μας διατήρησαν τις γραφές). (σελ. 20).
Συνεχίζει όμως λέγοντας: "Τά ομηρικά ποιήματα μιλάνε για μυκηναϊκά πράγματα καί γεγονότα, αλλά ο ομηρικός κόσμος για να κυβερνηθεί δεν χρειάζεται τή γραφή". Προσθέτει όμως ο συγγραφεύς σαν επιβεβαιώσεις της υπάρξεως του μεγάλου πολιτισμού των Μυκηνών τα μνημειώδη οικοδομήματα, την περίπλοκη ιεραρχική δομή του πληθυσμού, οργανωμένου σέ πολλές οικονομικές κατηγορίες ειδικευμένων, για να τελειώσει τονίζοντας ότι "τα ανάκτορα κυβερνιόταν ήδη περισσότερο από το στυλό του γραφέα παρά τό σπαθί (Fshachermyer)".
Ομολογώ, ότι τα συμπεράσματα αυτά που αλληλοσυγκρούονται δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς τοποθετούνται σάν "είσαγωγή στον Όμηρο". Τα ερωτήματα πού έπρεπε να τον απασχολήσουν είναι, πρώτον, αν η γλώσσα των εισβολέων και η γλώσσα των ντόπιων "αστικοποιημένων" ήταν ιδιώματα που συμπεριλάμβαναν λέξεις καταληπτές και στους δύο. Δεύτερον, oι εισβολείς διέθεταν γραφή; Τρίτον, πιστεύει ότι oι Μυκηναίοι υιοθέτησαν τη γραφή της Κρήτης "γιά νά γράφουν τά ελληνικά τους", όπως λέει; Και τέλος, πώς φθάνουμε από τα σύντομα αυτά υπηρεσιακά σημειώματα, γραμμένα μέ σύμβολα, στην τέλεια ομηρική γλώσσα. Πώς δέν ανακαλύφθηκαν και πινακίδες που να περιέχουν —όπως θα ήταν φυσικό— καταγραμμένες και κάποιες πανάρχαιες γνώσεις που αναφέρονται στον Όμηρο, όπως π.χ. αστρονομικές, κοσμολογικές. γεωγραφικές, περί Ωκεανού, Πόντου, ποταμών και τόσων άλλων; Ο Δημόκριτος έλεγε: "Λόγος έργου σκιά". Είναι δυνατόν ένας πολιτισμός να είχε φθάσει σ' ένα τόσο υψηλό τεχνικό επίπεδο και η γραφή του, έστω και αυτή των συμβόλων, να χρησιμοποιούσε τον πηλό για να εξυπηρετεί μόνο τις απλές του ανάγκες; Ήταν δύσκολο μέσα στό απέραντο τούτο οικοδόμημα της Κνωσσού, "σ' αύτό το καλλιτέχνημα από καλαισθητικής πλευράς και υψηλής τεχνικής στάθμης έπιστημονικόν έργον πού επληρούσε τας συγχρόνους αντιλήψεις από απόψεως υγιεινής, καθαριότητος και γνώσεως τής ζωής", όπως λέει ο Σ.Ν. Μαρινάτος, να διατηρούνται σαν αρχαιολογικής αξίας αντικείμενα τα πανάρχαια αυτά γραπτά, δηλαδή η πανάρχαια γραφή. Είναι σαν λέμε π,χ. ότι σήμερα οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές οφείλονται στους Μαορί της Αυστραλίας. Θα προσθέσω όμως ακόμη κάτι για όσους θα ισχυριστούν ότι τα συμπεράσματα τους περί των πινακίδων στηρίχτηκαν στους τρόπους που η επιστήμη σήμερα χρησιμοποιελι για να χρονολογήσει τα κεραμεικά. Αντιγράφω άπ' το βιβλίο του καθηγητού της 'Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Α· Ζώη "Μαθήματα Αρχαιολογίας" [Εκδοση τού Πανεπιστημίου, 1980, σελίδες 86-87]. "Η μέθοδος αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί σε κεραμεικά αντικείμενα που κατά την όπτησή τους είχαν θερμανθεί στους 500° C ή παραπάνω: η ακρίβεια της χρονολόγησης είναι σχετική, με πιθανό περιθώριο λάθους συν πλην 25%, που μειώνεται στό συν πλην 10% σε περίπτωση που είναι δυνατός και ο έλεγχος της θέσης εύρεσης τού αντικειμένου.
Ή μέθοδος στηρίζεται στο γεγονός ότι τα κεραμεικά αντικείμενα, αν περιέχουν κρυστάλλους χαλαζία και feldspar (πράγμα συνηθισμένο στον πηλό των αντικειμένων και στα χώματα, μέσα στα όποια βρίσκονται), αποθηκεύουν βαθμιαία ενέργεια με την απορρόφηση σωματιδίων άλφα άπό ραδιενεργές ύλες του περιβάλλοντος (ουράνιο, θόριο, κάλιο) στους κρυστάλλους του χαλαζίτη και feldspar όπου δημιουργούνται ηλεκτρόνια ακανόνιστης δομής (ιονισμός των κρυσταλλικών μορίων με τις ακτίνες α, β, γ της ακτινοβολίας του ραδιενεργών στοιχείων).
Όσο πιο πολύ καιρό είναι εκτεθειμένο τό αντικείμενο στην ακτινοβολία αυτή, τόσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό ενεργείας που "αποθηκεύεται" με την δημιουργία της ακανόνιστης δομής ηλεκτρονίων. Όταν το αντικείμενο θερμανθεί εκ νέου στο εργαστήριο, η ενέργεια αυτή αποβάλλεται με τη μορφή εκπομπής φωτός (θερμοφωταύγεια). Η μέτρηση της έντασης του φωτός καί άλλες συναφείς μετρήσεις οδηγούν στη χρονολόγηση της στιγμής της πρώτης όπτησης τού αντικειμένου, οπότε η αποθηκευμένη στον πηλό του δείγματος ενέργεια είχε πλήρως αποβληθεί, αν η θερμοκρασία ήταν επαρκής.
Η μέθοδος τής θερμοφωταύγειας δεν μπορεί να έχει ευρεία πρακτική εφαρμογή, γιατί τα πολύ καλά ψημένα κεραμεικά χρονολογούνται καλύτερα μέ τις συνήθεις αρχαιολογικές μεθόδους, ενώ τα προϊστορικά έχουν σε πολλές περιπτώσεις ψηθεί σε σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες. Μια σημαντική δυσκολία είναι ότι τα δείγματα πρέπει να συγκεντρωθούν στην ανασκαφή με πολλές προφυλάξεις, ώστε ν' αποφευχθεί η επίδραση του φωτός, και να συσκευαστούν φωτοστεγώς. Δεν αποκλείεται όμως η μέθοδος να δώσει πολύ χρήσιμες χρονολογίες σε υλικό του όποιου είναι πολύ δύσκολη η χρονολόγηση με τη συνήθη αρχαιολογική μέθοδο, όπως π.χ. η ρωμαϊκή κοινή κεραμεική απ' την Σπηλιά Α' Βρυσών Κυδωνίας".
Μέ αυτά λοιπόν τα επιστημονικά δεδομένα "οι πινακίδες από άργιλο που βρέθηκαν στην Κρήτη, στην Πύλο και στις Μυκήνες, πάνω στις όποιες ήσαν χαραγμένες απόγραφες, παρτίδες εμπορευμάτων, κατάλογοι προσώπων και χρησίμευαν σέ άμεσους πρακτικούς σκοπούς, και γι' αυτό δεν ψήνονταν (αυτές που διατηρήθηκαν ψήθηκαν απ' τις πυρκαγιές, που καταστρέφοντας τα οικοδομήματα μας διατήρησαν τις γραφές), όπως μας λέει ο Fausio Codino, πώς είναι δυνατόν να θεωρηθούν κατάλληλο υλικό για αξιόπιστες χρονολογήσεις; Το συμπέρασμα πάντως που εγώ βγάζω είναι, ότι όχι μόνο οι πινακίδες δέν επιτρέπουν νά καταλήξουμε σέ "χρονολόγηση", αλλά και όλα όσα καλοβολεμένα στέκουν σαν επιγραφές στις προθήκες των Μουσείων των προϊστορικών περιόδων πρέπει νά ξαναεξεταστούν. Γιατί είναι εύκολο να κολλάμε ταμπέλλες αβασάνιστα στα αρχαιολογικά ευρήματα, άλλα έτσι δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να συνεργούμε στη διατήρηση του σκότους πού συντηρεί τις πλάνες και τροφοδοτεί τις κατεστημένες αντιλήψεις περί ιστορίας.
Μια άλλη, ορθή, παρατήρηση του συγγραφέως είναι η ακόλουθη: "Η πρώτη διάταξη πάνω σε χρονολογική βάση του επικο-μυθολογικού υλικού βρίσκεται στον Ησίοδο, τον πιο αρχαίο Έλληνα ποιητή, που μας είναι γνωστός και σαν πρόσωπο. Έζησε όχι πολύν καιρό ύστερα απ' την περίοδο τής τελικής συντάξεως τής Ιλιάδας και της Οδύσσειας στη μητροπολιτική Ελλάδα". Πράγματι, βάση του επικο-μυθολογικού υλικού είναι βέβαια η θεογονία που διέσωσε ο Ησίοδος. Στην σχετική ανακοίνωση μου στο Δαυλό, όχι μόνο συμφώνησα ότι η "θεογονία" είναι έργο που δεν ανήκει στον Ησίοδο, άλλα απέδειξα μέ στοιχεία προερχόμενα από την ίδια την θεογονία ότι έχει γραφεί προ της μεγάλης καταστροφής της Ατλαντίδος, που είναι γνωστή ως "Μεγάλος Κατακλυσμός". Η θεογονία περιέχει όχι μόνο ιστορικά στοιχεία του πανάρχαιου μεγάλου πολιτισμού τών ανθρώπων του ελληνικού χώρου αλλά και τους θησαυρούς της αρχαίας γνώσης περί των νόμων του φυσικού κόσμου και τις απόψεις τους περί τής καταγωγής των όντων. Η αλληγορική γλώσσα [έπη μαντικά] που μεταχειρίζονταν oι ιερείς των Μουσείων, μέ την επελθούσα καταστροφή, που είχε σαν αποτέλεσμα το μεγάλο ιστορικό κενό, έπαψε νά ερμηνεύεται, λησμονήθηκε και έγινε πλέον ακατάληπτη.
Ο συγγραφεύς βέβαια πολύ λίγα γνωρίζει για τον Ησίοδο και για την θεογονία. Γράφει (σελ. 80): "Οι Μούσες του είπαν: Ξέρουμε ψέματα πολλά να λέμε όμοια μ' άλήθειες, μα ξέρουμε, όταν θέλουμε κι αλήθειες να ιστορούμε". Το κείμενο είναι εντελώς διαφορετικό (θεογονία, στίχ. 26-28):
"Ποιμένες άγραυλοι, κάκ'έλέγχεα, γαστέρες οίον, ίδμεν ψεύδεα πολλά λέγειν ετύμοισιν ομοία, ίδμεν δ' εύτ' έθέλωμεν, αληθέα γηρύσασθαι".
"Ποιμένες άγραυλοι, κάκ'έλέγχεα, γαστέρες οίον, ίδμεν ψεύδεα πολλά λέγειν ετύμοισιν ομοία, ίδμεν δ' εύτ' έθέλωμεν, αληθέα γηρύσασθαι".
[Εμείς οι βοσκοί που ζούμε στην ύπαιθρο ξέρουμε να λέμε ψέματα όμοια μ' αλήθειες, αλλά που, άν θέλουμε, ξέρουμε κι αλήθειες νά αγριοφωνάζουμε].
Είναι οι ποιμένες λοιπόν που ζουν στις πλαγιές του Ελικώνα και όχι οι Μούσες. Η διαφορά, είναι τεράστια και είναι μια ακόμα επιβεβαίωση του τρόπου μέ τον όποιο "μεταχειρίζονται" πολλοί έκ των φιλολογούντων το πανάρχαιο αυτό κείμενο.
Τό ιστορικό αυτό κείμενο είχε διασωθεί από τους Ακαρνάνες ιερείς των Ελικωνιάδων Μουσών (έχω γράψει στο Δαυλό τι ήταν τα Μουσεία).
Κατά τον Ησίοδο, στην εποχή του διασώζονταν και παραδόσεις από στόμα σέ στόμα ("ποιμένες άγραυλοι") και ιστορικά κείμενα που βρίσκονταν και φυλάσσονταν εντός τών Μουσείων.
Βέβαια ό συγγραφεύς, για το αν τα έπη ήταν γραμμένα δηλώνει ότι αυτό είναι άγνωστο: "Με απόλυτη βεβοιότητα όχι, άλλα αυτό έχει μικρή σημασία, διότι η γραφή εξαφανίστηκε μέ τη δωρική είσβολή κι έγινε η εισαγωγή της ξανά μέ τήν υιοθέτηση του φοινικικού αλφαβήτου γύρω στα μισά τού 8ου αιώνα".
Αυτή η δήλωση ότι «έχει μικρή σημασία» αν υπήρχε γραφή ή όχι είναι πράγματι ακατανόητη. Αν ο συγγραφεύς είχε διαβάσει τό κείμενο της θεογονίας, αυτό και μόνο θα τον είχε πείσει ότι είναι εντελώς αδύνατο να είχε διασωθεί δια της μνήμης.
Άλλα και ο ισχυρισμός ότι αν υπήρχε γραφή, αυτή εξαφανίστηκε μέ τήν δωρική εισβολή και εισήχθη το φοινικικό αλφάβητο γύρω στά μισά του 8ου αιώνα είναι όχι μόνο αυθαίρετος άλλα και ιστορικά ανεπιβεβαίωτος. Το αυθαίρετο εντοπίζεται στη θεωρία ότι η σύνταξη των ομηρικών επών, πρέπει να έγινε τον 8ο αιώνα. Το συμπέρασμα βγαίνει διά τής εις άτοπον απαγωγής. Λέμε: Αφού τα Τρωικά έγιναν γύρω στά 1200, άρα τα έπη πρέπει νά συντάχθηκαν τόν 8ο αιώνα. Τη δωρική όμως εισβολή τη θέλουμε στις αρχές της 2ης χιλιετίας. Και επειδή μέ την εισβολή χάνεται η γραφή, δεν έχουμε δηλαδή διασωθέντα γραπτά, τότε δεχόμαστε ότι η εμφάνιση των επών γίνεται μετά από 500 χρόνια ανυπαρξίας γραφής.
Ο συγγραφεύς επιδιώκοντας και αυτός νά ευθυγραμμισθεί μέ όσους "επί πονήσει των επών καθειστήκεσαν", όπως ο Παυσανίας θα έλεγε, γράφει, συνεχίζοντας κι αυτός την αυθαιρεσία: "Σ' αυτούς τους σκοτεινούς αιώνες η Ελλάδα πέρασε από περίπλοκές μεταλλαγές: έγιναν διάφοροι συνδυασμοί ανάμεσα στις παλιές και στις νέες φυλές, μαζικές μετακινήσεις αλλά και μετακινήσεις μικρών ομάδων, προέκυψαν διαφορές στό πολιτιστικό επίπεδο" κλπ,κλπ", γιά νά αποφθεγματίσει: "Μπορούμε να πούμε ότι στην Ελλάδα ξανάρχισαν όλα από την αρχή ή ακόμη ότι η αληθινή και κυρίως ελληνική ιστορία αρχίζει γύρω στά 1000 π.Χ.".
Βέβαια πρέπει να μπορούμε να βεβαιώνουμε και όχι να μπορούμε να λέμε ότι όλα ξανάρχισαν μετά την καταστροφή. Αλλά πού το βρήκε ο Codino αυτό το 1000 π.Χ; Οι πρόσφατες αρχαιολογικές εργασίες στη Θήρα απέδειξαν ότι κατά το 1500 π.Χ. ένας ισχυρός σεισμός που κατέστρεψε τη Θήρα συνοδευόταν από μια τέραστια έκρηξη του ηφαιστείου. Η ηφαιστειακή τέφρα έφθασε μέχρι της Αιγύπτου, ολόκληρο το νησί εξαφανίστηκε και ή βούλιαξε κάτω απ' τη θάλασσα ή θάφτηκε κάτω από ένα παχύ στρώμα κισήρεως και τέφρας ύψους 50 και πλέον μέτρων. Αυτή η καταστροφή υπήρξε τραγική γιά τήν Κρήτη. Κανένα ανάκτορο δεν επέζησε, με μοναδική ίσως εξαίρεση ένα μέρος του ανακτόρου της Κνωσσού.
Τό 1932 ο καθηγητής Μαρινάτος αναζητώντας το επίνειο του Μίνωος στην Αμνισό βρήκε κίσηρι στο υπόγειο ενός κτηρίου, στην παραλία. Δύο χρόνια αργότερα εξέφρασε την άποψη ότι η Κρήτη δεν καταστράφηκε από ανθρώπους άλλα από την μεγάλη έκρηξη της Θήρας. Η έκρηξη αυτή της Θήρας θεωρήθηκε ότι υπήρξε τέσσερες φορές μεγαλύτερη από την έκρηξη τού Κρακατάου, του ηφαιστείου τής Σουμάτρας», που έγινε στις 26/27 Αυγούστου του 1883. Οι εκρήξεις του Κρακατάου ακούστηκαν σε απόσταση 2.000 χιλιομέτρων και τα ηχητικά κύματα έκαναν τρείς φορές το γύρο της γης, προτού σβήσουν. Τα παλιρροϊκά κύματα 30 μέτρων ύψους κατέκλυσαν με τρομακτική ταχύτητα τα παράλια της Ίάβας και της Σουμάτρας και παρέσυραν ογκόλιθους, σιδηροτροχιές και ατμομηχανές σιδηροδρόμων καθώς και πλοία. Πολλές μικρές πόλεις ξεθεμελιώθηκαν και 36.000 άνθρωποι έχασαν τή ζωή τους [Ιστορ. Έλλ. Έθνους, Έκδ. Αθηνών, Α' Τόμ., σελ. 215].
Σήμερα θεωρείται πλέον βέβαιο ότι οι συνέπειες εκείνης τής τρομακτικής εκρήξεως τής Θήρας υπήρξαν και η αιτία του πνιγμού της Κρήτης και του εξαφανισμού του πολιτισμού της από το ιστορικό προσκήνιο. Αλλά αν η Κρήτη υπέκυψε κάτω από το νέο αυτό πλήγμα ενός γεωλογικού σπασμού, είναι δυνατόν να θεωρήσουμε ότι η νέα καταστροφή άφησε ανέπαφη την υπόλοιπη νησιωτική και χερσαία χώρα και τους κατοίκους της; Και το ερώτημα που πρέπει να διατυπωθεί από κάθε καλής πίστεως άνθρωπο είναι: Ο Όμηρος περιγράφει στην Ίλιάδα την συμμετοχή στά Τρωικά της Κρήτης με ογδόντα καράβια και με δύο ξακουστούς αρχηγούς, τον Ιδομενέα τον Δευκαλιδη, γενιά του δοξασμένου Μίνωα [απ. Ηοιών 94,96 καί 16], και τον Μηριόνη. Με βάση τους ισχυρισμούς ότι η εκστρατεία στην Τροία πρέπει να έγινε το 1200 ή 1400, τι πρέπει να συμπεράνει κανείς; Ότι μετά από 100 χρόνια ή έστω 200 η Κρήτη πού σωριάστηκε σε ερείπια είναι σε θέση πάλι να λαμβάνει μέρος σέ εκστρατείες; Και ο Όμηρος περιγράφει την Κρήτη που έλαβε μέρος σαν "έκατόμπολιν" [Ιλ., β, 649], δηλαδή η Κρήτη του 1200 έχει 100 πόλεις πού σφύζουν από ζωή, παρ' όλον ότι υπέστησαν μιά τεράστια καταστροφή μόλις πρό 100 ή 200 ετών; Kαι η προσθήκη ότι ο Ιδομενεύς ήταν Δευκαλίδης από την γενιά του Μίνωα δεν τον τοποθετεί χρονικά κάπου κοντά στον ίδιο τον Δευκαλίωνα που επέζησε της μεγάλης καταστροφής και που αυτός σαν πρώτος βασιλεύς κρατών τα σκήπτρα εκ της ηρωικής εποχής (πρό τής καταστροφής) όρισε τους νέους βασιλείς στον ελληνικό χώρο;
Ποιά ή ανάγκη τόσων περίπλοκων μεταλλαγών; Η μορφολογία, το ανάγλυφο του ελληνικού χώρου με τα πολλά ηφαίστεια (Αίγινα, Μέθανα, Πόρος, Μήλος, Κίμωλος, Πολύαιγον, Φολέγανδρος, Θήρα, Νίσυρος, Κώς, Μυτιλήνη, Χίος, Λήμνος, Ίμβρος, Σαμοθράκη) μέ τους σεισμούς και μέ τις πιθανές συνέπειες τους στους χείμαρρους, στις λίμνες, στους ποταμούς, υπήρξε τό αίτιο μιας έντονης μετακινήσεως των ανθρώπων από περιοχή σε περιοχή, της αναμίξεως αυτών και του σχηματισμού βαθμιαίως μιας κοινής γλώσσας.
Ποιά ή ανάγκη τόσων περίπλοκων μεταλλαγών; Η μορφολογία, το ανάγλυφο του ελληνικού χώρου με τα πολλά ηφαίστεια (Αίγινα, Μέθανα, Πόρος, Μήλος, Κίμωλος, Πολύαιγον, Φολέγανδρος, Θήρα, Νίσυρος, Κώς, Μυτιλήνη, Χίος, Λήμνος, Ίμβρος, Σαμοθράκη) μέ τους σεισμούς και μέ τις πιθανές συνέπειες τους στους χείμαρρους, στις λίμνες, στους ποταμούς, υπήρξε τό αίτιο μιας έντονης μετακινήσεως των ανθρώπων από περιοχή σε περιοχή, της αναμίξεως αυτών και του σχηματισμού βαθμιαίως μιας κοινής γλώσσας.
Ο Ηρόδοτος που δείχνει ότι πολλές φορές έχει υποστεί σύγχυση και τελεί εν αδυναμία νά "βγάλει άκρη" στο βαρύ φορτίο της έξιστορήσεως τών πανάρχαιων συμβάντων, μας λέει [Πολυμνία, 129]:
"Τήν δε θεσσαλίην λόγος εστί τό παλαιόν είναι λίμνην". [Τον παλαιό καιρό επειδή δέν υπήρχε ακόμη η φάραγξ, και το στενό μέρος της εκροής τών ποταμών (Πηνειός, Απιδανός, Ονόχων, Ενιπεύς και Πάμισος), αυτός καθώς και η Βοιβηίς λίμνη δέν ονομάζονταν όπως σήμερα, έρρεαν όμως καθώς και τώρα, μεταβάλλοντας όλη τη Θεσσαλία σε πέλαγος. Οι Θεσσαλοί λέγουν ότι ο Ποσειδώνας έκανε τη χαράδρα, μέσω της οποίας ρέει ο Πηνειός. Και λέγουν ορθά, γιατί πιστεύεται ότι ο Ποσειδών σείει την γη και όλα τα σχίσματα της γης που προέρχονται από σεισμό είναι έργα του Ποσειδώνος).
Τό όνομα βέβαια "Θεσσαλία" υποδηλώνει "θέσιν αλός", δηλαδή τόπο που άλλοτε υπήρχε θάλασσα. Το ερώτημα που μένει μέχρι στιγμής αναπάντητο είναι: Πότε η θάλασσα έγινε ξηρά; Και τέλος πότε άραγε ονομάσθηκε η περιοχή Θεσσαλία; Γιατί ο Όμηρος δεν γνωρίζει το όνομα "Θεσσαλίη";
Ο Ηρόδοτος είναι ακόμη ο υπεύθυνος της δημιουργηθείσης εντυπώσεως ότι τα στοιχεία του αλφαβήτου που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα είναι προελεύσεως φοινικικής. Γράφει στήν ιστορία του [Τερψιχόρη, 58-59]:
"Οι δε Φοίνικες που μαζί με τον Κάδμο ήλθαν, εκ των οποίων κατάγονταν οι Γεφυραίοι, έκτος από πολλά που μετέφεραν μαζί τους κατά την εγκατάσταση τους σ' αυτή τή χώρα, εισήγαγαν την επί πληρωμή (διδασκάλια) διδασκαλία στούς Έλληνες και εισήγαγαν ακόμη και τα στοιχεία του αλφαβήτου, τα οποία κατά τήν γνώμη μου δεν υπήρχαν πρωτύτερα στούς Έλληνες. Κατ'αρχήν αυτά τα στοιχεία του αλφαβήτου τα χρησιμοποιούσαν όλοι oι Φοίνικες, με την πάροδο δε του χρόνου ταυτόχρονα με την ομιλία μετέβαλλαν και την μορφή και το οχήμα των γραμμάτων.
Κατοικούσαν δέ εκείνη τήν εποχή στα περισσότερα μέρη τα γύρω απ'αυτούς εκ των Ελλήνων oι Ίωνες, oι όποιοι παραλαμβάνοντας με τη διδασκαλία από τους Φοίνικες τα στοιχεία του αλφαβήτου και τροποποιήσαντες λίγα απ' αυτά τα μεταχειρίζονταν κι έφ' όσον τα μεταχειρίζονταν, καθώς ήταν και δίκαιο επειδή τα εισήγαγαν στην Ελλάδα οι Φοίνικες, τα ονόμασαν φοινικικά. Ακόμη δε και τους παπύρους (βύβλους) oι Ίωνες άπό παλαιά συνήθεια ονομάζουν διφθέρες, διότι κάποτε, όταν υπήρξε έλλειψη παπύρων, μεταχειρίζονταν διφθέρες (δέρματα κατεργασμένα) αιγών και προβάτων ακόμη και στην εποχή μου πολλοί από τους βαρβάρους γράφουν πάνω σέ τέτοιες διφθέρες (58).
Είδα και ο ίδιος γράμματα τής εποχής τού Κάδμου (Καδμήια γράμματα) στο Ιερό του Ισμηνίου Απόλλωνος στη Βοιωτική Θήβα, χαραγμένα (ή ανάγλυφα και κολλημένα επάνω) σε τρεις τρίποδες, πολλά από τά όποια ήταν όμοια μέ τά σημερινά ιωνικά" (59).
Ας δούμε όμως αυτά που λέει ο Ηρόδοτος κάτω από το Φως της "Θεογονίας", που, όπως φαίνεται, δεν τον είχε απασχολήσει και προβληματίσει όσον έπρεπε. Είχε γράψει [Ευτέρπη, 53]:
"Διότι νομίζω, ότι ο Ησίοδος και ό Όμηρος υπήρξαν αρχαιότεροι μου κατά τετρακόσια χρόνια και όχι περισσότερο. Αυτοί είναι που έγραψαν την θεογονία για τους "Ελληνες, και έδωσαν στους θεούς τίς επωνυμίες και μοίρασαν σ' αυτούς τιμές και τέχνες και υποτύπωσαν τις μορφές τους".
Ας αφήσουμε όμως προς στιγμήν τον Ηρόδοτο και ας ξεκινήσουμε από τόν Κάδμο. Κατά την θεογονία ό Κάδμος ζει στην εποχή του Διός. Ο Κάδμος είναι μεγαλόψυχος άλλα και οξύθυμος. Παντρεύτηκε την κόρη του Άρη και της Κυθέρειας, την Αρμονία (θεογονία, στίχος 937):
"Άρμονίην θ' ήν Κάδμος υπέρθυμος θετ' άκοιτιν".
Από τον γάμο αυτόν (Θεογονία στίχ. 915-918) γεννήθηκαν η Ίνώ, η Σεμέλη, ή Αυτονόη καί ο Πολύδωρος "ευστεφάνω ενί Θήβη" [στην περιτριγυρισμένη από όμορφα τείχη Θήβα]. Η Θεογονία (πού είναι έργο προκατακλυσμιαίο) αγνοεί οποιαδήποτε σχέση του Κάδμου με το όνομα Φοίνιξ. Αλλά και στους ηρωικούς χρόνους η Θήβα αποκαλείται "επτάπυλος" και "Καδμηίς γαίη". [Έργ. Ήμέραι, στίχ. 161], δηλαδή επτάπορτη και χώρα του Κάδμου.
Τό αναφερόμενα στην Οδύσσσεια (λ. 260-265) ότι τήν Θήβα έκτισαν ο Αμφίονας και ο Ζήθος, που ήταν παιδιά της Αντιόπης, της κόρης του Ασωπού, δέν αναφέρονται στην Θεογονία, η όποια κανένα άπό τα ονόματα αυτά δέν γνωρίζει. Ίσως είναι μεταγενέστερα. Ο Ησίοδος (Ασπίς Ηρακλέους, στίχ. 95) επίσης δεν γνωρίζει τίποτα περί "Φοινίκων" και το μόνο που αναφέρει είναι τα "φοινικόεντα", δηλαδή τα κοκκινοβαμμένα ηνία των ωκυπόδων ίππων.
Ο Όμηρος όμως μας μιλάει για τον Φοίνικα που έλαβε μέρος στα Τρωικά και τον αποκαλεί "Διός φίλον" [Ιλ. Ι.168]. Αυτός όμως κατοικούσε "εσχατιάς Φθίης, Δολόπεσσιν ανασσών". Βασίλεψε στα πέρατα της Φθίας πού τήν κατοικούσαν οι Δόλοπες.
Στην Οδύσσεια όμως γίνεται λόγος για τη χώρα των Φοινίκων που ήταν πλησίον τής Κύπρου (δ, 83). Περί αυτών των Φοινίκων η γνώμη του Ομήρου είναι φοβερή. Γράφει:
"Ένθα δέ Φοίνικες ναυσίκλυτοι ήλυθον άνδρες τρώκται, μυρί' άγοντες αθύρματα νηί μελαίνη" (Ο, 415. 4Ι6), δηλαδή άνθρωποι πανούργοι (κερδαλέοι, απατεώνες), που χιλιάδες ψευδοπράγματα κουβαλούσαν με το μαύρο πλοίο τους. Αυτούς λοιπόν τους αχρείους έμπορους, όπως τους περιγράφει ό Όμηρος, ό Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσέας (490 ή 480-425 π.Χ,;), ο οποίος αβασάνιστα, όπως λέει ο Θουκυδίδης (Α, 20. 1), πολλές ανακρίβειες διατύπωνε, θεώρησε ότι τους μετέφερε ό «Τύριος Κάδμος» (Ευτέρπη, 49) στην Βοιωτική Θήβα. Από αυτούς τους Φοίνικες, από τους όποιους κατάγονταν οι Γεφυραίοι, έλαβαν (κατά τόν Ηρόδοτο) οι Έλληνες τα στοιχεία του αλφαβήτου. Ο Κάδμος όμως, όπως είδαμε, βασιλεύει στην εποχή του Δία.
Ο Ηρόδοτος όμως, όπως είπαμε, συμπληρώνει (και ή μαρτυρία του αυτή είναι εξαιρετικά χρήσιμη και αποτελεί ιστορική απόδειξη), ότι ο ίδιος μέ τα μάτια του είδε "Καδμήια γράμματα..., τα πολλά όμοια εόντα τοισί Ιωνικοίσι" χαραγμένα επάνω σε τρεις τρίποδες στό ιερό τού Ισμηνίου Απόλλωνος στή Βοιωτική Θήβα. Ο Ηρόδοτος δηλαδή άθελα του επιβεβαιώνει ότι τα στοιχεία του αλφαβήτου, τα Καδμήια γράμματα, είναι όμοια με αυτά που χρησιμοποιούσαν και οι κάτοικοι της Ιωνίας. Βεβαιώνει ακόμη, ότι οι Ίωνες κάποτε χρησιμοποιούσαν αντί παπύρων (βύβλων) διφθέρες, για να γράφουν. Τέλος το γεγονός και μόνον ότι το αλφάβητο, που αβασάνιστα θεωρεί Φοινικικό, τό αποκαλεί "Καδμήια γράμματα" σημαίνει ότι το προελθόν από την καταβύθιση της Άτλαντιδας "Ιστορικό κενό" δεν το αντελήφθη. Και επηρεασμένος από τις βαρβαρικές "άντεπιδράσεις" των λαών του ελληνικού περιγύρου, που στους προ-ηρωικούς και ηρωικούς χρόνους είχαν δεχθεί έν σπέρματι τον μεγάλο πολιτισμό, θεώρησε τους πολιτισμούς αυτούς, που διαμορφώθηκαν κυρίως μετά την καταστροφή, ως προηγηθέντας του Ελληνικού Πολιτισμού.
Η σύγχυση βέβαια αυτή δέν είναι μόνο "πάθημα" του Ηροδότου: ολόκληρη σχεδόν η κλασσική περίοδος, πλην ελαχίστων ίσως εξαιρέσεων, δεν διέλυσε ποτέ την ομίχλη που σκέπασε τον μεγάλο πολιτισμό. Πιστεύω όμως ακόμη, ότι όταν το φως άρχισε νά διαλύει τήν ομίχλη του μύθου και να διαφαίνεται το τεράστιο για την ανθρωπότητα έργο τών ανθρώπων του ελληνικού χώρου, τότε την διπλή καταστροφή, Ατλαντίδας-Θήρας, την διαδέχθηκε μια τρίτη, πολιτιστική αυτή, που οφείλετο στη Ρώμη.
Τελειώνοντας την κριτική των βασικών στηριγμάτων της μελέτης του Fausto Codino (τa κεφάλαια περί ομηρικής μοναρχίας κλπ δεν έχω σκοπό να τα σχολιάσω) θεωρώ αναγκαίο να απαριθμήσω τα συμπεράσματα στα όποια μια καλόπιστη έρευνα (αν είχε γίνει) θα μας οδηγούσε:
(α) Τα περί "Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας" είναι δημιουργήματα των πλαστογράφων τής Ιστορίας.
(β) Από τις τοπικές γλώσσες των ανθρώπων του ελληνικού χώρου (η γλωσσική διαφοροποίηση οφειλόταν αρχικά στο ανάγλυφο τής ελληνικής γης) δημιουργήθηκε έν συνεχεία κάτω άπό τήν πίεση φυσικών συμβάντων και ανθρωπίνων αναγκών, με τη συνεχή ανάμιξη, η λεγομένη "κοινή ελληνική", που και αυτή ουδέποτε μιλήθηκε από το σύνολο τών ανθρώπων του μητροπολιτικού χώρου ή των ανθρώπων του μικρού ή ευρύτερου περιγύρου.
(γ) Αυτές oι τοπικές γλώσσες, που συνέκλιναν εξελισσόμενες στην "κοινή ελληνική", επηρέασαν την ανάπτυξη όλων των γλωσσών ως προβαδίζουσες σε πλούτο λέξεων λόγω της πρωτοπορίας των ανθρώπων του ελληνικού χώρου στον πολιτισμό. Η πρωτοπορία στον πολιτισμό οφειλόταν στην ταχύτητα με την όποια oι άνθρωποι τού ελληνικού χώρου τελειοποίησαν τη γλώσσα. Η ταχύτητα οφειλόταν στην μοναδικότητα της μορφολογίας της ελληνικής γης και στην ένταση των πρώτων ερεθισμάτων για τήν απόκτηση γλώσσας, πού είναι οι ήχοι και oι εικόνες.
(δ) Είναι παρανοϊκό να δέχεται κανείς την τελειότητα μιας γλώσσας και ν' αναζητάει το αλφάβητο της γλώσσας στους "κερδαλέους Φοίνικες", όπως τους ονομάζει ο Όμηρος. Η ύπαρξη τέλειας γλώσσας προϋποθέτει την ύπαρξη τέλειου αλφαβήτου.
Κλείνω τα βασικά αυτά συμπεράσματα με την ευχή όπως προς το συμφέρον της ανθρωπότητας και όχι μόνο του 'Ελληνισμού κάποτε παύσει το παιχνίδι τής πλαστογραφίας. Πρέπει να βοηθήσουν όλοι όσοι κατά τεκμήριον θεωρούνται είδικοί στην αποκατάσταση της αλήθειας, αποκατάσταση που προϋποθέτει την ανατροπή των δογμάτων —των θρησκοπολιτικοκοινωνικών αλλά και "επιστημονικών" δογμάτων.
από το περιοδικό Δαυλός
Ψηφιοποίηση Hellas on the Web.Org
Αναδημοσίευση, βλ.: http://www.hellasontheweb.org/2010-04-05-22-32-27/2010-04-06-11-49-23/1064-2011-01-20-23-17-40
Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011
Πολιτική και Πολιτισμός - Νικήτας Χιωτίνης
Στις μέρες μας, ολοένα και περισσότερο, διαπιστώνουμε το πόσο αυθαίρετες κατασκευές και νοηματοδοτήσεις λέξεων και όρων, μας οδηγούν σε απόλυτες συγχύσεις εννοιών και πρακτικών. Δεν μπορούμε βεβαίως εδώ παρά να ανατρέξουμε στην μνημειώδη ρήση του κυνικού Αντισθένους, πως «αρχή παιδείας η των ονομάτων επίσκεψις». Δύο λέξεις που μας έχουν τελευταία αποπροσανατολίσει, είναι οι λέξεις «πολιτισμός» και η λέξη «πολιτική».
Η λέξη «πολιτισμός», προερχόμενη από τη λέξη «πόλις», καταδήλως σχετίζεται εννοιολογικώς με αυτήν : η «πόλις» χαρακτήριζε βεβαίως τον οικισμό και την κοινωνία που διέμενε σε αυτόν, αλλά εμπεριείχε και το όλο πνευματικό υπόβαθρο στο οποίο αυτά επικάθονταν. Εμπεριείχε με άλλα λόγια τον όλο τρόπο ύπαρξής τους, δηλαδή την όλη υπαρξιακή ή φιλοσοφική θεμελίωσή τους. Ο «πολιτισμός» βεβαίως δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με την έννοια αυτή της «πόλεως». Συνακολούθως, η «πολιτική» ήταν η περί αυτής της «πόλεως» μέριμνα, η προσπάθεια προώθησης των συλλογικών της στόχων, στους οποίους βεβαίως κύρια θέση καταλάμβαναν η προώθηση της υπαρξιακής σημαντικής του ανθρώπου και των κοινωνιών. Η ιστορία μάλιστα δείχνει πως αυτό συνιστούσε «το κοινό και το κύριο των λαών» - δανειζόμενοι έκφραση του Σολωμού - και αποτελούσε γι' αυτούς κύριο ζητούμενο, ως αδιαίρετο συστατικό της καθημερινής τους ζωής.
Δυστυχώς όμως, οι ανωτέρω λέξεις αλλοιώθηκαν, με τη συνδρομή βεβαίως της Δύσεως : η δυτική νεωτερική πρόταση περί νοηματοδότησης της Ζωής και του Ανθρώπου, του Κόσμου και της Ιστορίας, πρόταση που συνοψίστηκε στη πρόταξη άλλων προτεραιοτήτων ζωής, μετάλλαξε την παλαιά «πόλιν» σε «citas», και από κεί ο όρος civilisation τον οποίον μεταφέραμε μεταπρατικώς σε «πολιτισμό» : παρόλη την αρχική μέριμνα αυτή η civilisation να έχει να κάνει με τον ίδιο τον τρόπο ύπαρξης και προώθησης του όποιου εναπομείναντος φιλοσοφικού υποβάθρου των κοινωνιών, με τον καιρό αυτό εξασθένησε και έτσι σωστά φερόμενοι οι δυτικοί σχεδόν εγκατέλειψαν τον όρο και χρησιμοποιούν τον όρο culture, «καλλιέργεια», υπό την έννοια της πνευματικής καλλιέργειας των μελών της κοινωνίας. Σημειωτέον μάλιστα ότι ό όρος culture προέρχεται από το culte, που έχει να κάνει και με έννοιες θρησκευτικές, εξ΄ άλλου και ο όρος καλλιέργεια ετυμολογικώς δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με την καλλιέργεια της γης, αλλά εμπεριέχει τη λέξη κάλλος και τη λέξη έργον. Υπάρχει και η λέξη «καλλιέρεια», επίσης με το συνθετικό κάλλος και το ιερόν, με βαθύτερη βεβαίως σημασία.
Εν πάση περιπτώσει σήμερα με έναν αυθαιρέτως νοηματοδοτημένο «πολιτισμό» εννοούμε - στην Ελλάδα - τις «πνευματικές» και «καλλιτεχνικές» πρακτικές, πρακτικές ξεκομμένες από την καθημερινή ζωή και από τους συλλογικούς στόχους των κοινωνιών. Η δε παλαιά «πολιτική» έχει εκπέσει σε μια απλή διαχειριστική , κυρίως λογιστική διαχειριστική, των κοινωνιών, των νεωτερικής έμπνευσης και λειτουργίας «κρατών», που δεν ενδιαφέρεται παρά δίκην πολυτέλειας ακόμα και με αυτή τη συρρικνωμένη έννοια του πολιτισμού - και δικαίως, γιατί έτσι συρρικνωμένα αυτός ο πολιτισμός δεν πολυέχει νόημα, ου μην βλάπτει και αποπροσανατολίζει. Η αλήθεια είναι πάντως πως το συνθετικό της culture, culte, χρησιμοποιείται στη Δύση και μάλιστα προτασσόταν και προτάσσεται σε επίπεδο «πολιτικής», ενώ το αντίστοιχο, αν μπορούμε να το παραλληλήσουμε, «κάλλος», όχι μόνο δεν το χρησιμοποιούμε εμείς καθόλου, αναφερόμενοι στον «Πολιτισμό», αλλά και όποτε τον χρησιμοποιούμε αλλοιώνουμε τη σημασία του.
Ο «πολιτισμός» με άλλα λόγια, δεν είναι η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική, το θέατρο και η μουσική, ή ό,τι άλλο «καλλιτεχνικό». Αυτά δεν αποτελούν παρά εκδηλώσεις του και συμπύκνωσή του ή και τρόπο προώθησής του, δεδομένου της συν-κινητικής ιδιότητάς τους. Ούτε η ευγένεια στις διαπροσωπικές σχέσεις ή η ποιότητα των οικιακών σκευών και των αυτοκινήτων, που δεν αποτελούν και αυτά παρά εκφράσεις του, ως εκφράσεις των προτεραιοτήτων της ζωής μας. Πολιτισμός είναι ο τρόπος με τον οποίον υπάρχουν και θεωρούν πως υπάρχουν οι κοινωνίες, είναι το υπαρξιακό πεδίο αναφοράς τους, είναι η φαντασιακή θέσμισή τους - για να θυμηθούμε τον Καστοριάδη2 που τελικώς όμως πρόκειται για τη φιλοσοφική τους θέσμιση ή θεμελίωση, απ΄ όπου προκύπτουν οι συλλογικοί και οι ατομικοί στόχοι και οι προτεραιότητες της καθημερινής ζωής. Το ότι οι προτεραιότητες της καθημερινής προκύπτουν από αυτό το συλλογικό φαντασιακό ή τη φιλοσοφική μας θεμελίωση, έχει αρκούντως αναλυθεί και καταδειχθεί. Ο ίδιος ο Marx, π.χ., διαβεβαίωνε πως ο Απόλλων των Δελφών ήταν στη ζωή των Ελλήνων μία δύναμη τόσο πραγματική όσο και οποιαδήποτε άλλη, η δε υποτιθέμενη «πραγματική» Οικονομία έχει καταδήλως φαντασιακά θεμέλια : η περίφημη Πολιτική Οικονομία εξαρτάται από την ανθρώπινη συμπεριφορά και έχει πρωτίστως να κάνει με τις προτεραιότητες της ζωής των ανθρώπων, των αναγκών τους και των επιθυμιών τους, που διαμορφώνονται από σημασίες φαντασιακές , τουλάχιστον εξ' ίσου με τις όποιες «πραγματικές» ανάγκες , επιθυμίες και προτεραιότητες και στο βαθμό που αυτές είναι ανεξάρτητες από τις φαντασιακές.
Η ιστορία αποδεικνύει ότι η ιστορία των κοινωνιών, των συγκρούσεων και των κάθε είδους εξελίξεων ταυτίζεται με την ιστορία των Πολιτισμών, με την έννοια που δώσαμε παραπάνω στον όρο αυτόν. Αυτό δε, δεν αφορά μόνο στις αρχαίες κοινωνίες, όπου και είναι κατάδηλον. Οι νεώτερες κοινωνίες και τα νεωτερικά έθνη-κράτη, συγκροτήθηκαν στηριζόμενα σε τέτοιου είδους φιλοσοφικές ή αν θέλετε σε αντίστοιχης σημασίας «νοηματικά και πολιτισμικά συστήματα» - για να θυμηθούμε τον Μ. Weber3, που πρώτος αμφισβήτησε τον επικρατούντα «θετικισμό και οικονομισμό» στην πολιτική κοινωνιολογία τη δεκαετία του -60 και αυτή η αμφισβήτηση ενισχύεται ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Η Ευρώπη, π.χ., οφείλει την ύπαρξή της ως κοιτίδα ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας, στον χριστιανισμό και στο όνομα αυτού προσπάθησε να απλωθεί στον κόσμο όλο. Λαοί που στερούντο πολιτισμικής Παράδοσης, για να μπορέσουν να συγκροτηθούν ως κράτη, δανείστηκαν πολιτισμικές βάσεις από άλλους λαούς - π.χ. ο αμερικανικός λαός που στηρίχτηκε σε χριστιανικές διδασκαλίες και σε αρχαιοελληνικές παρακαταθήκες - ασχέτως του πως αυτά ερμηνεύτηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν. Οι κοινές πολιτισμικές παραδόσεις είναι προφανές ότι και σήμερα βρίσκονται πίσω από οικονομικές ή άλλου είδους συμμαχίες και συνασπισμούς κρατών και λαών και εξακολουθούν να βρίσκονται εμφανώς ή αφανώς πίσω από κάθε είδους συγκρούσεις. Οι προσπάθειες δε του κατά το μάλλον ή ήττον επικρατούντος, μέχρι τώρα, δυτικού Πολιτισμού να επιβληθεί παγκοσμίως όχι μόνον απέτυχε, αλλά όπου «εκσυγχρονίστηκαν», δηλ. εκδυτικοποιήθηκαν, από υλικής απόψεως, χώρες τρίτου κόσμου και μάλιστα χώρες με βαθιά πολιτισμική παράδοση, πέτυχε το αντίθετο. Συνετέλεσε στην ενδυνάμωση των τοπικών αυτών πολιτισμικών παραδόσεων, απολύτως αντίθετη έως εχθρική με την δυτική πολιτισμική πρόταση και αυτό με παρενέργειες : ενδυνάμωση ή και δημιουργία φονταμενταλισμών, με τις συνέπειες που όλοι γνωρίζουμε.
Ο γνωστός S. Huntington, ένας από τους επιφανείς θεωρητικούς της αμερικανικής γεωπολιτικής στρατηγικής, στα περίφημα κείμενά του «Η σύγκρουση των πολιτισμών» και «Η Δύση μοναδική όχι οικουμενική»4 αναλύει πως η πολιτισμική ταυτότητα θα είναι όλο και περισσότερο σημαντική στο μέλλον και ο κόσμος θα διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των επτά ή οκτώ -κατά τη γνώμη του- μεγαλυτέρων πολιτισμών5. Δεν συμφωνούμε με αυτήν την καταμέτρηση, αλλά σημασία έχει πως επισημαίνει την καθοριστική σημασία των πολιτισμών στην εξέλιξη των κοινωνιών και των κρατών, στην εξέλιξη της Ιστορίας. Άλλωστε και ο ίδιος ο Foukouyama εγκατέλειψε την θεωρία περί τέλους της Ιστορίας, διαπιστώνοντας πως αυτή θα έχει ως κύριο πεδίο εξέλιξής της την Ανατολή. Όπως δε μας αναλύει ο Γ. Καραμπελιάς, « η σημερινή άνοδος του Huntington στο παγκόσμιο στερέωμα αποτελεί έκφραση της μετατόπισης της Δύσης ααπό το τέλος της Ιστορίας του Foukouyama και την παγκόσμια νίκη του δυτικού ανθρώπου-εμπορεύματος, στη λογική της Δύσης-Φρούριο» , μετακίνηση που ολοκληρώθηκε την 11η Σεπτεμβρίου 2001, αλλά ήδη η Δύση δείχνει άλλη στάση προς την Ανατολή, κάτι το οποίον είχε επίσης προταθεί από τον Huntington και ίσως αρχίσει να υλοποιείται τώρα και βεβαίως δεν είναι του παρόντος να ασχοληθούμε με την παρουσίασή του. Απλώς τονίζουμε πως η γεωπολιτική στρατηγική της «Δύσεως» ξεκινά από την αναγνώριση της σημασίας των Πολιτισμών και με βάση αυτήν την αναγνώριση σχεδιάζει την Πολιτική της, η οποία μάλλα λόγια έχει ως επίκεντρο τον Πολιτισμό. Αναφερόμαστε κυρίως στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, εκφραζόμενη τελευταία δυναμικά από τον Obama και της Γαλλίας, που επιδιώκει ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη, από τον Sarkozi. Ομοίως όμως λειτουργούν και οι πολιτικές των άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών. Δεν αναφέρομαι στην άπω Ανατολή, που κινούνται με έναν τρίτο τρόπο ανάπτυξης, αυτόν που εδράζεται πάνω στις πολιτισμικές τους Παραδόσεις - που διαφοροποιείται δηλ. από τα κύρια μοντέλα του κρατισμού και του φιλελευθερισμού. Βεβαίως είναι και τα ισλαμικά κράτη, που «εκσυγχρονιζόμενα» αντί να εκδυτικοποιηθούν πολιτισμικώς, ανέσυραν την απωθημένη από την υλική τους μιζέρια ιδιοπροσωπία τους, την προέταξαν - ίσως την ανέπτυξαν περαιτέρω - και με αυτήν πορεύονται. Πολιτισμική πολιτική κάνει τελευταία και η Τουρκία, που εγκαταλείπει κεμαλική εμμονή στη συγκρότηση νεωτερικής εμπνεύσεως έθνους-κράτους - άλλωστε αυτά έχουν πλέον δείξει τα όριά τους - και περνά στην πολιτική Νταβούτογλου που δίνει έμφαση στον ισλαμικό πολιτισμό και έτσι επιχειρεί να αναχθεί σε μεγάλη «διαμεσολαβητική» δύναμη Ανατολής-Δύσης7.
Παρότι τα παραπάνω τα αναφέραμε κυρίως ενδεικτικώς, οφείλουμε να τονίσουμε την απίστευτη αδιαφορία που δείχνουν στον Πολιτισμό - με τον Πολιτισμό στην πραγματική έννοια του όρου - οι σημερινοί Έλληνες πολιτικοί και συνακολούθως η ελληνική κοινωνία, δεδομένου της πλύσης εγκεφάλου που αυτή δέχεται πανταχόθεν και δεν υπερβάλουμε καθόλου χρησιμοποιώντας αυτές τις λέξεις. Πρώτ΄ απ΄ όλα, δηλ. σε πρώτο επίπεδο θεώρησης των πραγμάτων, ο Πολιτισμός είναι αυτός που καθορίζει τους συλλογικούς και ατομικούς στόχους και προτεραιότητες. Υπόσχονται, π.χ. και ανταγωνίζονται - δήθεν - οι πολιτικοί μας, με στόχο την υφαρπαγή δια ψηφοφορίας - δήθεν ελεύθερης - για αύξηση μισθών κατά μερικά ευρώ, ενώ από δίπλα διαφημίζεται ο πάμπλουτος με το ιδιωτικό νησί που κέρδισε παίζοντας λόττο. Όταν προτεραιότητα ζωής είναι η πολυτελής ζωή, σπρώχνεται ο έχων αυτό ως προτεραιότητα της ζωής του να δαπανήσει πολλαπλάσια αγοράζοντας λόττο και μη έχοντας ποτέ ελέγξει το ποσοστό που παρακρατά το κράτος, που είναι πολλαπλάσιο από το κέρδος των ιδιωτικών καζίνο. Μόνο με έναν άλλο Πολιτισμό, θα λυνόταν το δημοσιονομικό πρόβλημα : ο Γκάντι είχε πεί «αν ζήσετε απλά, άλλοι απλά θα ζήσουν».
Αν πάμε όμως λίγο βαθύτερα, θα πρέπει να νοιώσουμε όλοι βαθιά θλίψη, διαπιστώνοντας ότι οι πολιτικοί μας - μάλλον και ΄μείς μαζί - αγνοούμε ή έστω παραβλέπουμε, ότι η ίδια η ύπαρξη της Ελλάδος, της νεώτερης Ελλάδος, οφείλεται στην Πολιτισμική της Παράδοση ή αν θέλετε σε αυτό που η Δύση θεωρούσε, ως τέτοια και σε αυτά που πρόσμενε, αλλά και προσμένει, από αυτήν.
Η Ιδέα του Νέου Ελληνικού Κράτους προέκυψε από μία εκπληκτική σύζευξη νεωτερικότητας και Ελληνικής Παράδοσης όπως αυτή σχηματοποιήθηκε σε πολιτική πράξη από το Ρήγα. Η Ευρώπη ήδη από τα τέλη του 18ου και κυρίως σ΄ όλο τον 19ο αιώνα - και ακόμα περισσότερο στον 20ο - βιώνει τα αδιέξοδα της νεωτερικής νοηματοδότησης του Ανθρώπου και του νοήματος της Ζωής. Από τότε μέχρι τις μέρες μας , βιώνει τον σταδιακό θάνατο της ψυχής και της ελευθερίας, τις συνέπειες δηλ. της κυριαρχίας του λεγόμενου «ορθολογισμού», που κατέπεσε σε καθαρά εργαλειακό ορθολογισμό στην υπηρεσία του παραγωγισμού και της κατανάλωσης, που κυριάρχησαν ως τα νέα δόγματα που είναι τα μόνα που εκφράζουν την έννοια της προόδου και της ευτυχίας. Ως αντιστάθμισμα λοιπόν αυτής της επικρατούσης κατά τον 18ο αιώνα δυτικής νεωτερικής νοο-τροπίας, δηλ. δυτικής πολιτισμικής πρότασης, ως αντιστάθμισμα «της πρώτης απογοήτευσης του κόσμου», όπως ονόμαζε ο Καστοριάδης την απογοήτευση που προήλθε από την οπισθοχώρηση των θρησκειών8 , δηλ. των παλαιότερων οντολογιών ή φιλοσοφικών θεμελιώσεων ή θεσμίσεων των κοινωνιών, θα εμφανιστεί ο λεγόμενος «ρομαντισμός». Θα εμφανισθεί ως προϋπόθεση για την ίδια την επιβίωση του Ανθρώπου, «απέναντι σε μία ξέφρενη μεγαμηχανή την οποίαν πλέον δεν κατευθύνει κανένας, μήτε καν ο τρελός μηχανοδηγός του βωβού κινηματογράφου9» . Αυτός ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα, ως το μόνο απελευθερωτικό κίνημα στην Ευρώπη απέναντι στην καταδυνάστευση της ανθρωπότητας από τον νεωτερικό εργαλειακό ορθολογισμό, θα προσπαθήσει να ανακαλύψει τις χαμένες αξίες της ανθρώπινης ύπαρξης στις παλιές οντολογίες, μέσα στα διασωθέντα ήθη , στα έθιμα και στην Τέχνη των λαών, μέσα στις πρωτόγονες κοινωνίες, μέσα στα ενδότερα της ανθρώπινης ψυχής, μέσα στις οικουμενικής αξίας τοπικές Παραδόσεις, θέτοντας εκ νέου ερωτήματα αφορούντα στην ίδια την υπαρξιακή διάσταση του Ανθρώπου.
Από τα τέλη έτσι του 18ου αιώνα, η Ευρώπη αρχίζει να επαναξιολογεί την Ελληνική Παράδοση, με έμφαση σ΄ αυτήν της Αρχαίας Ελλάδας και να προστρέχει σε αυτήν. Ο ιδιοφυής τότε Ρήγας , κινείται επιλεκτικά μεταξύ ευρωπαϊκού Διαφωτισμού - καθ΄όσον ως προς τη δημιουργία και λειτουργία του κράτους ακολούθησε τα παραδείγματα της Γαλλικής Επανάστασης - και «ρομαντισμού», όπως αυτός τότε ετίθετο, αλλά κυρίως με βαθιά πίστη στην αξία της Ελληνικής Παράδοσης. Πρότεινε τη δημιουργία Ελληνικού Κράτους συνταγματικά αλλά και φιλοσοφικά θεμελιωμένου : στο Σύνταγμά του προβάλλει έναν τύπο άμεσης Δημοκρατίας αρχαιοελληνικής και ρουσοϊκής εμπνεύσεως και προτείνει τη δημιουργία μιάς Επικράτειας όπου περιλαμβάνεται «ο λαός απόγονος των Ελλήνων, όπου κατοικεί την Ρούμελην, την Μικράν Ασίαν, τας μεσογείους νήσους, την Βλαχομπογδανίαν , αλλά και όλους όσους στενάζουν υπό την δυσφορωτάτην τυραννίαν του Οθωμανικού βδελυρωτάτου δεσποτισμού...» . Η Επικράτεια αυτή ενοποιείται με την συνέργεια θεσμών που εμψυχώνει ο «Ελληνισμός» , με μέσα γι΄ αυτό την καθιέρωση της Ελληνικής ως επίσημης γλώσσας και την υποχρεωτική διδασκαλία της στην εκπαίδευση και συνάμα με την διαρκή αναφορά στον «Ελληνικόν Τόπον» και την «Ελληνικήν Γήν».
Πρόκειται περί παραδείγματος οικουμενικής αξίας, καθόσον θεμελιώνει μία μετανεωτερική κοσμοθεωρητική πρόταση, πρόταση ιδιαίτερα πολύτιμη σήμερα, που γίνεται ολοένα και περισσότερο εμφανής η χρεοκοπία του κοσμοθεωρητικού προτάγματος της νεωτερικότητος , πρόταση ιδιαίτερα πολύτιμη στο σημερινό κόσμο της σύγκρουσης των φονταμεταλισμών ένθεν κακείθεν μιας αμήχανης ηπείρου, μιας ηπείρου κατά τα φαινόμενα αδύναμης πλέον να παρέμβει στην Ιστορία. Αυτή η εμμονή συνοψίζεται στην άποψη-οικτιρμό, που συχνά ακούγεται, πως «ακόμα οι Ελληνες αναζητούμε την ταυτότητά μας ανάμεσα στο δυτικό παράδειγμα και την τοπική Παράδοση, ανάμεσα στο Λόγο και το Βίωμα ». Μα αυτή ακριβώς η σύζευξη και συμπόρευση, αποτελεί το Ελληνικό παράδειγμα του 19ου αιώνος και θεμελιώνει την Πολιτιστική Πρόταση της Νέας Ελλάδας. Αυτό είναι ένα ζήτημα που παλαιότερα στην Ελλάδα αποτελούσε θέμα γόνιμων συζητήσεων και αναφορών, οι εφημερίδες μέχρι μιας εποχής - μέχρι ίσως και τη δεκαετία του -60 - συναγωνιζόντουσαν σε πολιτιστικά θέματα, που όμως πρώτοι οι πολιτικοί εγκατέλειψαν και τώρα πιά αγνοούν πλήρως.
Το έλλειμμα αυτό της νεοελληνικής πολιτικής ή «πολιτικής», καθίσταται τραγικό, σήμερα που τα ζητήματα του Πολιτισμού διεθνώς καταλαμβάνουν το κεντρικό πεδίο, την κεντρική αναφορά, το κεντρικό ζητούμενο και το κεντρικό εργαλείο της Πολιτικής. Είναι π.χ. εμφανής η πολιτική Νταβούτογλου, είναι επίσης εμφανής η στροφή της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών, προβλεφθείσα στις εκθέσεις-προτάσεις Huntington, είναι εμφανής η πολιτική των μεγάλων τουλάχιστον ευρωπαϊκών κρατών που έχουν θέσει τον Πολιτισμό στην κύρια ατζέντα τους. Είναι εμφανές πως βρισκόμαστε σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλέον γίγνεσθαι, όπου το θέατρο της Ιστορίας μετατοπίζει στη Ανατολή την κεντρική του σκηνή - π.χ. οι ανακοινώσεις του ΥΠ.ΕΞ της Κίνας γίνονται μόνο στα κινεζικά. Στην Ελλάδα οι πολιτικοί είτε είναι εκτός τόπου και χρόνου, είτε δείχνουν πως είναι εκτός τόπου και χρόνου : και οι δύο παραπάνω περιπτώσεις αποδεικνύουν το πολιτικό μας αδιέξοδο και το άδηλο μέλλον μας .
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1 Τη λέξη Πολιτισμός την εισήγαγε ο Κοραής, λήμμα στη Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, Στέφανου Α. Κουμανούδη . Αναφορά στη «Πολιτισμική Ιστορία» του Pascal Ory, σελ. 12 , εκδ. Ινστιτούτο του βιβλίου-Α.Καρδαμίτσα , 2007
2 Καστοριάδης Κορνήλιος, «Η φαντασιακή θέσμιση των κοινωνιών», εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 1981
3 Bertrand Badie, «Κουλτούρα και Πολιτική», Εκδ. Πατάκη, 1993
4 Huntington S. , «Η σύγκρουση ανατολής-δύσης», Εναλλακτικές Εκδόσεις , Αθήνα 1998
5 Εννοεί τον δυτικό, τον κομφουκιανό, τον ιαπωνικό, τον ινδουιστικό, τον σλαβο-ορθόδοξο, τον λατινοαμερικανικό και πιθανώς τον αφρικανικό πολιτισμό.
6 Huntington S. «Η σύγκρουση ανατολής-δύσης», Εναλλακτικές Εκδόσεις , Αθήνα 1998
7 Β. Μαρκεζίνης, «Ορατοί οι κίνδυνοι στα εθνικά θέματα» και «Η Ελλάδα και το φαινόμενο Αχμετ Νταβούτογλου» άρθρα στην εφημ. ΕΘΝΟΣ, αναρτημένα στο ΕΘΝΟΣONLINE, Χρ. Γιανναρά «Η πρόκληση Νταβούτογλου», άρθρο εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, αλλά και για πολιτική Τουρκίας : Γ.Καραμπελιάς «Η κοινωνική βάση του νέο-οθωμανισμού» και «Νέο-οθωμανισμός και Ελληνισμός» περ. ΑΡΔΗΝ τ.72 και Στ. Κωσταντινίδης «Νέο-οθωμανισμός: έννοια κλειδί για την κατανόηση της σημερινής Τουρκίας», περ. ΑΡΔΗΝ τ.72
8 Καστοριάδης Κορ., Κοινωνία χωρίς μνήμη, συνέντευξη στην εφημ. ΝΕΑ 10/8/1993.
9 Γ.Καραμπελιάς , «Ο Ρομαντισμός στον αντίποδα της νεωτερικότητας», Εναλλακτικές Εκδόσεις , Αθήνα 2002
βλ.: http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=336
Η λέξη «πολιτισμός», προερχόμενη από τη λέξη «πόλις», καταδήλως σχετίζεται εννοιολογικώς με αυτήν : η «πόλις» χαρακτήριζε βεβαίως τον οικισμό και την κοινωνία που διέμενε σε αυτόν, αλλά εμπεριείχε και το όλο πνευματικό υπόβαθρο στο οποίο αυτά επικάθονταν. Εμπεριείχε με άλλα λόγια τον όλο τρόπο ύπαρξής τους, δηλαδή την όλη υπαρξιακή ή φιλοσοφική θεμελίωσή τους. Ο «πολιτισμός» βεβαίως δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με την έννοια αυτή της «πόλεως». Συνακολούθως, η «πολιτική» ήταν η περί αυτής της «πόλεως» μέριμνα, η προσπάθεια προώθησης των συλλογικών της στόχων, στους οποίους βεβαίως κύρια θέση καταλάμβαναν η προώθηση της υπαρξιακής σημαντικής του ανθρώπου και των κοινωνιών. Η ιστορία μάλιστα δείχνει πως αυτό συνιστούσε «το κοινό και το κύριο των λαών» - δανειζόμενοι έκφραση του Σολωμού - και αποτελούσε γι' αυτούς κύριο ζητούμενο, ως αδιαίρετο συστατικό της καθημερινής τους ζωής.
Δυστυχώς όμως, οι ανωτέρω λέξεις αλλοιώθηκαν, με τη συνδρομή βεβαίως της Δύσεως : η δυτική νεωτερική πρόταση περί νοηματοδότησης της Ζωής και του Ανθρώπου, του Κόσμου και της Ιστορίας, πρόταση που συνοψίστηκε στη πρόταξη άλλων προτεραιοτήτων ζωής, μετάλλαξε την παλαιά «πόλιν» σε «citas», και από κεί ο όρος civilisation τον οποίον μεταφέραμε μεταπρατικώς σε «πολιτισμό» : παρόλη την αρχική μέριμνα αυτή η civilisation να έχει να κάνει με τον ίδιο τον τρόπο ύπαρξης και προώθησης του όποιου εναπομείναντος φιλοσοφικού υποβάθρου των κοινωνιών, με τον καιρό αυτό εξασθένησε και έτσι σωστά φερόμενοι οι δυτικοί σχεδόν εγκατέλειψαν τον όρο και χρησιμοποιούν τον όρο culture, «καλλιέργεια», υπό την έννοια της πνευματικής καλλιέργειας των μελών της κοινωνίας. Σημειωτέον μάλιστα ότι ό όρος culture προέρχεται από το culte, που έχει να κάνει και με έννοιες θρησκευτικές, εξ΄ άλλου και ο όρος καλλιέργεια ετυμολογικώς δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με την καλλιέργεια της γης, αλλά εμπεριέχει τη λέξη κάλλος και τη λέξη έργον. Υπάρχει και η λέξη «καλλιέρεια», επίσης με το συνθετικό κάλλος και το ιερόν, με βαθύτερη βεβαίως σημασία.
Εν πάση περιπτώσει σήμερα με έναν αυθαιρέτως νοηματοδοτημένο «πολιτισμό» εννοούμε - στην Ελλάδα - τις «πνευματικές» και «καλλιτεχνικές» πρακτικές, πρακτικές ξεκομμένες από την καθημερινή ζωή και από τους συλλογικούς στόχους των κοινωνιών. Η δε παλαιά «πολιτική» έχει εκπέσει σε μια απλή διαχειριστική , κυρίως λογιστική διαχειριστική, των κοινωνιών, των νεωτερικής έμπνευσης και λειτουργίας «κρατών», που δεν ενδιαφέρεται παρά δίκην πολυτέλειας ακόμα και με αυτή τη συρρικνωμένη έννοια του πολιτισμού - και δικαίως, γιατί έτσι συρρικνωμένα αυτός ο πολιτισμός δεν πολυέχει νόημα, ου μην βλάπτει και αποπροσανατολίζει. Η αλήθεια είναι πάντως πως το συνθετικό της culture, culte, χρησιμοποιείται στη Δύση και μάλιστα προτασσόταν και προτάσσεται σε επίπεδο «πολιτικής», ενώ το αντίστοιχο, αν μπορούμε να το παραλληλήσουμε, «κάλλος», όχι μόνο δεν το χρησιμοποιούμε εμείς καθόλου, αναφερόμενοι στον «Πολιτισμό», αλλά και όποτε τον χρησιμοποιούμε αλλοιώνουμε τη σημασία του.
Ο «πολιτισμός» με άλλα λόγια, δεν είναι η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική, το θέατρο και η μουσική, ή ό,τι άλλο «καλλιτεχνικό». Αυτά δεν αποτελούν παρά εκδηλώσεις του και συμπύκνωσή του ή και τρόπο προώθησής του, δεδομένου της συν-κινητικής ιδιότητάς τους. Ούτε η ευγένεια στις διαπροσωπικές σχέσεις ή η ποιότητα των οικιακών σκευών και των αυτοκινήτων, που δεν αποτελούν και αυτά παρά εκφράσεις του, ως εκφράσεις των προτεραιοτήτων της ζωής μας. Πολιτισμός είναι ο τρόπος με τον οποίον υπάρχουν και θεωρούν πως υπάρχουν οι κοινωνίες, είναι το υπαρξιακό πεδίο αναφοράς τους, είναι η φαντασιακή θέσμισή τους - για να θυμηθούμε τον Καστοριάδη2 που τελικώς όμως πρόκειται για τη φιλοσοφική τους θέσμιση ή θεμελίωση, απ΄ όπου προκύπτουν οι συλλογικοί και οι ατομικοί στόχοι και οι προτεραιότητες της καθημερινής ζωής. Το ότι οι προτεραιότητες της καθημερινής προκύπτουν από αυτό το συλλογικό φαντασιακό ή τη φιλοσοφική μας θεμελίωση, έχει αρκούντως αναλυθεί και καταδειχθεί. Ο ίδιος ο Marx, π.χ., διαβεβαίωνε πως ο Απόλλων των Δελφών ήταν στη ζωή των Ελλήνων μία δύναμη τόσο πραγματική όσο και οποιαδήποτε άλλη, η δε υποτιθέμενη «πραγματική» Οικονομία έχει καταδήλως φαντασιακά θεμέλια : η περίφημη Πολιτική Οικονομία εξαρτάται από την ανθρώπινη συμπεριφορά και έχει πρωτίστως να κάνει με τις προτεραιότητες της ζωής των ανθρώπων, των αναγκών τους και των επιθυμιών τους, που διαμορφώνονται από σημασίες φαντασιακές , τουλάχιστον εξ' ίσου με τις όποιες «πραγματικές» ανάγκες , επιθυμίες και προτεραιότητες και στο βαθμό που αυτές είναι ανεξάρτητες από τις φαντασιακές.
Η ιστορία αποδεικνύει ότι η ιστορία των κοινωνιών, των συγκρούσεων και των κάθε είδους εξελίξεων ταυτίζεται με την ιστορία των Πολιτισμών, με την έννοια που δώσαμε παραπάνω στον όρο αυτόν. Αυτό δε, δεν αφορά μόνο στις αρχαίες κοινωνίες, όπου και είναι κατάδηλον. Οι νεώτερες κοινωνίες και τα νεωτερικά έθνη-κράτη, συγκροτήθηκαν στηριζόμενα σε τέτοιου είδους φιλοσοφικές ή αν θέλετε σε αντίστοιχης σημασίας «νοηματικά και πολιτισμικά συστήματα» - για να θυμηθούμε τον Μ. Weber3, που πρώτος αμφισβήτησε τον επικρατούντα «θετικισμό και οικονομισμό» στην πολιτική κοινωνιολογία τη δεκαετία του -60 και αυτή η αμφισβήτηση ενισχύεται ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Η Ευρώπη, π.χ., οφείλει την ύπαρξή της ως κοιτίδα ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας, στον χριστιανισμό και στο όνομα αυτού προσπάθησε να απλωθεί στον κόσμο όλο. Λαοί που στερούντο πολιτισμικής Παράδοσης, για να μπορέσουν να συγκροτηθούν ως κράτη, δανείστηκαν πολιτισμικές βάσεις από άλλους λαούς - π.χ. ο αμερικανικός λαός που στηρίχτηκε σε χριστιανικές διδασκαλίες και σε αρχαιοελληνικές παρακαταθήκες - ασχέτως του πως αυτά ερμηνεύτηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν. Οι κοινές πολιτισμικές παραδόσεις είναι προφανές ότι και σήμερα βρίσκονται πίσω από οικονομικές ή άλλου είδους συμμαχίες και συνασπισμούς κρατών και λαών και εξακολουθούν να βρίσκονται εμφανώς ή αφανώς πίσω από κάθε είδους συγκρούσεις. Οι προσπάθειες δε του κατά το μάλλον ή ήττον επικρατούντος, μέχρι τώρα, δυτικού Πολιτισμού να επιβληθεί παγκοσμίως όχι μόνον απέτυχε, αλλά όπου «εκσυγχρονίστηκαν», δηλ. εκδυτικοποιήθηκαν, από υλικής απόψεως, χώρες τρίτου κόσμου και μάλιστα χώρες με βαθιά πολιτισμική παράδοση, πέτυχε το αντίθετο. Συνετέλεσε στην ενδυνάμωση των τοπικών αυτών πολιτισμικών παραδόσεων, απολύτως αντίθετη έως εχθρική με την δυτική πολιτισμική πρόταση και αυτό με παρενέργειες : ενδυνάμωση ή και δημιουργία φονταμενταλισμών, με τις συνέπειες που όλοι γνωρίζουμε.
Ο γνωστός S. Huntington, ένας από τους επιφανείς θεωρητικούς της αμερικανικής γεωπολιτικής στρατηγικής, στα περίφημα κείμενά του «Η σύγκρουση των πολιτισμών» και «Η Δύση μοναδική όχι οικουμενική»4 αναλύει πως η πολιτισμική ταυτότητα θα είναι όλο και περισσότερο σημαντική στο μέλλον και ο κόσμος θα διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των επτά ή οκτώ -κατά τη γνώμη του- μεγαλυτέρων πολιτισμών5. Δεν συμφωνούμε με αυτήν την καταμέτρηση, αλλά σημασία έχει πως επισημαίνει την καθοριστική σημασία των πολιτισμών στην εξέλιξη των κοινωνιών και των κρατών, στην εξέλιξη της Ιστορίας. Άλλωστε και ο ίδιος ο Foukouyama εγκατέλειψε την θεωρία περί τέλους της Ιστορίας, διαπιστώνοντας πως αυτή θα έχει ως κύριο πεδίο εξέλιξής της την Ανατολή. Όπως δε μας αναλύει ο Γ. Καραμπελιάς, « η σημερινή άνοδος του Huntington στο παγκόσμιο στερέωμα αποτελεί έκφραση της μετατόπισης της Δύσης ααπό το τέλος της Ιστορίας του Foukouyama και την παγκόσμια νίκη του δυτικού ανθρώπου-εμπορεύματος, στη λογική της Δύσης-Φρούριο» , μετακίνηση που ολοκληρώθηκε την 11η Σεπτεμβρίου 2001, αλλά ήδη η Δύση δείχνει άλλη στάση προς την Ανατολή, κάτι το οποίον είχε επίσης προταθεί από τον Huntington και ίσως αρχίσει να υλοποιείται τώρα και βεβαίως δεν είναι του παρόντος να ασχοληθούμε με την παρουσίασή του. Απλώς τονίζουμε πως η γεωπολιτική στρατηγική της «Δύσεως» ξεκινά από την αναγνώριση της σημασίας των Πολιτισμών και με βάση αυτήν την αναγνώριση σχεδιάζει την Πολιτική της, η οποία μάλλα λόγια έχει ως επίκεντρο τον Πολιτισμό. Αναφερόμαστε κυρίως στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, εκφραζόμενη τελευταία δυναμικά από τον Obama και της Γαλλίας, που επιδιώκει ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη, από τον Sarkozi. Ομοίως όμως λειτουργούν και οι πολιτικές των άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών. Δεν αναφέρομαι στην άπω Ανατολή, που κινούνται με έναν τρίτο τρόπο ανάπτυξης, αυτόν που εδράζεται πάνω στις πολιτισμικές τους Παραδόσεις - που διαφοροποιείται δηλ. από τα κύρια μοντέλα του κρατισμού και του φιλελευθερισμού. Βεβαίως είναι και τα ισλαμικά κράτη, που «εκσυγχρονιζόμενα» αντί να εκδυτικοποιηθούν πολιτισμικώς, ανέσυραν την απωθημένη από την υλική τους μιζέρια ιδιοπροσωπία τους, την προέταξαν - ίσως την ανέπτυξαν περαιτέρω - και με αυτήν πορεύονται. Πολιτισμική πολιτική κάνει τελευταία και η Τουρκία, που εγκαταλείπει κεμαλική εμμονή στη συγκρότηση νεωτερικής εμπνεύσεως έθνους-κράτους - άλλωστε αυτά έχουν πλέον δείξει τα όριά τους - και περνά στην πολιτική Νταβούτογλου που δίνει έμφαση στον ισλαμικό πολιτισμό και έτσι επιχειρεί να αναχθεί σε μεγάλη «διαμεσολαβητική» δύναμη Ανατολής-Δύσης7.
Παρότι τα παραπάνω τα αναφέραμε κυρίως ενδεικτικώς, οφείλουμε να τονίσουμε την απίστευτη αδιαφορία που δείχνουν στον Πολιτισμό - με τον Πολιτισμό στην πραγματική έννοια του όρου - οι σημερινοί Έλληνες πολιτικοί και συνακολούθως η ελληνική κοινωνία, δεδομένου της πλύσης εγκεφάλου που αυτή δέχεται πανταχόθεν και δεν υπερβάλουμε καθόλου χρησιμοποιώντας αυτές τις λέξεις. Πρώτ΄ απ΄ όλα, δηλ. σε πρώτο επίπεδο θεώρησης των πραγμάτων, ο Πολιτισμός είναι αυτός που καθορίζει τους συλλογικούς και ατομικούς στόχους και προτεραιότητες. Υπόσχονται, π.χ. και ανταγωνίζονται - δήθεν - οι πολιτικοί μας, με στόχο την υφαρπαγή δια ψηφοφορίας - δήθεν ελεύθερης - για αύξηση μισθών κατά μερικά ευρώ, ενώ από δίπλα διαφημίζεται ο πάμπλουτος με το ιδιωτικό νησί που κέρδισε παίζοντας λόττο. Όταν προτεραιότητα ζωής είναι η πολυτελής ζωή, σπρώχνεται ο έχων αυτό ως προτεραιότητα της ζωής του να δαπανήσει πολλαπλάσια αγοράζοντας λόττο και μη έχοντας ποτέ ελέγξει το ποσοστό που παρακρατά το κράτος, που είναι πολλαπλάσιο από το κέρδος των ιδιωτικών καζίνο. Μόνο με έναν άλλο Πολιτισμό, θα λυνόταν το δημοσιονομικό πρόβλημα : ο Γκάντι είχε πεί «αν ζήσετε απλά, άλλοι απλά θα ζήσουν».
Αν πάμε όμως λίγο βαθύτερα, θα πρέπει να νοιώσουμε όλοι βαθιά θλίψη, διαπιστώνοντας ότι οι πολιτικοί μας - μάλλον και ΄μείς μαζί - αγνοούμε ή έστω παραβλέπουμε, ότι η ίδια η ύπαρξη της Ελλάδος, της νεώτερης Ελλάδος, οφείλεται στην Πολιτισμική της Παράδοση ή αν θέλετε σε αυτό που η Δύση θεωρούσε, ως τέτοια και σε αυτά που πρόσμενε, αλλά και προσμένει, από αυτήν.
Η Ιδέα του Νέου Ελληνικού Κράτους προέκυψε από μία εκπληκτική σύζευξη νεωτερικότητας και Ελληνικής Παράδοσης όπως αυτή σχηματοποιήθηκε σε πολιτική πράξη από το Ρήγα. Η Ευρώπη ήδη από τα τέλη του 18ου και κυρίως σ΄ όλο τον 19ο αιώνα - και ακόμα περισσότερο στον 20ο - βιώνει τα αδιέξοδα της νεωτερικής νοηματοδότησης του Ανθρώπου και του νοήματος της Ζωής. Από τότε μέχρι τις μέρες μας , βιώνει τον σταδιακό θάνατο της ψυχής και της ελευθερίας, τις συνέπειες δηλ. της κυριαρχίας του λεγόμενου «ορθολογισμού», που κατέπεσε σε καθαρά εργαλειακό ορθολογισμό στην υπηρεσία του παραγωγισμού και της κατανάλωσης, που κυριάρχησαν ως τα νέα δόγματα που είναι τα μόνα που εκφράζουν την έννοια της προόδου και της ευτυχίας. Ως αντιστάθμισμα λοιπόν αυτής της επικρατούσης κατά τον 18ο αιώνα δυτικής νεωτερικής νοο-τροπίας, δηλ. δυτικής πολιτισμικής πρότασης, ως αντιστάθμισμα «της πρώτης απογοήτευσης του κόσμου», όπως ονόμαζε ο Καστοριάδης την απογοήτευση που προήλθε από την οπισθοχώρηση των θρησκειών8 , δηλ. των παλαιότερων οντολογιών ή φιλοσοφικών θεμελιώσεων ή θεσμίσεων των κοινωνιών, θα εμφανιστεί ο λεγόμενος «ρομαντισμός». Θα εμφανισθεί ως προϋπόθεση για την ίδια την επιβίωση του Ανθρώπου, «απέναντι σε μία ξέφρενη μεγαμηχανή την οποίαν πλέον δεν κατευθύνει κανένας, μήτε καν ο τρελός μηχανοδηγός του βωβού κινηματογράφου9» . Αυτός ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα, ως το μόνο απελευθερωτικό κίνημα στην Ευρώπη απέναντι στην καταδυνάστευση της ανθρωπότητας από τον νεωτερικό εργαλειακό ορθολογισμό, θα προσπαθήσει να ανακαλύψει τις χαμένες αξίες της ανθρώπινης ύπαρξης στις παλιές οντολογίες, μέσα στα διασωθέντα ήθη , στα έθιμα και στην Τέχνη των λαών, μέσα στις πρωτόγονες κοινωνίες, μέσα στα ενδότερα της ανθρώπινης ψυχής, μέσα στις οικουμενικής αξίας τοπικές Παραδόσεις, θέτοντας εκ νέου ερωτήματα αφορούντα στην ίδια την υπαρξιακή διάσταση του Ανθρώπου.
Από τα τέλη έτσι του 18ου αιώνα, η Ευρώπη αρχίζει να επαναξιολογεί την Ελληνική Παράδοση, με έμφαση σ΄ αυτήν της Αρχαίας Ελλάδας και να προστρέχει σε αυτήν. Ο ιδιοφυής τότε Ρήγας , κινείται επιλεκτικά μεταξύ ευρωπαϊκού Διαφωτισμού - καθ΄όσον ως προς τη δημιουργία και λειτουργία του κράτους ακολούθησε τα παραδείγματα της Γαλλικής Επανάστασης - και «ρομαντισμού», όπως αυτός τότε ετίθετο, αλλά κυρίως με βαθιά πίστη στην αξία της Ελληνικής Παράδοσης. Πρότεινε τη δημιουργία Ελληνικού Κράτους συνταγματικά αλλά και φιλοσοφικά θεμελιωμένου : στο Σύνταγμά του προβάλλει έναν τύπο άμεσης Δημοκρατίας αρχαιοελληνικής και ρουσοϊκής εμπνεύσεως και προτείνει τη δημιουργία μιάς Επικράτειας όπου περιλαμβάνεται «ο λαός απόγονος των Ελλήνων, όπου κατοικεί την Ρούμελην, την Μικράν Ασίαν, τας μεσογείους νήσους, την Βλαχομπογδανίαν , αλλά και όλους όσους στενάζουν υπό την δυσφορωτάτην τυραννίαν του Οθωμανικού βδελυρωτάτου δεσποτισμού...» . Η Επικράτεια αυτή ενοποιείται με την συνέργεια θεσμών που εμψυχώνει ο «Ελληνισμός» , με μέσα γι΄ αυτό την καθιέρωση της Ελληνικής ως επίσημης γλώσσας και την υποχρεωτική διδασκαλία της στην εκπαίδευση και συνάμα με την διαρκή αναφορά στον «Ελληνικόν Τόπον» και την «Ελληνικήν Γήν».
Πρόκειται περί παραδείγματος οικουμενικής αξίας, καθόσον θεμελιώνει μία μετανεωτερική κοσμοθεωρητική πρόταση, πρόταση ιδιαίτερα πολύτιμη σήμερα, που γίνεται ολοένα και περισσότερο εμφανής η χρεοκοπία του κοσμοθεωρητικού προτάγματος της νεωτερικότητος , πρόταση ιδιαίτερα πολύτιμη στο σημερινό κόσμο της σύγκρουσης των φονταμεταλισμών ένθεν κακείθεν μιας αμήχανης ηπείρου, μιας ηπείρου κατά τα φαινόμενα αδύναμης πλέον να παρέμβει στην Ιστορία. Αυτή η εμμονή συνοψίζεται στην άποψη-οικτιρμό, που συχνά ακούγεται, πως «ακόμα οι Ελληνες αναζητούμε την ταυτότητά μας ανάμεσα στο δυτικό παράδειγμα και την τοπική Παράδοση, ανάμεσα στο Λόγο και το Βίωμα ». Μα αυτή ακριβώς η σύζευξη και συμπόρευση, αποτελεί το Ελληνικό παράδειγμα του 19ου αιώνος και θεμελιώνει την Πολιτιστική Πρόταση της Νέας Ελλάδας. Αυτό είναι ένα ζήτημα που παλαιότερα στην Ελλάδα αποτελούσε θέμα γόνιμων συζητήσεων και αναφορών, οι εφημερίδες μέχρι μιας εποχής - μέχρι ίσως και τη δεκαετία του -60 - συναγωνιζόντουσαν σε πολιτιστικά θέματα, που όμως πρώτοι οι πολιτικοί εγκατέλειψαν και τώρα πιά αγνοούν πλήρως.
Το έλλειμμα αυτό της νεοελληνικής πολιτικής ή «πολιτικής», καθίσταται τραγικό, σήμερα που τα ζητήματα του Πολιτισμού διεθνώς καταλαμβάνουν το κεντρικό πεδίο, την κεντρική αναφορά, το κεντρικό ζητούμενο και το κεντρικό εργαλείο της Πολιτικής. Είναι π.χ. εμφανής η πολιτική Νταβούτογλου, είναι επίσης εμφανής η στροφή της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών, προβλεφθείσα στις εκθέσεις-προτάσεις Huntington, είναι εμφανής η πολιτική των μεγάλων τουλάχιστον ευρωπαϊκών κρατών που έχουν θέσει τον Πολιτισμό στην κύρια ατζέντα τους. Είναι εμφανές πως βρισκόμαστε σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλέον γίγνεσθαι, όπου το θέατρο της Ιστορίας μετατοπίζει στη Ανατολή την κεντρική του σκηνή - π.χ. οι ανακοινώσεις του ΥΠ.ΕΞ της Κίνας γίνονται μόνο στα κινεζικά. Στην Ελλάδα οι πολιτικοί είτε είναι εκτός τόπου και χρόνου, είτε δείχνουν πως είναι εκτός τόπου και χρόνου : και οι δύο παραπάνω περιπτώσεις αποδεικνύουν το πολιτικό μας αδιέξοδο και το άδηλο μέλλον μας .
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1 Τη λέξη Πολιτισμός την εισήγαγε ο Κοραής, λήμμα στη Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, Στέφανου Α. Κουμανούδη . Αναφορά στη «Πολιτισμική Ιστορία» του Pascal Ory, σελ. 12 , εκδ. Ινστιτούτο του βιβλίου-Α.Καρδαμίτσα , 2007
2 Καστοριάδης Κορνήλιος, «Η φαντασιακή θέσμιση των κοινωνιών», εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 1981
3 Bertrand Badie, «Κουλτούρα και Πολιτική», Εκδ. Πατάκη, 1993
4 Huntington S. , «Η σύγκρουση ανατολής-δύσης», Εναλλακτικές Εκδόσεις , Αθήνα 1998
5 Εννοεί τον δυτικό, τον κομφουκιανό, τον ιαπωνικό, τον ινδουιστικό, τον σλαβο-ορθόδοξο, τον λατινοαμερικανικό και πιθανώς τον αφρικανικό πολιτισμό.
6 Huntington S. «Η σύγκρουση ανατολής-δύσης», Εναλλακτικές Εκδόσεις , Αθήνα 1998
7 Β. Μαρκεζίνης, «Ορατοί οι κίνδυνοι στα εθνικά θέματα» και «Η Ελλάδα και το φαινόμενο Αχμετ Νταβούτογλου» άρθρα στην εφημ. ΕΘΝΟΣ, αναρτημένα στο ΕΘΝΟΣONLINE, Χρ. Γιανναρά «Η πρόκληση Νταβούτογλου», άρθρο εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, αλλά και για πολιτική Τουρκίας : Γ.Καραμπελιάς «Η κοινωνική βάση του νέο-οθωμανισμού» και «Νέο-οθωμανισμός και Ελληνισμός» περ. ΑΡΔΗΝ τ.72 και Στ. Κωσταντινίδης «Νέο-οθωμανισμός: έννοια κλειδί για την κατανόηση της σημερινής Τουρκίας», περ. ΑΡΔΗΝ τ.72
8 Καστοριάδης Κορ., Κοινωνία χωρίς μνήμη, συνέντευξη στην εφημ. ΝΕΑ 10/8/1993.
9 Γ.Καραμπελιάς , «Ο Ρομαντισμός στον αντίποδα της νεωτερικότητας», Εναλλακτικές Εκδόσεις , Αθήνα 2002
βλ.: http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=336
Ετικέτες
Γλωσσικά,
Πολιτική,
Civilization
Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011
Ενας προφήτης για σκοτεινούς καιρούς Στον θαυμαστό κόσμο των ... ευτυχισμένων δούλων
Ο Αλντους Χάξλεϊ (1894-1963) υπήρξε ίσως ένας από τους ελάχιστους διανοούμενους του εικοστού αιώνα στον οποίο συνέχιζαν να συνυπάρχουν οι «δύο κουλτούρες», η ουμανιστική και η επιστημονική. Τα δοκίμια και τα μυθιστορήματά του καθρεφτίζουν μια εγκυκλοπαιδική πολυμάθεια και μια εξαιρετική ικανότητα σύνθεσης φιλοσοφίας και επιστήμης, ιστορίας και βιολογίας, ποίησης και χημείας, λογοτεχνίας και οικονομίας.
Δεν πρέπει βέβαια να λησμονάμε ότι παππούς του Αλντους Χάξλεϊ ήταν ο μεγάλος βιολόγος Τόμας Χένρι Χάξλεϊ, ο οποίος υπήρξε φίλος του Δαρβίνου και ο κύριος δημόσιος υποστηρικτής του δαρβινισμού στη βικτωριανή εποχή. Πατέρας του ήταν ο συγγραφέας Λέοναρντ Χάξλεϊ, εκδότης του φιλολογικού περιοδικού «Cornhill Magazine». Η μητέρα του ήταν ανιψιά του ποιητή Μάθιου Αρνολντ και αδελφή της μυθιστοριογράφου Χάμφρι Γουόρντ.
Ο μικρότερος αδελφός του, Αντριου Φίλντινγκ Χάξλεϊ, τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός του Τζούλιαν Χάξλεϊ υπήρξε σπουδαίος βιολόγος και φιλόσοφος, το έργο του οποίου άσκησε μεγάλη επίδραση στη μελέτη της συμπεριφοράς και της εξέλιξης (διατέλεσε μάλιστα και πρώτος γενικός διευθυντής της UNESCO στα χρόνια 1946-48). Μεγαλώνοντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο Αλντους Χάξλεϊ αποδέχθηκε την πρόκληση του ευγενικού ανταγωνισμού και της πνευματικής άμιλλας και τόλμησε να θέσει έναν δημιουργικό στόχο που κανείς από τους συγγενείς του δεν είχε επιδιώξει με την ίδια αποφασιστικότητα: να επανασυνδέσει επιστήμη και λογοτεχνία, σώμα και πνευματικότητα, φαντασία και ορθολογικότητα.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε μία νέα έκδοση του σπουδαίου έργου του Αλντους Χάξλεϊ «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» («Νησίδες», μετάφραση: Βασίλης Τομανάς). Ξαναδιαβάζοντας σήμερα αυτό το μυθιστόρημα -που γράφτηκε το 1931 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Αγγλία το 1932- μπορούμε ίσως να καταλάβουμε περισσότερο από κάθε άλλη προηγούμενη φορά την προφητική του δύναμη και οξυδέρκεια. Η μεγάλη διορατικότητα του Χάξλεϊ τον καθιστά έναν πολύτιμο οδηγό στην αβέβαιη περιπλάνηση της ανθρωπότητας μέσα στο λαβύρινθο του εικοστού πρώτου αιώνα. Διόλου τυχαία, άλλωστε, το όνομα του Χάξλεϊ ανευρίσκεται σε πρόσφατες μελέτες, που ανακαλύπτουν και υπογραμμίζουν την αξία και την επικαιρότητα του έργου του.
Ενα παράδειγμα; Ο Νιλ Πόστμαν στο βιβλίο του «Διασκέδαση μέχρι θανάτου» («Δρομέας», 1998) αναλύει το σύγχρονο αμερικανικό πολιτισμό ως μια παραλλαγή του μέλλοντος που είχε προβλέψει ο Χάξλεϊ. Ο Πόστμαν ξεκινάει με μια σύγκριση της προφητικής δύναμης του οργουελικού «1984» και του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου» του Χάξλεϊ: «Ο Οργουελ προειδοποιούσε ότι κάποια στιγμή θα επιβληθεί ένας έξωθεν αυταρχισμός. Αντιθέτως, για τον Χάξλεϊ δεν χρειάζεται Μεγάλος Αδελφός για να στερηθεί η ανθρωπότητα την αυτονομία, την ωριμότητα και την ιστορική της μνήμη. Εκείνος πίστευε ότι σιγά σιγά οι άνθρωποι θα καταλήξουν να αγαπούν την καταπίεσή τους, να λατρεύουν την τεχνολογία και να αποδομήσουν την ικανότητά τους για σκέψη. Τον Οργουελ τον φόβιζαν οι άνθρωποι που θα απαγόρευαν τα βιβλία. Τον Χάξλεϊ τον φόβιζε το γεγονός ότι δεν θα υπήρχε λόγος να απαγορευτεί ένα βιβλίο, γιατί δεν θα βρισκόταν άνθρωπος πρόθυμος να διαβάσει.
Δεν πρέπει βέβαια να λησμονάμε ότι παππούς του Αλντους Χάξλεϊ ήταν ο μεγάλος βιολόγος Τόμας Χένρι Χάξλεϊ, ο οποίος υπήρξε φίλος του Δαρβίνου και ο κύριος δημόσιος υποστηρικτής του δαρβινισμού στη βικτωριανή εποχή. Πατέρας του ήταν ο συγγραφέας Λέοναρντ Χάξλεϊ, εκδότης του φιλολογικού περιοδικού «Cornhill Magazine». Η μητέρα του ήταν ανιψιά του ποιητή Μάθιου Αρνολντ και αδελφή της μυθιστοριογράφου Χάμφρι Γουόρντ.
Ο μικρότερος αδελφός του, Αντριου Φίλντινγκ Χάξλεϊ, τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός του Τζούλιαν Χάξλεϊ υπήρξε σπουδαίος βιολόγος και φιλόσοφος, το έργο του οποίου άσκησε μεγάλη επίδραση στη μελέτη της συμπεριφοράς και της εξέλιξης (διατέλεσε μάλιστα και πρώτος γενικός διευθυντής της UNESCO στα χρόνια 1946-48). Μεγαλώνοντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο Αλντους Χάξλεϊ αποδέχθηκε την πρόκληση του ευγενικού ανταγωνισμού και της πνευματικής άμιλλας και τόλμησε να θέσει έναν δημιουργικό στόχο που κανείς από τους συγγενείς του δεν είχε επιδιώξει με την ίδια αποφασιστικότητα: να επανασυνδέσει επιστήμη και λογοτεχνία, σώμα και πνευματικότητα, φαντασία και ορθολογικότητα.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε μία νέα έκδοση του σπουδαίου έργου του Αλντους Χάξλεϊ «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» («Νησίδες», μετάφραση: Βασίλης Τομανάς). Ξαναδιαβάζοντας σήμερα αυτό το μυθιστόρημα -που γράφτηκε το 1931 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Αγγλία το 1932- μπορούμε ίσως να καταλάβουμε περισσότερο από κάθε άλλη προηγούμενη φορά την προφητική του δύναμη και οξυδέρκεια. Η μεγάλη διορατικότητα του Χάξλεϊ τον καθιστά έναν πολύτιμο οδηγό στην αβέβαιη περιπλάνηση της ανθρωπότητας μέσα στο λαβύρινθο του εικοστού πρώτου αιώνα. Διόλου τυχαία, άλλωστε, το όνομα του Χάξλεϊ ανευρίσκεται σε πρόσφατες μελέτες, που ανακαλύπτουν και υπογραμμίζουν την αξία και την επικαιρότητα του έργου του.
Ενα παράδειγμα; Ο Νιλ Πόστμαν στο βιβλίο του «Διασκέδαση μέχρι θανάτου» («Δρομέας», 1998) αναλύει το σύγχρονο αμερικανικό πολιτισμό ως μια παραλλαγή του μέλλοντος που είχε προβλέψει ο Χάξλεϊ. Ο Πόστμαν ξεκινάει με μια σύγκριση της προφητικής δύναμης του οργουελικού «1984» και του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου» του Χάξλεϊ: «Ο Οργουελ προειδοποιούσε ότι κάποια στιγμή θα επιβληθεί ένας έξωθεν αυταρχισμός. Αντιθέτως, για τον Χάξλεϊ δεν χρειάζεται Μεγάλος Αδελφός για να στερηθεί η ανθρωπότητα την αυτονομία, την ωριμότητα και την ιστορική της μνήμη. Εκείνος πίστευε ότι σιγά σιγά οι άνθρωποι θα καταλήξουν να αγαπούν την καταπίεσή τους, να λατρεύουν την τεχνολογία και να αποδομήσουν την ικανότητά τους για σκέψη. Τον Οργουελ τον φόβιζαν οι άνθρωποι που θα απαγόρευαν τα βιβλία. Τον Χάξλεϊ τον φόβιζε το γεγονός ότι δεν θα υπήρχε λόγος να απαγορευτεί ένα βιβλίο, γιατί δεν θα βρισκόταν άνθρωπος πρόθυμος να διαβάσει.
Ενώ ο Ο Οργουελ φοβόταν εκείνους που θα μας στερούσαν την πληροφόρηση. Ο Χάξλεϊ φοβόταν εκείνους που θα μας υπερπληροφορούσαν τόσο, ώστε να καταντήσουμε πλάσματα παθητικά και εγωιστικά. Ο Οργουελ φοβόταν ότι η αλήθεια θα φυλασσόταν μυστική. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι η αλήθεια θα πνιγόταν σε έναν ωκεανό σύγχυσης.
Ο Οργουελ φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε πολιτισμό υποτέλειας. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε πολιτισμό κοινοτοπίας... Ο Οργουελ φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που μισούμε. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που αγαπάμε...».
Ενας πολιτισμός, συμπεραίνει ο Πόστμαν, μπορεί να συρρικνωθεί με δύο τρόπους. Σύμφωνα με τον πρώτο, τον ουργουελικό, ο πολιτισμός γίνεται φυλακή. Σύμφωνα με το δεύτερο, το χαξλεϊκό, ο πολιτισμός γίνεται παρωδία. Στη σύγχρονη Αμερική οι προφητείες του Οργουελ δεν έχουν ακόμη πολλή σημασία, αλλά οι προφητείες του Χάξλεϊ έχουν ήδη αρχίσει να πραγματοποιούνται. «Στην προφητεία του Χάξλεϊ ο Μεγάλος Αδελφός δεν μας βλέπει με δική του επιλογή. Εμείς τον βλέπουμε, με δική μας. Δεν χρειάζονται δεσμοφύλακες ή πύλες ή υπουργεία Αλήθειας. Οταν ένας πληθυσμός ψυχαγωγείται με ασημαντότητες, όταν η πολιτιστική ζωή επαναπροσδιορίζεται ως συνεχής κύκλος ψυχαγωγίας, όταν μία σοβαρή δημόσια συζήτηση γίνεται ένα είδος νηπιακού λόγου, όταν, με λίγα λόγια, ένα λαός γίνεται ακροατήριο και οι δημόσιες πράξεις θεάμα επιθεώρησης, τότε ο θάνατος του πολιτισμού είναι ένα βέβαιο ενδεχόμενο».
Αλλά και το τελευταίο βιβλίο του Φράνσις Φουκουγιάμα με τίτλο «Our Posthuman Future» («Profile Books», 2002) αρχίζει με μία συγκριτική ανάλυση των δύο μεγάλων αντι-ουτοπιών που σημάδεψαν το συλλογικό φαντασιακό του εικοστού αιώνα: του «1984» του Οργουελ και του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου» του Χάξλεϊ. Ο Φουκουγιάμα υποστηρίζει ότι «ενώ οι τεχνολογικές προβλέψεις που διατυπώνουν τα δύο βιβλία είναι εντυπωσιακά ακριβείς, οι πολιτικές προβλέψεις του πρώτου βιβλίου, του "1984", ήταν εντελώς εσφαλμένες». Η αντι-ουτοπία του Οργουελ περιγράφει έναν κόσμο πνιγηρού ολοκληρωτισμού, που υλοποιείται μέσα από τον έλεγχο της πληροφόρησης. Αλλά, αν το Ιντερνετ από μιαν άποψη μοιάζει πάρα πολύ με την οργουελική τηλεοθόνη, από μια άλλη άποψη βρίσκεται στον αντίποδά της. «Αντί να γίνει ένα εργαλείο συγκεντροποίησης και τυραννίας, οδήγησε στον εκδημοκρατισμό της πρόσβασης στην πληροφόρηση και στην αποκέντρωση της πολιτικής». Ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» του Χάξλεϊ, αντιθέτως, θεμελιώνεται πάνω σε μιαν εντυπωσιακή ανάπτυξη των βιοτεχνολογιών και αυτό τον καθιστά εξαιρετικά επίκαιρο. Η επικαιρότητά του δεν καθορίζεται τόσο από αυτό που έχει ήδη συμβεί, όπως είναι λ.χ. η έκρηξη της τεχνολογίας της πληροφορικής, όσο από αυτό που πρόκειται να συμβεί η μάλλον από αυτό που θα μπορούσε να συμβεί. Τι είναι πράγματι η «διαδικασία Μποκανόφσκι», αν όχι μια μέθοδος μαζικής κλωνοποίησης;
Από την άλλη μεριά, σύμφωνα πάντα με τον Φουκουγιάμα, αυτό που καθιστά το πολιτικό σκέλος της προφητείας του Χάξλεϊ περισσότερο εύστοχο και ακριβές από την οργουελική προφητεία είναι το ότι στον «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» «το κακό δεν είναι τόσο φανερό, επειδή κανείς δεν εξοντώνεται». Ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» είναι ένας κόσμος «ευτυχισμένων δούλων». Συνεπώς, ο Φουκουγιάμα προτιμάει να χρησιμοποιεί τον Χάξλεϊ ως οδηγό, προκειμένου να εξερευνήσει «την πιο σημαντική απειλή που δημιουργεί η σύγχρονη βιοτεχνολογία, την απειλή να αλλοιώσει την ανθρώπινη φύση και να μας οδηγήσει σε μια μετα-ανθρώπινη φάση της Ιστορίας».
Η έκφραση «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» («Brave new world»), που δίνει τον τίτλο του μυθιστορήματος του Χάξλεϊ, ανευρίσκεται στην πέμπτη πράξη της «Τρικυμίας» του Σαίξπηρ. Η Μιράντα, η κόρη του Πρόσπερου, εκφράζει με χαρακτηριστική αφέλεια το θαυμασμό της: «How beauteous wankind is/O brave new world/that has such people in it». Ο άκριτος ενθουσιασμός της μοιάζει με εκείνον της Λενίνα, της γυναίκας που αγαπάει ο Τζον ο Αγριος, ο άτυχος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος. Διαφορετικά από τους άλλους κατοίκους του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου», ο Αγριος γνωρίζει από μνήμης το έργο του Σέξπιρ. Αλλά στον «Καινούργιο κόσμο», όπως εξηγεί ο Ελεγκτής Μουσταφά Μοντ, ο Σέξπιρ δεν διαβάζεται επειδή είναι παλιός.
Εξάλλου, έργα όπως ο «Οθέλος» ή ο «Βασιλιάς Λιρ» δεν θα μπορούσαν καν να γίνουν κατανοητά. Οι τραγωδίες για να συμβαίνουν, να γράφονται και να κατανοούνται προϋποθέτουν κοινωνική αστάθεια. Αλλά ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» είναι σταθερότατος. Η σταθερότητά του επιτυγχάνεται με πολύ δραστικά μέτρα, με ένα αξιοθαύμαστο σύστημα διαμόρφωσης εξαρτημένης συμπεριφοράς που ξεκινάει από τα βρέφη και τα νήπια. Ο σχεδόν τέλειος έλεγχος που ασκείται από το κράτος επιτυγχάνεται με επιστημονικές μεθόδους που υποκινούν και ενισχύουν την επιθυμητή συμπεριφορά.
Υπάρχει άλλωστε κεντρικός προγραμματισμός της αναπαραγωγής και προωθείται μια σχεδιασμένη γενετική τυποποίηση. Η βελτίωση ή ο εκφυλισμός του είδους ασκούνται συστηματικά και προγραμματισμένα. Σε μια σειρά από φιάλες, βιολογικά ανώτερα ωάρια γονιμοποιημένα από βιολογικά ανώτερα σπερματοζωάρια δέχονται τις καλύτερες δυνατές φροντίδες και καταλήγουν σε βρέφη κατηγορίας Β ή Α ή ακόμη ΑΑ. Σε μια άλλη πολύ πιο πολυάριθμη σειρά από φιάλες, βιολογικά κατώτερα ωάρια γονιμοποιημένα από βιολογικά κατώτερα σπερματοζωάρια υποβάλλονται στη διαδικασία Μποκανόφσκι (παραγωγή 96 πανομοιότυπων διδύμων από ένα γονιμοποιημένο ωάριο). Αυτά τα κατώτερης κατηγορίας όντα είναι ικανά για βαριές δουλειές, απολύτως πειθαρχικά και δεν προκαλούν ποτέ ανησυχία στους ανωτέρους τους. Προηγουμένως βέβαια υποβάλλονται στην κατάλληλη εκπαίδευση και στη συνέχεια μπορούν να ζουν κάπως πιο άνετα, με ελεύθερες και συχνές επαφές μεταξύ των δύο φύλων και με την προσοχή τους συνεχώς στραμμένη σε δωρεάν διασκεδάσεις. Τη διαμόρφωση εξαρτημένης συμπεριφοράς στα εμφιαλωμένα βρέφη τη διαδέχεται η ενστάλαξη γνώσεων με υπνοπαιδεία, η διδασκαλία της ηθικής κατά την ώρα του ύπνου, η νεο-παβλοφική διαμόρφωση εξαρτημένων ανακλαστικών στα νήπια και στα παιδιά. Η μεθοδική συμμόρφωση του ατόμου στις επιταγές μιας εντελώς οργανωμένης κοινωνίας και η ένταξή του σε ένα «επιστημονικό ταξικό σύστημα» δεν γίνεται με τη βία και με την απείλη τιμωρίας. Η υποταγή γίνεται αποδεκτή γιατί επιβάλλεται με ήπιες μεθόδους και συνδυάζεται με τακτικές δόσεις ευτυχίας, παρεχόμενης ακόμα και με χημικά μέσα. Οι άνθρωποι του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου» μπορούν να ξεφεύγουν από την κακοκεφιά και από τις συνήθεις σκοτούρες της καθημερινής ζωής είτε με συναρπαστικές διασκεδάσεις, που τους προσφέρονται αδιάκοπα, είτε παίρνοντας ένα-δυο χάπια της χημικής σύνθεσης που λέγεται «σόμα».
Μπορούν έτσι να νιώσουν ευφορία ή να βυθιστούν σε έναν ευχάριστο και τονωτικό ύπνο, χωρίς καμία σωματική ή διανοητική παρενέργεια. Η καθημερινή μερίδα σόμα που παίρνουν τα άτομα, είναι μια εξασφάλιση ενάντια στην παρεκτροπή, την κοινωνική αναταραχή και τη διάδοση ανατρεπτικών ιδεών.
Στο γενετικό έλεγχο, την ειδική διαπαιδαγώγηση των νηπίων, την υπνοπαιδεία, την ευφορία των ενηλίκων που δημιουργείται με χημικά μέσα, έρχεται να προστεθεί η γενικευμένη συμμόρφωση στις επιταγές της κοινωνικής οργάνωσης. Μια συμμόρφωση που επιβάλλεται με σχετικά ήπιες μεθόδους σωφρονισμού. Στο «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν δήμιοι ή σύνεργα βασανιστηρίων. Η τέλεια οργανωμένη κοινωνία εγγυάται στον άνθρωπο μια μαθηματικά υπολογισμένη ευτυχία, που τον μετατρέπει σε ένα χαμογελαστό ζόμπι, ανίκανο να νιώσει ζωηρές συγκινήσεις και γνήσια συναισθήματα.
Αλλά ακόμη και αυτό το επιστημονικά σχεδιασμένο σύστημα κοινωνικού ελέγχου δεν είναι πάντοτε απολύτως επιτυχές. Υπάρχουν και μερικοί άνθρωποι δυσαρεστημένοι με την κοινωνία και ανικανοποίητοι, που θέλουν να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και δεν τους αρκεί να νιώθουν ότι είναι απλώς κύτταρα του κοινωνικού σώματος. Υπάρχει και ο Αγριος, που βγήκε από τον προστατευόμενο Δρυμό, ένας Αγριος που μοιάζει μάλλον με έναν σημερινό πολιτισμένο άνθρωπο. Ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» παρουσιάζεται στους κατοίκους του σαν ένας επίγειος παράδεισος, που εξασφαλίζει σε όλους την ευτυχία. Αλλά ο Αγριος προτιμάει την ελευθερία από την ευτυχία. Ο Ελεγκτής Μουσταφά Μοντ του λέει: «Προτιμούμε να κάνουμε τα πράγματα άνετα». Και ο Αγριος απαντά: «Μα, αφού εγώ δεν θέλω άνεση. Θέλω θεό, θέλω ποίηση, θέλω πραγματικό κίνδυνο, θέλω ελευθερία, θέλω καλοσύνη, θέλω αμαρτία».
«Με άλλα λόγια -είπε ο Μουσταφά Μοντ- απαιτείτε το δικαίωμα να είστε δυστυχισμένος». «Καλά λοιπόν -είπε προκλητικά ο Αγριος- απαιτώ το δικαίωμα να είμαι δυστυχισμένος».
Στην προμετωπίδα του βιβλίου του ο Χάξλεϊ παραθέτει μία φράση του Νικολάι Μπερντιάγεφ, του Ρώσου φιλοσόφου που κατέφυγε στο Παρίσι το 1922: «Οι ουτοπίες -λέει ο Μπερντιάγεφ- φαίνονται σήμερα πολύ πιο πραγματοποιήσιμες από όσο πίστευαν άλλοτε οι άνθρωποι. Και βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι με ένα πολύ διαφορετικά βασανιστικό ερώτημα: Πώς ν' αποφύγουμε την οριστική τους πραγματοποίηση; ...Οι ουτοπίες είναι πραγματοποιήσιμες. Η ζωή πορεύεται προς τις ουτοπίες. Και ίσως ν' αρχίζει ένας καινούργιος αιώνας που, στο διάβα του, οι διανοούμενοι και η τάξη των καλλιεργημένων θα ονειρεύονται τα μέσα για ν' αποφύγουν τις ουτοπίες και να ξαναγυρίσουν σε μια κοινωνία όχι ουτοπική, λιγότερο "τέλεια" και περισσότερο ελεύθερη».
Ο Χάξλεϊ γνωρίζει ότι η ελευθερία είναι μια δύσκολη και εύθραυστη κατάκτηση, που απειλείται από πολλές πλευρές και από απειλές πολλων και διαφόρων ειδών (δημογραφικές, κοινωνικές, πολιτικές, ψυχολογικές κ.ά.).
Μια νέα τρομερή απειλή -που εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα καταστροφικό τρόπο στον εικοστό αιώνα- είναι και η ικανότητα του σύγχρονου ανθρώπου να πραγματοποιεί τις ουτοπίες του. Ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» γράφτηκε πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και όταν ο σταλινισμός δεν είχε ακόμη αποκαλύψει πλήρως το αποκρουστικό του πρόσωπο. Το 1948, ο Οργουελ με το έργο του «1984» είχε προβάλει στο μέλλον τη μεγεθυσμένη εικόνα ενός παρόντος που περιείχε το σταλινισμό κι ενός πρόσφατου παρελθόντος που σημαδεύτηκε από την εμπειρία του ναζισμού.
Σε μιαν επιστολή του προς τον Οργουελ, γραμμένη στις 21 Οκτώβρη του 1949, ο Χάξλεϊ περιγράφει τις εντυπώσεις που του προκάλεσε η ανάγνωση του «1984». Γράφει, ανάμεσα στ' άλλα: «Το αν στην πραγματικότητα η πολιτική της "μπότας στο σβέρκο" μπορεί να συνεχιστεί επ' αόριστον φαίνεται αμφίβολο. Η δική μου πεποίθηση είναι ότι η άρχουσα ολιγαρχία θα βρει λιγότερο κοπιαστικούς και άσκοπους τρόπους για να κυβερνήσει και να ικανοποιήσει τη δίψα της για εξουσία και ότι αυτοί οι τρόποι θα μοιάζουν με κείνους που περιέγραψα στο "Brave New World"». Και συμπληρώνει: «Μέσα στην επόμενη γενιά πιστεύω ότι οι κυβερνήτες του κόσμου θα ανακαλύψουν ότι η προκαθορισμένη εξάσκηση των βρεφών και η ναρκο-ύπνωση είναι πιο αποτελεσματικές σαν όργανα διακυβέρνησης από τα ρόπαλα και τις φυλακές και ότι η δίψα για εξουσία μπορεί να ικανοποιηθεί το ίδιο απόλυτα με το να υποβάλλεις στους ανθρώπους να αγαπούν τη σκλαβιά τους όσο και με το να τους βαράς και να τους κλοτσάς για να υποταγούν. Με άλλα λόγια, νιώθω πως ο εφιάλτης του 1984 προορίζεται να διαμορφωθεί σε εφιάλτη ενός κόσμου που θα έχει περισσότερες ομοιότητες με εκείνον που φαντάστηκα στο "Brave New World". Η αλλαγή θα προκύψει ως αποτέλεσμα μιας έντονης ανάγκης για αυξημένη απόδοση» (Αλντους Χάξλεϊ «Μετά τα πυροτεχνήματα», «Ηριδανός», σελ. 178-180).
Το 1958, με το βιβλίο του «Επιστροφή στο θαυμαστό νέο κόσμο» («Ελεύθερος Τύπος», 1978), ο Χάξλεϊ επιβεβαιώνει την αρχική του εκτίμηση:
«Οι προφητείες του 1931 επαληθεύονται πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι νόμιζα... Ο εφιάλτης της ολοκληρωτικής οργάνωσης, που είχα τοποθετήσει στον έβδομο αιώνα μ.Φ. (μετά Φορντ) έχει ήδη αναδυθεί».
Ο Χάξλεϊ επανέρχεται στη σύγκριση με το «1984» του Οργουελ: «Στο πλαίσιο του 1948 το "1984" έμοιαζε πολύ πειστικό... Σήμερα φαίνεται πιο πιθανός ο κίνδυνος ενός "Θαυμαστού καινούργιου κόσμου" παρά ενός "1984"». Στις δικτατορίες του μέλλοντος θα υπάρχει πολύ λιγότερη βία από αυτή που υπήρχε σε καθεστώτα σαν εκείνα του Χίτλερ και του Στάλιν.
Οι υπήκοοι των μελλοντικών δικτατόρων θα διοικούνται πιο ανώδυνα και ομοιόμορφα από ένα σώμα καλά εκπαιδευμένων κοινωνικών μηχανικών.
Η κοινωνία που περιγράφεται στο «1984» βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην τιμωρία και στο φόβο της τιμωρίας. Στο «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» η τιμωρία είναι σπάνια και γενικά ήπια. Ο έλεγχος της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς με μέσο την τιμωρία είναι μακροπρόθεσμα λιγότερο αποτελεσματικός από εκείνον που επιτυγχάνουμε ενισχύοντας την επιθυμητή συμπεριφορά με ανταμοιβές. Οι εξουσίες του μέλλοντος θα κατανοήσουν ότι η τρομοκρατία δεν είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος διακυβέρνησης. Θα κατανοήσουν επίσης ότι μπορούν να πετύχουν καλύτερα τους στόχους τους αν επιλέξουν την ήπια χειραγώγηση των σκέψεων, των συμπεριφορών και των αισθημάτων του ατόμου.
Η κοινωνία που περιγράφεται στο μύθο του Οργουελ βρίσκεται διαρκώς σε μια κατάσταση πολέμου. Οι κυβερνήτες της κρατούν τους υπηκόους τους σε διαρκή κινητοποίηση, σε μια αδιάκοπη ένταση. Στο «Θαυμαστό καινούριο κόσμο» οι άνθρωποι ζουν ειρηνικά και η πρώτη φροντίδα των κυβερνώντων είναι να κρατήσουν με κάθε τρόπο ήσυχους και παθητικούς τους υπηκόους τους. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αδιάκοπες διασκεδάσεις χρησιμοποιούνται για να αποσπούν το ενδιαφέρον και την προσοχή του λαού από τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Στο «1984» τα μέλη του κόμματος αναγκάζονται να πειθαρχούν σε μια σεξουαλική ηθική πιο αυστηρή και από την πουριτανική. Στο «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» επιτρέπεται σε όλους να παραδίδονται στις σεξουαλικές τους ορμές χωρίς εμπόδια ή ενδοιασμούς. «Στο "1984" η διατήρηση της ισχύος επιτυγχάνεται με την πρόκληση του πόνου. Στο "Θαυμαστό καινούργιο κόσμο" με την παροχή μιας ηδονής σχεδόν το ίδιο εξευτελιστικής».
Ο Χάξλεϊ προβλέπει ότι ο εικοστός πρώτος αιώνας θα είναι η εποχή του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου». Η τεχνολογική εξέλιξη οδηγεί αναπόδραστα στη σταδιακή συγκέντρωση της οικονομικής και πολιτικής ισχύος και στην ανάπτυξη μιας κοινωνίας που ελέγχεται από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις.
Στο όνομα της μεγαλύτερης αποδοτικότητας επιβάλλεται μια τυποποίηση της συμπεριφοράς και μια ομοιομορφία, η οποία προσβάλλει και αναιρεί τη σωματική και πνευματική μοναδικότητα που χαρακτηρίζει τα ανθρώπινα πλάσματα. «Η γενετική τυποποίηση των ατόμων είναι ακόμη ανέφικτη», έγραφε ο Χάξλεϊ το 1958. «Αλλά η Μεγάλη Κυβέρνηση και η Μεγάλη Επιχείρηση ήδη κατέχουν ή πολύ γρήγορα θα αποκτήσουν όλες τις μεθόδους για το χειρισμό του ανθρώπινου νου που περιγράφτηκαν στο Θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Εφόσον οι αυριανοί ηγέτες τού υπερβολικά πυκνοκατοικημένου και υπεροργανωμένου κόσμου δεν θα έχουν την ικανότητα να επιβάλλουν γενετική ομοιομορφία στα έμβρυα, θα προσπαθήσουν να επιβάλλουν κοινωνική και πολιτιστική ομοιομορφία στους ενήλικους και στα παιδιά τους... Αν θέλουμε να αποφευχθεί αυτό το είδος τυραννίας, πρέπει να αρχίσουμε χωρίς αργοπορία να εκπαιδευόμαστε και εμείς και τα παιδιά μας για την ελευθερία και την αυτοκυβέρνηση».
Ο Χάξλεϊ μάς διδάσκει ότι η ελευθερία είναι το πιο πολύτιμο αγαθό, ότι η ανεκτικότητα είναι μια μεγάλη αρετή, ότι η ποικιλία και η πολλαπλότητα πρέπει να διασωθούν, ότι πρέπει να αντισταθούμε στην επιβολή της ομοιομορφίας. Μας διδάσκει επίσης μια διανοητική εγρήγορση ικανή να αντιλαμβάνεται ότι οι απειλές για την ελευθερία δεν προέρχονται μόνον από τη σκληρή καταπίεση και την ωμή βία. Η σύγχρονη τεχνολογία, η επιδίωξη της μέγιστης απόδοσης, το κυνήγι ποσοτικών στόχων, η θέληση για τάξη, η τάση για υπεροργάνωση, η πολιτική και εμπορική προπαγάνδα, η ακόρεστη δίψα των ανθρώπων για διασκεδάσεις, η πλύση εγκεφάλου και η ψυχολογική πίεση, ο υποσυνείδητος πειθαναγκασμός που επιδιώκεται από ισχυρούς μηχανισμούς χειραγώγησης της γνώμης και της θέλησης -όλα αυτά μπορούν να απειλήσουν την ελευθερία, μπορούν να αιχμαλωτίσουν το νου των ανθρώπων και να σφυρηλατήσουν νέα δεσμά. Αυτή η νέα δουλεία θα διαφέρει από τη δουλεία του παρελθόντος, γιατί στο «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» οι άνθρωποι θα πιστεύουν ότι είναι ελεύθεροι και κανείς δεν θα παραπονιέται για την αιχμαλωσία του.
Ο Χάξλεϊ προβλέπει μια κατάσταση στην οποία «τα συντάγματα δεν θα καταργηθούν και οι καλοί νόμοι θα παραμείνουν στους νομικούς κώδικες. Αλλά αυτές οι φιλελεύθερες μορφές θα χρησιμεύουν μόνο σαν προσωπείο και εξωραϊσμός μιας τελείως ανελεύθερης ουσίας... Η φύση των δημοκρατιών θα αλλάξει. Οι άψογοι παλιοί τύποι -εκλογές, κοινοβούλια, Ανώτατα Δικαστήρια κ.λπ.- θα παραμείνουν. Η ουσία όμως που θα κρύβεται κάτω από την επιφάνεια, θα είναι ένα είδος ολοκληρωτισμού, χωρίς βία».
Οι άνθρωποι θα ζητούν δουλειά, τροφή, κατανάλωση, τηλεόραση, θέαμα και διασκεδάσεις, θα ζητούν, με άλλα λόγια, ευτυχία και δεν θα έχουν να σκοτίζονται με τις ευθύνες της ελευθερίας. Σε αυτό το πιθανό μέλλον -που μοιάζει ανησυχητικά με το δικό μας παρόν- η ελπίδα μπορεί να επιζήσει μόνον αν υπάρχουν ακόμη «Αγριοι» που προτιμούν την ελευθερία από την ευτυχία και που έχουν τη δύναμη και το θάρρος να διεκδικούν το δικαίωμα να είναι δυστυχισμένοι.
Ο Οργουελ φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε πολιτισμό υποτέλειας. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε πολιτισμό κοινοτοπίας... Ο Οργουελ φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που μισούμε. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που αγαπάμε...».
Ενας πολιτισμός, συμπεραίνει ο Πόστμαν, μπορεί να συρρικνωθεί με δύο τρόπους. Σύμφωνα με τον πρώτο, τον ουργουελικό, ο πολιτισμός γίνεται φυλακή. Σύμφωνα με το δεύτερο, το χαξλεϊκό, ο πολιτισμός γίνεται παρωδία. Στη σύγχρονη Αμερική οι προφητείες του Οργουελ δεν έχουν ακόμη πολλή σημασία, αλλά οι προφητείες του Χάξλεϊ έχουν ήδη αρχίσει να πραγματοποιούνται. «Στην προφητεία του Χάξλεϊ ο Μεγάλος Αδελφός δεν μας βλέπει με δική του επιλογή. Εμείς τον βλέπουμε, με δική μας. Δεν χρειάζονται δεσμοφύλακες ή πύλες ή υπουργεία Αλήθειας. Οταν ένας πληθυσμός ψυχαγωγείται με ασημαντότητες, όταν η πολιτιστική ζωή επαναπροσδιορίζεται ως συνεχής κύκλος ψυχαγωγίας, όταν μία σοβαρή δημόσια συζήτηση γίνεται ένα είδος νηπιακού λόγου, όταν, με λίγα λόγια, ένα λαός γίνεται ακροατήριο και οι δημόσιες πράξεις θεάμα επιθεώρησης, τότε ο θάνατος του πολιτισμού είναι ένα βέβαιο ενδεχόμενο».
Αλλά και το τελευταίο βιβλίο του Φράνσις Φουκουγιάμα με τίτλο «Our Posthuman Future» («Profile Books», 2002) αρχίζει με μία συγκριτική ανάλυση των δύο μεγάλων αντι-ουτοπιών που σημάδεψαν το συλλογικό φαντασιακό του εικοστού αιώνα: του «1984» του Οργουελ και του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου» του Χάξλεϊ. Ο Φουκουγιάμα υποστηρίζει ότι «ενώ οι τεχνολογικές προβλέψεις που διατυπώνουν τα δύο βιβλία είναι εντυπωσιακά ακριβείς, οι πολιτικές προβλέψεις του πρώτου βιβλίου, του "1984", ήταν εντελώς εσφαλμένες». Η αντι-ουτοπία του Οργουελ περιγράφει έναν κόσμο πνιγηρού ολοκληρωτισμού, που υλοποιείται μέσα από τον έλεγχο της πληροφόρησης. Αλλά, αν το Ιντερνετ από μιαν άποψη μοιάζει πάρα πολύ με την οργουελική τηλεοθόνη, από μια άλλη άποψη βρίσκεται στον αντίποδά της. «Αντί να γίνει ένα εργαλείο συγκεντροποίησης και τυραννίας, οδήγησε στον εκδημοκρατισμό της πρόσβασης στην πληροφόρηση και στην αποκέντρωση της πολιτικής». Ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» του Χάξλεϊ, αντιθέτως, θεμελιώνεται πάνω σε μιαν εντυπωσιακή ανάπτυξη των βιοτεχνολογιών και αυτό τον καθιστά εξαιρετικά επίκαιρο. Η επικαιρότητά του δεν καθορίζεται τόσο από αυτό που έχει ήδη συμβεί, όπως είναι λ.χ. η έκρηξη της τεχνολογίας της πληροφορικής, όσο από αυτό που πρόκειται να συμβεί η μάλλον από αυτό που θα μπορούσε να συμβεί. Τι είναι πράγματι η «διαδικασία Μποκανόφσκι», αν όχι μια μέθοδος μαζικής κλωνοποίησης;
Από την άλλη μεριά, σύμφωνα πάντα με τον Φουκουγιάμα, αυτό που καθιστά το πολιτικό σκέλος της προφητείας του Χάξλεϊ περισσότερο εύστοχο και ακριβές από την οργουελική προφητεία είναι το ότι στον «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» «το κακό δεν είναι τόσο φανερό, επειδή κανείς δεν εξοντώνεται». Ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» είναι ένας κόσμος «ευτυχισμένων δούλων». Συνεπώς, ο Φουκουγιάμα προτιμάει να χρησιμοποιεί τον Χάξλεϊ ως οδηγό, προκειμένου να εξερευνήσει «την πιο σημαντική απειλή που δημιουργεί η σύγχρονη βιοτεχνολογία, την απειλή να αλλοιώσει την ανθρώπινη φύση και να μας οδηγήσει σε μια μετα-ανθρώπινη φάση της Ιστορίας».
Η έκφραση «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» («Brave new world»), που δίνει τον τίτλο του μυθιστορήματος του Χάξλεϊ, ανευρίσκεται στην πέμπτη πράξη της «Τρικυμίας» του Σαίξπηρ. Η Μιράντα, η κόρη του Πρόσπερου, εκφράζει με χαρακτηριστική αφέλεια το θαυμασμό της: «How beauteous wankind is/O brave new world/that has such people in it». Ο άκριτος ενθουσιασμός της μοιάζει με εκείνον της Λενίνα, της γυναίκας που αγαπάει ο Τζον ο Αγριος, ο άτυχος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος. Διαφορετικά από τους άλλους κατοίκους του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου», ο Αγριος γνωρίζει από μνήμης το έργο του Σέξπιρ. Αλλά στον «Καινούργιο κόσμο», όπως εξηγεί ο Ελεγκτής Μουσταφά Μοντ, ο Σέξπιρ δεν διαβάζεται επειδή είναι παλιός.
Εξάλλου, έργα όπως ο «Οθέλος» ή ο «Βασιλιάς Λιρ» δεν θα μπορούσαν καν να γίνουν κατανοητά. Οι τραγωδίες για να συμβαίνουν, να γράφονται και να κατανοούνται προϋποθέτουν κοινωνική αστάθεια. Αλλά ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» είναι σταθερότατος. Η σταθερότητά του επιτυγχάνεται με πολύ δραστικά μέτρα, με ένα αξιοθαύμαστο σύστημα διαμόρφωσης εξαρτημένης συμπεριφοράς που ξεκινάει από τα βρέφη και τα νήπια. Ο σχεδόν τέλειος έλεγχος που ασκείται από το κράτος επιτυγχάνεται με επιστημονικές μεθόδους που υποκινούν και ενισχύουν την επιθυμητή συμπεριφορά.
Υπάρχει άλλωστε κεντρικός προγραμματισμός της αναπαραγωγής και προωθείται μια σχεδιασμένη γενετική τυποποίηση. Η βελτίωση ή ο εκφυλισμός του είδους ασκούνται συστηματικά και προγραμματισμένα. Σε μια σειρά από φιάλες, βιολογικά ανώτερα ωάρια γονιμοποιημένα από βιολογικά ανώτερα σπερματοζωάρια δέχονται τις καλύτερες δυνατές φροντίδες και καταλήγουν σε βρέφη κατηγορίας Β ή Α ή ακόμη ΑΑ. Σε μια άλλη πολύ πιο πολυάριθμη σειρά από φιάλες, βιολογικά κατώτερα ωάρια γονιμοποιημένα από βιολογικά κατώτερα σπερματοζωάρια υποβάλλονται στη διαδικασία Μποκανόφσκι (παραγωγή 96 πανομοιότυπων διδύμων από ένα γονιμοποιημένο ωάριο). Αυτά τα κατώτερης κατηγορίας όντα είναι ικανά για βαριές δουλειές, απολύτως πειθαρχικά και δεν προκαλούν ποτέ ανησυχία στους ανωτέρους τους. Προηγουμένως βέβαια υποβάλλονται στην κατάλληλη εκπαίδευση και στη συνέχεια μπορούν να ζουν κάπως πιο άνετα, με ελεύθερες και συχνές επαφές μεταξύ των δύο φύλων και με την προσοχή τους συνεχώς στραμμένη σε δωρεάν διασκεδάσεις. Τη διαμόρφωση εξαρτημένης συμπεριφοράς στα εμφιαλωμένα βρέφη τη διαδέχεται η ενστάλαξη γνώσεων με υπνοπαιδεία, η διδασκαλία της ηθικής κατά την ώρα του ύπνου, η νεο-παβλοφική διαμόρφωση εξαρτημένων ανακλαστικών στα νήπια και στα παιδιά. Η μεθοδική συμμόρφωση του ατόμου στις επιταγές μιας εντελώς οργανωμένης κοινωνίας και η ένταξή του σε ένα «επιστημονικό ταξικό σύστημα» δεν γίνεται με τη βία και με την απείλη τιμωρίας. Η υποταγή γίνεται αποδεκτή γιατί επιβάλλεται με ήπιες μεθόδους και συνδυάζεται με τακτικές δόσεις ευτυχίας, παρεχόμενης ακόμα και με χημικά μέσα. Οι άνθρωποι του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου» μπορούν να ξεφεύγουν από την κακοκεφιά και από τις συνήθεις σκοτούρες της καθημερινής ζωής είτε με συναρπαστικές διασκεδάσεις, που τους προσφέρονται αδιάκοπα, είτε παίρνοντας ένα-δυο χάπια της χημικής σύνθεσης που λέγεται «σόμα».
Μπορούν έτσι να νιώσουν ευφορία ή να βυθιστούν σε έναν ευχάριστο και τονωτικό ύπνο, χωρίς καμία σωματική ή διανοητική παρενέργεια. Η καθημερινή μερίδα σόμα που παίρνουν τα άτομα, είναι μια εξασφάλιση ενάντια στην παρεκτροπή, την κοινωνική αναταραχή και τη διάδοση ανατρεπτικών ιδεών.
Στο γενετικό έλεγχο, την ειδική διαπαιδαγώγηση των νηπίων, την υπνοπαιδεία, την ευφορία των ενηλίκων που δημιουργείται με χημικά μέσα, έρχεται να προστεθεί η γενικευμένη συμμόρφωση στις επιταγές της κοινωνικής οργάνωσης. Μια συμμόρφωση που επιβάλλεται με σχετικά ήπιες μεθόδους σωφρονισμού. Στο «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν δήμιοι ή σύνεργα βασανιστηρίων. Η τέλεια οργανωμένη κοινωνία εγγυάται στον άνθρωπο μια μαθηματικά υπολογισμένη ευτυχία, που τον μετατρέπει σε ένα χαμογελαστό ζόμπι, ανίκανο να νιώσει ζωηρές συγκινήσεις και γνήσια συναισθήματα.
Αλλά ακόμη και αυτό το επιστημονικά σχεδιασμένο σύστημα κοινωνικού ελέγχου δεν είναι πάντοτε απολύτως επιτυχές. Υπάρχουν και μερικοί άνθρωποι δυσαρεστημένοι με την κοινωνία και ανικανοποίητοι, που θέλουν να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και δεν τους αρκεί να νιώθουν ότι είναι απλώς κύτταρα του κοινωνικού σώματος. Υπάρχει και ο Αγριος, που βγήκε από τον προστατευόμενο Δρυμό, ένας Αγριος που μοιάζει μάλλον με έναν σημερινό πολιτισμένο άνθρωπο. Ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» παρουσιάζεται στους κατοίκους του σαν ένας επίγειος παράδεισος, που εξασφαλίζει σε όλους την ευτυχία. Αλλά ο Αγριος προτιμάει την ελευθερία από την ευτυχία. Ο Ελεγκτής Μουσταφά Μοντ του λέει: «Προτιμούμε να κάνουμε τα πράγματα άνετα». Και ο Αγριος απαντά: «Μα, αφού εγώ δεν θέλω άνεση. Θέλω θεό, θέλω ποίηση, θέλω πραγματικό κίνδυνο, θέλω ελευθερία, θέλω καλοσύνη, θέλω αμαρτία».
«Με άλλα λόγια -είπε ο Μουσταφά Μοντ- απαιτείτε το δικαίωμα να είστε δυστυχισμένος». «Καλά λοιπόν -είπε προκλητικά ο Αγριος- απαιτώ το δικαίωμα να είμαι δυστυχισμένος».
Στην προμετωπίδα του βιβλίου του ο Χάξλεϊ παραθέτει μία φράση του Νικολάι Μπερντιάγεφ, του Ρώσου φιλοσόφου που κατέφυγε στο Παρίσι το 1922: «Οι ουτοπίες -λέει ο Μπερντιάγεφ- φαίνονται σήμερα πολύ πιο πραγματοποιήσιμες από όσο πίστευαν άλλοτε οι άνθρωποι. Και βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι με ένα πολύ διαφορετικά βασανιστικό ερώτημα: Πώς ν' αποφύγουμε την οριστική τους πραγματοποίηση; ...Οι ουτοπίες είναι πραγματοποιήσιμες. Η ζωή πορεύεται προς τις ουτοπίες. Και ίσως ν' αρχίζει ένας καινούργιος αιώνας που, στο διάβα του, οι διανοούμενοι και η τάξη των καλλιεργημένων θα ονειρεύονται τα μέσα για ν' αποφύγουν τις ουτοπίες και να ξαναγυρίσουν σε μια κοινωνία όχι ουτοπική, λιγότερο "τέλεια" και περισσότερο ελεύθερη».
Ο Χάξλεϊ γνωρίζει ότι η ελευθερία είναι μια δύσκολη και εύθραυστη κατάκτηση, που απειλείται από πολλές πλευρές και από απειλές πολλων και διαφόρων ειδών (δημογραφικές, κοινωνικές, πολιτικές, ψυχολογικές κ.ά.).
Μια νέα τρομερή απειλή -που εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα καταστροφικό τρόπο στον εικοστό αιώνα- είναι και η ικανότητα του σύγχρονου ανθρώπου να πραγματοποιεί τις ουτοπίες του. Ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» γράφτηκε πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και όταν ο σταλινισμός δεν είχε ακόμη αποκαλύψει πλήρως το αποκρουστικό του πρόσωπο. Το 1948, ο Οργουελ με το έργο του «1984» είχε προβάλει στο μέλλον τη μεγεθυσμένη εικόνα ενός παρόντος που περιείχε το σταλινισμό κι ενός πρόσφατου παρελθόντος που σημαδεύτηκε από την εμπειρία του ναζισμού.
Σε μιαν επιστολή του προς τον Οργουελ, γραμμένη στις 21 Οκτώβρη του 1949, ο Χάξλεϊ περιγράφει τις εντυπώσεις που του προκάλεσε η ανάγνωση του «1984». Γράφει, ανάμεσα στ' άλλα: «Το αν στην πραγματικότητα η πολιτική της "μπότας στο σβέρκο" μπορεί να συνεχιστεί επ' αόριστον φαίνεται αμφίβολο. Η δική μου πεποίθηση είναι ότι η άρχουσα ολιγαρχία θα βρει λιγότερο κοπιαστικούς και άσκοπους τρόπους για να κυβερνήσει και να ικανοποιήσει τη δίψα της για εξουσία και ότι αυτοί οι τρόποι θα μοιάζουν με κείνους που περιέγραψα στο "Brave New World"». Και συμπληρώνει: «Μέσα στην επόμενη γενιά πιστεύω ότι οι κυβερνήτες του κόσμου θα ανακαλύψουν ότι η προκαθορισμένη εξάσκηση των βρεφών και η ναρκο-ύπνωση είναι πιο αποτελεσματικές σαν όργανα διακυβέρνησης από τα ρόπαλα και τις φυλακές και ότι η δίψα για εξουσία μπορεί να ικανοποιηθεί το ίδιο απόλυτα με το να υποβάλλεις στους ανθρώπους να αγαπούν τη σκλαβιά τους όσο και με το να τους βαράς και να τους κλοτσάς για να υποταγούν. Με άλλα λόγια, νιώθω πως ο εφιάλτης του 1984 προορίζεται να διαμορφωθεί σε εφιάλτη ενός κόσμου που θα έχει περισσότερες ομοιότητες με εκείνον που φαντάστηκα στο "Brave New World". Η αλλαγή θα προκύψει ως αποτέλεσμα μιας έντονης ανάγκης για αυξημένη απόδοση» (Αλντους Χάξλεϊ «Μετά τα πυροτεχνήματα», «Ηριδανός», σελ. 178-180).
Το 1958, με το βιβλίο του «Επιστροφή στο θαυμαστό νέο κόσμο» («Ελεύθερος Τύπος», 1978), ο Χάξλεϊ επιβεβαιώνει την αρχική του εκτίμηση:
«Οι προφητείες του 1931 επαληθεύονται πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι νόμιζα... Ο εφιάλτης της ολοκληρωτικής οργάνωσης, που είχα τοποθετήσει στον έβδομο αιώνα μ.Φ. (μετά Φορντ) έχει ήδη αναδυθεί».
Ο Χάξλεϊ επανέρχεται στη σύγκριση με το «1984» του Οργουελ: «Στο πλαίσιο του 1948 το "1984" έμοιαζε πολύ πειστικό... Σήμερα φαίνεται πιο πιθανός ο κίνδυνος ενός "Θαυμαστού καινούργιου κόσμου" παρά ενός "1984"». Στις δικτατορίες του μέλλοντος θα υπάρχει πολύ λιγότερη βία από αυτή που υπήρχε σε καθεστώτα σαν εκείνα του Χίτλερ και του Στάλιν.
Οι υπήκοοι των μελλοντικών δικτατόρων θα διοικούνται πιο ανώδυνα και ομοιόμορφα από ένα σώμα καλά εκπαιδευμένων κοινωνικών μηχανικών.
Η κοινωνία που περιγράφεται στο «1984» βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην τιμωρία και στο φόβο της τιμωρίας. Στο «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» η τιμωρία είναι σπάνια και γενικά ήπια. Ο έλεγχος της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς με μέσο την τιμωρία είναι μακροπρόθεσμα λιγότερο αποτελεσματικός από εκείνον που επιτυγχάνουμε ενισχύοντας την επιθυμητή συμπεριφορά με ανταμοιβές. Οι εξουσίες του μέλλοντος θα κατανοήσουν ότι η τρομοκρατία δεν είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος διακυβέρνησης. Θα κατανοήσουν επίσης ότι μπορούν να πετύχουν καλύτερα τους στόχους τους αν επιλέξουν την ήπια χειραγώγηση των σκέψεων, των συμπεριφορών και των αισθημάτων του ατόμου.
Η κοινωνία που περιγράφεται στο μύθο του Οργουελ βρίσκεται διαρκώς σε μια κατάσταση πολέμου. Οι κυβερνήτες της κρατούν τους υπηκόους τους σε διαρκή κινητοποίηση, σε μια αδιάκοπη ένταση. Στο «Θαυμαστό καινούριο κόσμο» οι άνθρωποι ζουν ειρηνικά και η πρώτη φροντίδα των κυβερνώντων είναι να κρατήσουν με κάθε τρόπο ήσυχους και παθητικούς τους υπηκόους τους. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αδιάκοπες διασκεδάσεις χρησιμοποιούνται για να αποσπούν το ενδιαφέρον και την προσοχή του λαού από τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Στο «1984» τα μέλη του κόμματος αναγκάζονται να πειθαρχούν σε μια σεξουαλική ηθική πιο αυστηρή και από την πουριτανική. Στο «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» επιτρέπεται σε όλους να παραδίδονται στις σεξουαλικές τους ορμές χωρίς εμπόδια ή ενδοιασμούς. «Στο "1984" η διατήρηση της ισχύος επιτυγχάνεται με την πρόκληση του πόνου. Στο "Θαυμαστό καινούργιο κόσμο" με την παροχή μιας ηδονής σχεδόν το ίδιο εξευτελιστικής».
Ο Χάξλεϊ προβλέπει ότι ο εικοστός πρώτος αιώνας θα είναι η εποχή του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου». Η τεχνολογική εξέλιξη οδηγεί αναπόδραστα στη σταδιακή συγκέντρωση της οικονομικής και πολιτικής ισχύος και στην ανάπτυξη μιας κοινωνίας που ελέγχεται από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις.
Στο όνομα της μεγαλύτερης αποδοτικότητας επιβάλλεται μια τυποποίηση της συμπεριφοράς και μια ομοιομορφία, η οποία προσβάλλει και αναιρεί τη σωματική και πνευματική μοναδικότητα που χαρακτηρίζει τα ανθρώπινα πλάσματα. «Η γενετική τυποποίηση των ατόμων είναι ακόμη ανέφικτη», έγραφε ο Χάξλεϊ το 1958. «Αλλά η Μεγάλη Κυβέρνηση και η Μεγάλη Επιχείρηση ήδη κατέχουν ή πολύ γρήγορα θα αποκτήσουν όλες τις μεθόδους για το χειρισμό του ανθρώπινου νου που περιγράφτηκαν στο Θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Εφόσον οι αυριανοί ηγέτες τού υπερβολικά πυκνοκατοικημένου και υπεροργανωμένου κόσμου δεν θα έχουν την ικανότητα να επιβάλλουν γενετική ομοιομορφία στα έμβρυα, θα προσπαθήσουν να επιβάλλουν κοινωνική και πολιτιστική ομοιομορφία στους ενήλικους και στα παιδιά τους... Αν θέλουμε να αποφευχθεί αυτό το είδος τυραννίας, πρέπει να αρχίσουμε χωρίς αργοπορία να εκπαιδευόμαστε και εμείς και τα παιδιά μας για την ελευθερία και την αυτοκυβέρνηση».
Ο Χάξλεϊ μάς διδάσκει ότι η ελευθερία είναι το πιο πολύτιμο αγαθό, ότι η ανεκτικότητα είναι μια μεγάλη αρετή, ότι η ποικιλία και η πολλαπλότητα πρέπει να διασωθούν, ότι πρέπει να αντισταθούμε στην επιβολή της ομοιομορφίας. Μας διδάσκει επίσης μια διανοητική εγρήγορση ικανή να αντιλαμβάνεται ότι οι απειλές για την ελευθερία δεν προέρχονται μόνον από τη σκληρή καταπίεση και την ωμή βία. Η σύγχρονη τεχνολογία, η επιδίωξη της μέγιστης απόδοσης, το κυνήγι ποσοτικών στόχων, η θέληση για τάξη, η τάση για υπεροργάνωση, η πολιτική και εμπορική προπαγάνδα, η ακόρεστη δίψα των ανθρώπων για διασκεδάσεις, η πλύση εγκεφάλου και η ψυχολογική πίεση, ο υποσυνείδητος πειθαναγκασμός που επιδιώκεται από ισχυρούς μηχανισμούς χειραγώγησης της γνώμης και της θέλησης -όλα αυτά μπορούν να απειλήσουν την ελευθερία, μπορούν να αιχμαλωτίσουν το νου των ανθρώπων και να σφυρηλατήσουν νέα δεσμά. Αυτή η νέα δουλεία θα διαφέρει από τη δουλεία του παρελθόντος, γιατί στο «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» οι άνθρωποι θα πιστεύουν ότι είναι ελεύθεροι και κανείς δεν θα παραπονιέται για την αιχμαλωσία του.
Ο Χάξλεϊ προβλέπει μια κατάσταση στην οποία «τα συντάγματα δεν θα καταργηθούν και οι καλοί νόμοι θα παραμείνουν στους νομικούς κώδικες. Αλλά αυτές οι φιλελεύθερες μορφές θα χρησιμεύουν μόνο σαν προσωπείο και εξωραϊσμός μιας τελείως ανελεύθερης ουσίας... Η φύση των δημοκρατιών θα αλλάξει. Οι άψογοι παλιοί τύποι -εκλογές, κοινοβούλια, Ανώτατα Δικαστήρια κ.λπ.- θα παραμείνουν. Η ουσία όμως που θα κρύβεται κάτω από την επιφάνεια, θα είναι ένα είδος ολοκληρωτισμού, χωρίς βία».
Οι άνθρωποι θα ζητούν δουλειά, τροφή, κατανάλωση, τηλεόραση, θέαμα και διασκεδάσεις, θα ζητούν, με άλλα λόγια, ευτυχία και δεν θα έχουν να σκοτίζονται με τις ευθύνες της ελευθερίας. Σε αυτό το πιθανό μέλλον -που μοιάζει ανησυχητικά με το δικό μας παρόν- η ελπίδα μπορεί να επιζήσει μόνον αν υπάρχουν ακόμη «Αγριοι» που προτιμούν την ελευθερία από την ευτυχία και που έχουν τη δύναμη και το θάρρος να διεκδικούν το δικαίωμα να είναι δυστυχισμένοι.
ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
