Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Μονοτονικό ή πολυτονικό; Πάντα επίκαιρο, ιδιαιτέρας σημασίας, διαβάστε...

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

1821 - Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΩΝ - του Βασίλη Φίλια

'Ενας αποτελεσματικός τρόπος - ίσως ο αποτελεσματικότερος - για να αποφύγεις να κριθεί μια επιστημονική εργασία επί της ουσίας, δηλαδή με ποιοτικά κριτήρια, είναι να επιτύχεις να χαρακτηρισθεί ως «προοδευτική προσέγγιση» σαν αντιπαράθεση και κατ' αντιδιαστολή με τις «λοιπές», που συλλήβδην στιγματίζονται ως «ξεπερασμένες», «πεπαλαιωμένες», ακόμη και αντιδραστικές.

Με τον τρόπο αυτό επέρχεται μια μετάθεση από το επίπεδο των επιχειρημάτων στο επίπεδο των ηχηρών λόγων και των εντυπώσεων.

Γνωστή μεθοδολογία από την πολιτική του πεζοδρομίου και των ηγετικών παλκοσένικων εφαρμόζεται πλέον κατά κόρο τόσο στην ιστορική έρευνα κυρίως, αλλά και σε όλες τις επιστήμες του ανθρώπου προκειμένου να διαστρεβλωθούν τα γεγονότα και να συγκαληφθεί η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα, η οποία διερμηνεύεται μέσω διαφόρων ψυχολογουμένων και ψυχολογιοποιήσεων με στόχο τελικά να διαμφισβητηθεί η δυνατότητα ανάλυσης του ιστορικοκοινωνικού γίγνεσθαι με αντικειμενικούς όρους και να επέρχεται σχετικοποίηση και υποκειμενικοποίηση του υπό διερεύνηση πραγματικού υλικού.

Σχετικοποίηση η οποία βαφτίζεται ως ερευνητική αντικειμενικότητα και ψυχρή αποστασιοποίηση κάτω από το πέπλο της οποίας υποκρύπτεται και αποκρύπτεται η υποκειμενικότητα της προσέγγισης, δηλαδή η υπολανθάνουσα αυθαιρεσία του τρόπου διεξαγωγής της έρευνας και της αντίστοιχης συναγωγής συμπερασμάτων.


Αφορμή για τη διατύπωση των σκέψεων αυτών μου έδωσε η τηλεοπτική σειρά «1821» στον τηλεοπτικό σταθμό «Σκάϊ» όπου επιχειρήθηκε, υποτίθεται, μια επανατοποθέτηση της επανάστασης του 1821 με κατάρριψη όλων των αυτοκολακευτικών στερεοτύπων και μύθων, που έχουν συστηματικά καλλιεργηθεί στη συνείδηση του ελληνικού λαού.

Αξιόλογη και αξιάρεστη στοχοθέτηση, αν θα γινόταν όμως σε πλήρη και σε βάθος γνώση του ιστορικού υλικού και «απροϋπόθετα», κατά την περίφημη διατύπωση του Μεγάλου Μαξ Βέμπερ, δηλαδή χωρίς εξ' υπαρχής και εκ των προτέρων πρόθεση κατεύθυνσης της έρευνας προς ορισμένα συμπεράσματα με επιλεκτικό υπερτονισμό ή (και) αντίστροφα ηθελημένη υποβάθμιση ορισμένων πλευρών και απόψεων των ιστορικών γεγονότων.

Η επιστημονική ανεπάρκεια των επιστημονικών «συμβούλων» και κατασκευαστών αυτής της τηλεοπτικής σειράς καταφαίνεται από την ερμηνευτική αδυναμία των ιστορικών γεγονότων, δηλαδή από την αδυναμία απάντησης στο «γιατί», η οποία δεν συγκαλύπτεται από την αφηγηματική τους διάνθηση και το λογοτεχνικό οίστρο των επιφορτισμένων με την παρουσίαση. Η αφήγηση δεν σημαίνει ερμηνεία, δεδομένου ότι ερμηνεία σημαίνει αναζήτηση των πραγματικών αιτίων. Αναζήτηση, η οποία προϋποθέτει εντοπισμό και ανάλυση του τρόπου σύνθεσης παραγόντων: οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών, θρησκευτικών κοκ.

Ιστορικός χωρίς τη δυνατότητα αυτής της αναζήτησης, δεν είναι καν ιστορικός. Μπορεί στην καλλίτερη περίπτωση να είναι ιστοριοδίφης, τίποτα περισσότερο. Ακριβώς γιαυτό και όλη η παρουσίαση του 1821 από τους ανιστόρητους ιστορικούς της τηλεοπτικής σειράς του «Σκάϊ» εκφυλίζεται σε επίπεδο διαμαχών προσωπικού χαρακτήρα και κινήτρων ευτελούς χαρακτήρα τόσον όσον αφορά στην ηγεσία όσο και όσον αφορά στο λαό.

Οι όποιες επαναστατικές εξάρσεις κατά τους παραποιητές αυτής της Ιστορίας δεν έχουν ηρωϊκό υπόβαθρο, αλλά είναι υποστασιοποιήσεις ταπεινών ελατηρίων (π.χ. λαφυραγωγία) ή αδιεξοδικών συγκυριών (π.χ. Μεσολόγγι) - σε τελευταία ανάλυση συντίθενται σε κυρίαρχο βαθμό από μυθοπλαστικές κατασκευές και διανοουμενίστικες ωραιοποιήσεις.

Εννοείται ότι όλα αυτά δεν εκφράζονται κατά τρόπο άμεσο, αλλά με μια σειρά ασαφών εμμεσοποιήσεων, που συνθέτουν ένα κλίμα και μια ατμόσφαιρα γενικευμένης υποβάθμισης των γεγονότων της επανάστασης του 1821.

Τα όσα μέχρι τώρα αναφέρθηκαν δεν εξαντλούν ασφαλώς το θέμα, αλλά χρειάζονται συγκεκριμενοποιήσεις και εξειδικεύσεις.

Η τηλεοπτική αυτή σειρά εσκεμμένα αποφεύγει να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:

Πρώτον,     γιατί η ελληνική επανάσταση εκδηλώνεται πρώτη και με διαφορά 30-50 ετών από εκείνες των άλλων χριστιανικών χωρών της Βαλκανικής;
Δεύτερον,     ποιό είναι το ιδιαίτερο βάρος της ελληνικής επανάστασης όσον αφορά στη διάρρηξη του αντιδραστικού ιστού της Ιερής Συμμαχίας, που είχε δημιουργήσει ο Μέττερνιχ;
Τρίτον,     ποιές κοινωνικές δυνάμεις του υπόδουλου ελληνισμού και για ποιούς λόγους ήταν υπερ και ποιές κατά της επαναστατικής εξέγερσης;
Τέταρτον,     ποιά ήταν η ακριβής έννοια της φράσης «δια του Χριστού την πίστην των αγίων και της πατρίδος την ελευθερίαν» και πως στη βάση αυτή καθορίζεται η σχέση του εθνικού και του θρησκευτικού;
Πέμπτον,     πως μεταξιώνονται οι βασικές παραδοχές της Γαλλικής Επανάστασης με άξονα την ελληνική οικονομικό-κοινωνική πραγματικότητα;
Εκτον,     ποιές οι συνέπειες της αντιπαλότητας των κοινωνικών συμφερόντων στην εκδήλωση και την εξέλιξη της ελληνικής επανάστασης;
Εβδομον,     γιατί και πως το λεγόμενο «Πολιτικόν» εκπροσωπούσε την άρχουσα τάξη της ελληνικής κοινωνίας (κοτσαμπάσηδες - Φαναριώτες) και το «Στρατιωτικόν» τα λαϊκά συμφέροντα (αγροτοποιμένες, αλιείς);
Ογδοον,     τι επεδίωξαν και ποιό ρόλο έπαιξαν τα αγγλικά δάνεια όσον αφορά τη συνοχή των επαναστατικών ηγεσιών και την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων;
Ενατον,     πως συσχετίζεται το λεγόμενο «ανατολικό ζήτημα» (η αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) με τη στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων απέναντι στην ελληνική επανάσταση του 1821;
Δέκατον,     ποιός ο ρόλος της Αγγλίας στη διαμόρφωση του αντικαποδιστριακού κλίματος, που οδήγησε στη δολοφονία του Κυβερνήτη;

Δεν είναι μόνο αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα, αλλά τα βασικότερα.
Η παράλειψη της απάντησής τους δεν είναι τυχαία και ασφαλώς οδηγεί στη μονομερή διαστρεβλωτική οπτική, που χαρακτηρίζει το εν λόγω σήριαλ. Ακριβώς γι'αυτό και η προσέγγιση του είναι επιδερμική και δημοσιογραφική, όχι επιστημονική, όπως π.χ. είναι σε ιστορικές σειρές του BBC.

Aυτή όμως είναι η μια πλευρά του ζητήματος. Η άλλη συντίθεται από εννοιολογικές συγχύσεις και ασάφειες όλων των κατηγοριών.

Η κορυφαία είναι εκείνη, που αναφέρεται στο Εθνος. Στην ελληνική περίπτωση η έννοια του Εθνους δεν είναι «αστικογενής» όπως στην δυτική Ευρώπη, αλλά προέρχεται από μια αντίληψη ταυτότητας, που ξεκινάει πολύ παλαιότερα από εκείνη της Δύσης και θεμελιώνεται πρωτογενώς σε στοιχεία όχι οικονομικά, αλλά πολιτιστικά, που ανάγονται στην κλασική αρχαιότητα, το Βυζάντιο, στη αδιάπτωτη συνέχεια της γλώσσας και σε κοινά έθιμα και παραδόσεις. Ακριβώς γιαυτό και η εθνική συνείδηση των Ελλήνων δεν κατασκευάζεται στον 19ο αιώνα, όπως αφήνουν να εννοηθεί οι φωστήρες του επίμαχου σήριαλ, αλλά ενυπάρχει τουλάχιστον από την εποχή της αυτοκρατορίας της Νίκαιας (1261).

Επόμενη συγκεχυμένη ασάφεια αναφέρεται στην παρουσίαση του ρόλου της εκκλησίας. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπήρξε ή όχι το «κρυφό σχολιό» αλλά το εάν και κατά πόσο η εκκλησία συνέβαλε αποφασιστικά στην διατήρηση καίριων πολιτισμικών στοιχείων του ελληνισμού, όπως κατά κύριο λόγο της γλώσσας, δεδομένο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανένα. Το συγκλονιστικό κήρυγμα του Κοσμά του Αιτωλού για «Παιδεία και γλώσσα» πως είναι δυνατό να λησμονήθηκε από τους κυρίους αυτούς; Αλλο βέβαια το ζήτημα της αντεπαναστατικής στάσης της εκκλησιαστικής ιεραρχίας σε αντίθεση με την στάση του κατώτερου κλήρου και των μοναχών, όπου και πάλι τα πράγματα παραμένουν στο σήριαλ αδιευκρίνιστα και ανεξήγητα.

Η τρίτη ελλειματικότητα του σήριαλ αναφέρεται στα κοινωνικά αίτια της επανάστασης. Το εάν ή όχι και μέχρι ποιού σημείου η άνοδος ισχυρών αστικών κατηγοριών έπαιξε ρόλο στην επαναστατική ζύμωση είναι ένα ζήτημα, όπου μπορεί να υπάρξουν αντιπαρατιθέμενες απόψεις. Σε καμμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να αγνοηθεί, όπως συνέβη με την κρινόμενη τηλεοπτική σειρά. Ακόμα περισσότερο δεν μπορεί να αγνοηθεί η σημαντικότητα των φορολογικών επιβαρύνσεων των λαϊκών στρωμάτων, συνακόλουθα των Ορλωφικών και της επιδημίας της χολέρας. Επ' αυτού ούτε λέξη ειπώθηκε. Οπως είναι γνωστό η Θεσσαλοηπειρώτικη εξέγερσις του 18ου αιώνα ξεκίνησε ακριβώς με αίτημα τη μείωση των φορολογικών βαρών.

Επί βάσει αυτών των τριών «ασαφειών» βρισκόμαστε μπροστά στο πρωτοφανές φαινόμενο μιας επανάστασης χωρίς αίτια: Το εθνικό-εθνοτικό στοιχείο ανύπαρκτο, το ιδεολογικό-θρησκευτικό σε κλίμα ανοχής και ύφεσης, το οικονομικό-κοινωνικό αμελητέο.

Τότε γιατί έγινε η επανάσταση; Προφανώς " όπερ έδει δείξαι " για να υποκατασταθούν οι Τούρκοι εξουσιαστές και τα προνόμια τους από εκείνα φιλόδοξων Ελλήνων τοπαρχών, οπλαρχηγών και καπεταναίων, που δεν είχαν άλλα στο νου τους από τη λαφυραγωγία και την καταλήστευση του διαθέσιμου πλούτου. Γιαυτό και οι ηγέτες της επανάστασης παρουσιάζονται στο σήριαλ εμμέσως πλην σαφώς ως άθλιοι και ευτελείς πλιατσικολόγοι σε διαρκή διαμάχη μεταξύ τους με κίνητρο το ατομικό όφελος και τη λεία.

Δεν αρκεί όμως αυτή η δια της τεθλασμένης απαξίωση του νοήματος της επανάστασης και του ευτελισμού των ηγεσιών της από το σήριαλ. Πρέπει να υπογραμμιστεί και να υπερτονιστεί ο αιμοσταγής χαρακτήρας της.

Εσφάγησαν οι Τούρκοι στην Τρίπολη. Ναι, κακώς - κάκιστα, αλλά ποιά επανάσταση, έστω και μια, έγινε χωρίς ακρότητες, και βιαιότητες; Και γιατί οι σφαγές- π.χ.της Χίου- από τους Τούρκους πέρασαν «στα μαλακά» από το σήριαλ.
Οι εκατόμβες του αίματος και μάλιστα μεταξύ ομοεθνών προσδίδουν μήπως το χαρακτήρα σφαγείου στη Γαλλική Επανάσταση, όπως ισχυριζόταν η χιτλερική προπαγάνδα;

Οι τρεις χιλιάδες Τούρκοι, που εξετέλεσε ο Ναπολέων μετά την κατάληψη της Ακρας ή οι 32.000 εργάτες, που εκτελέστηκαν (1870-71 !!!) μετά την καταστολή της Κομμούνας στο Παρίσι είναι μήπως δείγματα ανθρωπισμού σε αντιπαράθεση με την εξόντωση των Τούρκων στη Τριπολιτσά, που στο κάτω-κάτω της γραφής, εξέφραζε το συμπυκνωμένο μίσος πέντε αιώνων δουλείας και καταπίεσης;

Πέραν τούτου, συνεχίζουν οι «σηριαλιστές» ιστορικοί μας, οι εσωτερικές έριδες και οι εμφύλιες συγκρούσεις στην διάρκεια της επανάστασης αποδεικνύουν ότι τα προσωπικά ωφελιμιστικά κίνητρα ήταν τα κυρίαρχα και ο στόχος της απελευθέρωσης γινόταν αντιληπτός στο πλαίσιο και σε αναφορά με τα κίνητρα αυτά.

Το ότι αυτής της κατηγορίας κίνητρα εμπλέκονται παντού και πάντοτε στην Ιστορία είναι δεδομένο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτά υπερκαλύπτουν την ετοιμότητα θυσίας χάριν υπέρτερων συλλογικών σκοπών και αυτό το γνωρίζουμε από την Ιστορία όλων ανεξαίρετα των λαών της γης.

Οσον αφορά, όμως στην Ελληνική Επανάσταση ούτε η εξήγηση αυτή είναι επαρκής, δεδομένου ότι το βαθύτερο υπόστρωμα των εσωτερικών συγκρούσεων ήταν υποκείμενες ταξικής φύσεως αντιθέσεις, που οι «σηριαλιστές» θέλουν να αγνοούν, προφανώς και διότι η έννοια «κοινωνική τάξη» είναι εντελώς αντίθετη προς τη λογική τους.

Ισχυρίζονται περαιτέρω οι φωστήρες του «Σκάϊ», ότι το επίπεδο διαβίωσης των Χριστιανικών πληθυσμών βελτιώθηκε σημαντικά στην αρχική φάση της τουρκικής κατάκτησης για να πέσει προς το τέλος, ακολουθώντας τις φάσεις ακμής και παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η αλήθεια σχετικά με αυτό είναι ότι οι Οθωμανική κυριαρχία ιδιαίτερα όσον αφορά τον ελλαδικό χώρο ήταν αρχικά λιγότερο ληστρική από εκείνη των Βενετσιάνων και των Γενοβέζων, όπου αυτοί επικράτησαν. Ωστόσο, όταν τελικά οι Τούρκοι επικράτησαν σε ολόκληρη την ελλαδική χερσόνησο και στο Αιγαίο το επίπεδο διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων έπεσε κάθετα, ενώ συστηματικά οι Τούρκοι, δημιούργησαν και στήριξαν παντού φιλικές προς αυτούς τοποτηρητικές δυνάμεις εξουσίας (τα «τζάκια», οι κοτζαμπάσηδες, οι φαναριώτες), που μαζί με τους κατακτητές απομυζούσαν οικονομικά με πολλούς τρόπους τα λαϊκά στρώματα, γεγονός, που επιβεβαιώνεται από όλους ανεξαίρετα τους ξένους περιηγητές διαχρονικά.

Αμφισβητούν επίσης «δι' αποσιωπήσεως» οι «ερευνητές» του Σκάϊ, την έκταση του εξισλαμισμού και του παιδομαζώματος. Η απάντηση δίνεται από τον καθηγητή Βακαλόπουλο τον πρεσβύτερο, ο οποίος εξηγεί πως δια της καταφυγής στα ορεινά και τα δύσβατα ημιορεινά απέφυγαν - όσοι απέφυγαν - τον βίαιο εξισλαμισμό και συνακόλουθα τον αφελληνισμό τους.

Ισχυρίζονται επίσης οι «αντικειμενικοί αναλυτές» μας ότι με την κατάκτηση οι Ελληνες απέβαλαν σχεδόν ολοκληρωτικά τα δυτικά (;) πρότυπα διαβίωσης, ότι π.χ. ξέχασαν τις καρέκλες και τα τραπέζια και άλλα τινά ευτράπελα και συνήθησαν στους οντάδες, το φαγητό από κοινό τσουκάλι κλπ. κλπ., όλα χωρίς επαρκή ανάλυση των λαογραφικών δεδομένων και των συνθηκών της καθημερινής ζωής.

Παράλληλα οι κύριοι αυτοί ελαχιστοποιούν ή δεν αναφέρονται καθόλου στις γηγενείς θεσμικές ρυθμίσεις, που αναπτύχθησαν στον υπόδουλο Ελληνισμό, σε ένα κοινό δίκαιο παρά το γεγονός ότι επ' αυτών υπάρχουν οι εξαίρετες μελέτες του αείμνηστου καθηγητή Πανταζόπουλου.Το θέμα αυτό είναι νευραλγικής σημασίας, διότι παρασύρει τους «αναλυτές» μας όταν φτάνουν στην εισαγωγή του Ευρωπαϊκού δικαιακού συστήματος από τους Βαυαρούς στο ατόπημα να υποστηρίζουν ότι στον ελλαδικό χώρο υπήρχε θεσμικό κενό και ανυπαρξία αξιόλογων θεσμικών ρυθμίσεων.

Χαρακτηριστικό του τρόπου προσέγγισης της επανάστασης του 21 από τον «Σκαϊ» είναι η πλήρης αποσιώπηση του γεγονότος ότι από την άλωση και πέρα καταγράφονται πάνω από εξήντα εξεγέρσεις στον ελλαδικό χώρο, τοπικές οι περισσότερες, αλλά εξεγέρσεις. Δεν υπήρχαν αίτια γιαυτές αναγόμενα στην κατάκτηση, την καταπίεση και την υποδούλωση; Φαίνεται όχι και μάλλον επρόκειτο για ένα είδος πολεμικού σπορ των Ελλήνων ! ! !

Αλλά ας προχωρήσουμε:

Το 1805-6 γίνονται τεράστιας κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις από συνδυασμένες τουρκικές δυνάμεις και τους Ελληνες κοτσαμπάσηδες εναντίον της κλεφτουριάς της Πελοποννήσου όπου χάνονται εκατοντάδες οπλαρχηγοί. Γιατί αυτό το καθοριστικής σημασίας γεγονός αποκρύπτεται από το «σήριαλ» και με τον τρόπο αυτό δεν έρχονται στην επιφάνεια τα βαθύτερα κοινωνικά αίτια των συγκρούσεων μεταξύ των ελληνικών ηγεσιών;

Γιατί ούτε λέξη για το κίνημα των «καρμανιόλων» στη Σάμο και του Οικονόμου στα νησιά του Αργοσαρωνικού;

Γιατί καμμιά ανάλυση σε επίπεδο δημοτικών τραγουδιών των διαχρονικών πόθων και προσδοκιών του ελληνικού λαού για ελευθερία και δικαιοσύνη;

Με το να εμφανίζεται μετά από κάθε συγκεχυμένη και αοριστολογική παρουσίαση των γεγονότων ο κ. Βερέμης και να «συμπεραίνει» σε στυλ «η θεία Ολγα ξέρει» δεν καλύπτονται τα κενά, οι παρερμηνείες, οι διαστρεβλώσεις, οι παραλείψεις και οι ανακολουθίες.

Ανάλογα ισχύουν και για τον τρόπο που παρουσιάζονται τα «προφιλ» των μεγάλων ηγετών του αγώνα.

Επί παραδείγματι:

Ο Κολοκοτρώνης ένας φιλόδοξος και ηθικά αδίστακτος «κατσαπλιάς» που κατέφυγε στη Ζάκυνθο και ανασύρθηκε από την αφάνεια τις παραμονές της επανάστασης. Αποσιωπάται εντελώς το γεγονός ότι του είχε απονεμηθεί από τον Αγγλο διοικητή των Επτανήσων ο βαθμός του ταγματάρχη και υπηρέτησε επι μια δεκαετία τουλάχιστον στον αγγλικό στρατό.

Ο Καραϊσκάκης μια σκοτεινή φυσιογνωμία της Αιτωλοακαρνανίας, που άλλαζε συνεχώς στρατόπεδα και συμμαχίες..... Ανευ αξίας ν' αναφερθεί το γεγονός ότι η μάχη της Αράχωβας διδάσκεται ακόμα και σήμερα ως κλασικό μεγάλης αξίας στρατιωτικό εγχείρημα τόσο στο Γουέστ Πόϊντ των ΗΠΑ, όσο και στην ρωσική στρατιωτική Ακαδημία Σουβορόφσκι.

Ο Παπαφλέσσας, του οποίου ο ρόλος ήταν καθοριστικός στις ζυμώσεις για τον ξεσηκωμό στην Πελοπόννησο ουσιαστικά αγνοείται στο σήριαλ.

Ο Καποδίστριας ο μέγας αυτός μεταρρυθμιστής ηγέτης εμφανίζεται ως μια μορφή, που δεν είχε επαρκή αντίληψη της ελληνικής πραγματικότητας και δεν παρέχονται στον τηλεθεατή παρά ελάχιστα στοιχεία για να εκτιμηθεί το τεράστιο έργο του, παρά τις εσωτερικές και εξωτερικές αντιξοότητες.

Επίσης, όσον αφορά στο θέμα του Φιλελληνισμού, το σήριαλ καλλιεργεί την απολύτως λαθεμένη εντύπωση ότι οι Φιλέλληνες ήταν φαντασιοκόποι ιδιεαλιστές και αρχαιολάτρες, που όταν έβλεπαν από κοντά τις μικρότητες και τα χάλια των επαναστατών, ετρέποντο εις φυγήν.
Οι επιστημονικοί συμβουλάτορες του σήριαλ, αν θα είχαν κάνει πρωτογενή έρευνα στον ευρωπαϊκό τύπο της εποχής, θα ήξεραν ότι δεν είχαν έτσι τα πράγματα, αλλά και από την δευτερογενή βιβλιογραφία δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Αντίθετα η ελληνική επανάσταση, παρά τις όποιες αρνητικές και σκοτεινές της πλευρές λειτούργησε ως σύμβολο και σημείο αναφοράς, όχι μόνο στον τύπο, αλλά και πηγή έμπνευσης στη Λογοτεχνία της Ευρώπης για δεκαετίες.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο του Νικολάϊ Γκόγκολ στις «Νεκρές Ψυχές» όπου εμφανίζει έναν από τους γαιοκτήμονες να έχει στολισμένο το σαλόνι του σπιτιού του με πορτραίτα των ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης και να τα δείχνει στους επισκέπτες, σε μια υπόθεση που διαδραματίζεται μετά το 1850.

Ο προκρούστειος και μηδενιστικός τρόπος προσέγγισης του σήριαλ συνεχίζεται και ως προς τα μετά τον θάνατο του Καποδίστρια γεγονότα:
  • Η διαπλοκή της ντόπιας ολιγαρχίας με τα πλοκάμια της ξενοκρατίας δεν διευκρινίζονται.
  • Ο ρόλος των Αγγλων στην έξωση του Οθωνα δεν αναφέρεται.
  • Τα αίτια και οι επιπτώσεις της διαμόρφωσης της Οικονομίας μετεπαναστατικά, με κύριο χαρακτηριστικό τον μονοκαλλιεργητικό χαρακτήρα της, δεν αναλύονται.
  • Στα γεγονότα του Κιλελέρ δεν αποδίδεται η δέουσα σημασία.
  • Αγνοείται συστηματικά η οικονομική κοινωνική πλευρά του εξωτερικού προσανατολισμού και του μεγαλοϊδεατισμού της ελληνικής πολιτικής με αποτέλεσμα το κρίσιμο αυτό θέμα, να εμφανίζεται ως απόρροια ενός υπερφίαλου ελληνικού εθνικισμού.
  • Δεν συνδέεται η ενδημική οικονομική υπανάπτυξη που κορυφώνεται με την κρίση του 1892 με την υπερχρέωση προς τους ξένους δανειοδότες.
  • Δεν ερμηνεύεται κοινωνιολογικά ο παρασιτισμός, η αντιπαραγωγικότητα και ο «κομπραντορισμός» της νεοπαγούς αστικής τάξης στη μετεπαναστατική Ελλάδα.
  • Δεν επιχειρείται σύγκριση με τις εξελίξεις στις άλλες χώρες της Βαλκανικής, που θα αποκάλυπταν παραλληλότητες, που δεν ερμηνεύονται με αναγωγές στις υποτιθέμενες αρνητικές ιδιαιτερότητες του λεγόμενου «χαρακτήρα του Ελληνα».
  • Αγνοείται προκλητικά η άνθιση στα Γράμματα και τις Τέχνες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.
  • Η στροφή προς την αρχαιότητα τοποθετείται ως δευτερογενές και «ανακλαστικό» φαινόμενο σύμφωνα με το αρχαιολατρικό πρόσωπο του Βαυαρού Βασιλιά Λουδοβίκου.
  • Δεν εξετάζονται οι συνέπειες και οι λόγοι μια παθολογικής «δυτικοφρένειας» τμημάτων της ελληνικής ιντελιγκέντσιας που οδήγησε σε μακρόχρονη περιφρονητική απαξίωση του αυτόχθονος λαϊκού πολιτισμού.

Αυτά και μόνο αρκούν για να καταδειχθεί ο ελλειματικός και διαστρεβλωτικός χαρακτήρας του συγκεκριμένου σήριαλ, που εμφανίστηκε με αξιώσεις αντικειμενικότητας και πρωτοτυπίας.

Η «φιλοσοφία» του σε τελευταία ανάλυση αποτελεί την ελληνική συγκλίνουσα του βιβλίου του θρυλικού για την αμάθειά του Τούρκου Υπουργού των Εξωτερικών Νταβούτογλου. Τούτο, διότι αν γίνουν δεκτά τα όσα ψευδεπίγραφα και λαθεμένα παρουσιάζονται στο σήριαλ, η νεοοθωμανική «λύση» αποτελεί σε τελευταία ανάλυση την αναγκαστική διέξοδο.

Αυτό είναι το υποκρυπτόμενο ιδεολόγημα του σήριαλ, παρά τις όποιες διαμαρτυρίες των εμπνευστών και ταγών του.

Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε, που προωθείται οργανωμένα η εφελκυστική λογική από τα ίδια κυκλώματα. Ο κ. Θάνος Βερέμης, «ψυχή» του σήριαλ και πρωτεργάτης του λεγόμενου ΕΛΗΑΜΕΠ, είχε ταχθεί και πάλεψε λυσσωδώς για την αποδοχή του σχεδίου Ανάν στην Κύπρο μαζί με όλους τους ομοϊδεάτες του.
Ως γεφυροποιός της ελληνο-τουρκικής προσέγγισης ακολουθεί μια αντίληψη αποδόμησης και αποκαθήλωσης όλων των στοιχείων της ελληνικής «ετερότητας», τα οποία υποτίθεται δεν είναι τίποτα περισσότερο από κατασκευασμένες μυθοπλασίες.

Ελευθερόφρων και «προοδευτικός», ο κ. Βερέμης και οι συν αυτώ επιχειρεί να μας συνετίσει, διδάσκων τον λόγο της ορθής ιστορικής αλήθειας δια της τηλεοράσεως. Ενα εγχείρημα ανάλογο με εκείνο της κ. Ρεπούση με το βιβλίο της 6ης Δημοτικού.

Είναι τυχαίο ότι αυτό γίνεται σε μια φάση όπου στο όνομα της οικονομικής κρίσης ακολουθείται μια γραμμή «εφεκτικότητας» στα εθνικά ζητήματα από την Κυβέρνηση; Οχι βέβαια, υπάρχει κατά την γνώμη μας μια σχέση συγκοινωνούντων δοχείων ανάμεσα σε όλες αυτές τις τάσεις καλπονοθευτικής «επαναγραφής» της σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας.
βλ.: http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=758

Καθηγητής Βασίλης Φίλιας,
πρώην Πρύτανις Παντείου Πανεπιστημίου

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ


Η κατήφεια της ακαδημαϊκής κοινότητας για το γεγονός ότι ουδέν Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα της χώρας μας συμπεριλαμβάνεται στην πρόσφατη κατάταξη των καλύτερων πανεπιστημίων του κόσμου, αλλά και η αρχόμενη διαβούλευση σχετικά με την επικείμενη αναδιάρθρωση του χώρου της Ανωτάτης Παιδείας, και της φυσιογνωμίας που θα έπρεπε να έχουν τα πανεπιστήμια και πολυτεχνεία της, καθιστούν αναγκαία την δημόσια κατάθεση απόψεων από όλους εκείνους που φρονούν ότι μπορούν να συμβάλουν εποικοδομητικά στην κατεύθυνση αυτή.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, θεωρώ ότι η όποια αναδιάρθρωση των πανεπιστημίων ουδέν ουσιαστικό νόημα έχει, αν μέσα από αυτήν δεν αναδυθούν άμεσα ένα ή δύο Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, που θα πληρούν τις αναγκαίες διεθνείς προδιαγραφές ακαδημαϊκής ποιότητας, έτσι ώστε να συμπεριληφθούν στην επόμενη διεθνή κατάταξη μεταξύ των καλυτέρων πανεπιστημίων παγκοσμίως.
Ξεκινώντας με βάση την αρχή ότι το πανεπιστήμιο είναι πρωτίστως η ποιότητα των ακαδημαϊκών διδασκάλων και ερευνητών του, και δευτερευόντως η υλικοτεχνική του υποδομή, θεωρώ ότι μια θεσμική ρύθμιση μετάταξης των ικανότερων καθηγητών (που θα προκύψουν από μίαν ταχύρρυθμη κρίση όλων των πανεπιστημιακών διδασκόντων από διεθνούς επιπέδου επιτροπές, με κριτήρια αυστηρώς ακαδημαϊκά και καθόλου «αγοραία») σε ένα ή δύο προεπιλεγμένα από την πολιτεία ιδρύματα για να αποτελέσουν τις ακαδημαϊκές ναυαρχίδες της χώρας, θα επιτρέψει την στελέχωσή τους με ήδη υπάρχον λαμπρό ανθρώπινο δυναμικό, που σήμερα βρίσκεται διάσπαρτο μέσα στο εντροπικό περιβάλλον της πληθωριστικής πανεπιστημιακής φούσκας των χιλίων (καθ' υπερβολήν καλουμένων) ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και της μιας Ακαδημαϊκής Νυκτός.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η εμπράγματη αποδοχή από πλευράς πολιτείας ότι το πανεπιστήμιο οφείλει από τη φύση του να είναι ένα πνευματικό κέντρο αριστείας (centre of excellence). Ως εκ τούτου αποτελεί έναν αριστοκρατικό θεσμό, με την ορθή ετυμολογία του όρου, και είναι συμφυές με την έννοια του ελιτισμού, η οποία συνήθως διασύρεται ως έννοια απειλούσα «τα δίκαια των λαϊκών τάξεων». Αντιθέτως όμως, η αποδοχή της αναγκαιότητας του καλώς νοουμένου ελιτισμού, απότοκου της επιβαλλόμενης αξιοκρατίας στην παιδεία, και η επέκτασή του στην δόμηση όχι μόνο πρότυπων δημόσιων ΑΕΙ αλλά και πρότυπων δημόσιων σχολείων μέσης εκπαίδευσης (όπως παλαιότερα το Βαρβάκειο, το Α΄ Πρότυπο Γυμνάσιο, το Πειραματικό και ολιγάριθμα συναφή), ισομερώς κατανεμημένων χωροταξικά στις μεγάλες πόλεις της ελληνικής περιφέρειας, θα έδιναν την ευκαιρία στους πνευματικά ικανούς Έλληνες, ανεξαρτήτως της οικονομικής τους επιφάνειας, να φοιτήσουν και να αποκτήσουν υψηλή ποιοτική παιδεία, εμπλουτίζοντας έτσι τον κοινωνικό μας ιστό με δομικούς λίθους ήθους, μόρφωσης και δεξιότητας για την ανοικοδόμηση και ανασυγκρότηση μιας Νέας Ελλάδας.
Δεν χρησιμοποιώ τον όρο «Νέα Ελλάδα» τυχαία. Γιατί η επιστήμη, η κάθε επιστήμη, μπορεί να είναι παγκόσμιο απόκτημα και αγαθό, μπορεί ως εκ τούτου να μην έχει πατρίδα, αλλά οι επιστήμονες, όλοι οι επιστήμονες, έχουν και πατρίδα και εθνικότητα. Κατά την γνώμη μου δεν νοείται σήμερα, κάτω από τις δύσκολες οικονομικές και εθνικές συγκυρίες, να υπάρχει σχολείο, να υπάρχει πανεπιστήμιο, που να μην εδράζεται, να μην εκτρέφεται, και να μην εκπέμπει το ελληνικό πνεύμα που εκπορεύεται από τις βαθύτερες ρίζες του ελληνισμού, οι οποίες και προσδιορίζουν τα πεπρωμένα του έθνους μας. Και δεν νοείται σήμερα, την στιγμή που σχολεία της αλλοδαπής, ακόμα και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, εισάγουν στο εγκύκλιο πρόγραμμά τους την αρχαία ελληνική γλώσσα, και την στιγμή που κάθε διεθνές πανεπιστημιακό σύγγραμμα της Επιστήμης, των Γραμμάτων και των Τεχνών ανάγεται πάντα στην εισαγωγή του (αποδίδοντας συγχρόνως και τα οφειλόμενα εύσημα) στα αρχαία ελληνικά επιτεύγματα, επί των οποίων στηρίχθηκε και επί τη βάσει των οποίων εξελίχθηκε το αντικείμενο που μελετά, εμείς εδώ στην Ελλάδα να αγνοούμε, να υποβαθμίζουμε, και να υποτιμούμε την αρχαία ελληνική γλώσσα, μητέρα όχι μόνο των γλωσσών του δυτικού κόσμου, αλλά και των ιδεών, της μεθοδολογίας, της πνευματικής συγκρότησης και των τρόπων σκέψης που οικοδόμησαν και οικοδομούν τον σύγχρονο πολιτισμό της ανθρωπότητας.
Ως παράδειγμα (προς μίμηση) επιτυχούς εφαρμογής της ανωτέρω συλλογιστικής, αναφορικά με την διαπαιδαγώγηση επί τη βάσει ιστορικών πολιτιστικών προτύπων, υπενθυμίζω την σύγχρονη επικυριαρχία μεγάλης κλίμακος της εβραϊκής διανόησης, σε όλους τους τομείς του επιστητού, η οποία κυρίως απορρέει από την πεποίθηση που της ενσταλάζεται και της εμφυσείται από μικρή ηλικία, ότι ανήκει σε έναν επίλεκτο λαό με ιερή αποστολή μέσα σε έναν κόσμο ο οποίος δεν είναι προϊόν τύχης αλλά εντελέχειας.
Στα πλαίσια αυτά, εγγενές στοιχείο του προγράμματος σπουδών σε ολόκληρο το φάσμα της Ανωτάτης Παιδείας, θα έπρεπε να είναι ένα εξαμηνιαίο τουλάχιστον μάθημα αρχαίας ελληνικής με πρωτότυπα κείμενα σχετικά με την διδασκόμενη ειδικότητα, συμπεριλαμβανομένων των Θετικών, Ιατρικών και Τεχνολογικών Επιστημών, από τις οποίες σήμερα απουσιάζει ολοσχερώς (για παράδειγμα Ιπποκράτης στην Ιατρική και την Φαρμακευτική, Προσωκρατικοί φιλόσοφοι για τους Φυσικούς, Πυθαγόρας και Ευκλείδης για τους Μαθηματικούς, Αρχιμήδης για τους Μηχανικούς, Ξενοφών για τους Οικονομολόγους, Θουκυδίδης για τους Πολιτικούς Επιστήμονες, Πλάτων και Αριστοτέλης για όλους και για όλα).
Σχολείο και Πανεπιστήμιο θα πρέπει σήμερα να συμβάλλουν εκ νέου, κατά τρόπο καθοριστικό, στην ανάδυση ενός πλέγματος αρχών και αξιών που θα αναγάγουν τις αποκτούμενες και απαραίτητες εκπαιδευτικές γνώσεις, δεξιότητες, εμπειρίες, πρακτικές, και μετανεωτερικές καινοτομίες αιχμής, σε μοχλούς ενάρετης άσκησης των λειτουργημάτων, των δράσεων και των παραγωγικών δυνατοτήτων της κοινωνίας μας. Σχολείο και Πανεπιστήμιο δεν θα πρέπει μόνο να συντονισθούν, να συμπορεύονται, και να συμπαράγουν ή και να καινοτομούν, μέσα στα πλαίσια της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας, αλλά θα πρέπει παράλληλα μέσα από την επαφή με την συνέχεια, την συνεκτικότητα, και την εντελέχεια της φιλοσοφημένης σκέψης των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, αλλά και την ευλάβεια, την ψυχοστατική γαλήνη, και την υπερβατικότητα των Πατερικών κειμένων, να καλλιεργούν και να διαμορφώνουν την τροχοπέδη στην αλαζονεία της ανθρώπινης σκέψης και δράσης, τον σεβασμό απέναντι στην ιερότητα της φύσης και του δημιουργού της, την αισθητική του περιβάλλοντος χώρου, αλλά και την μεγαλοσύνη και μεγαλοπρέπεια που πολλές φορές εμπερικλείει το μικρό και η λεπτομέρεια. Για να δομηθεί ένα τέτοιο Πανεπιστήμιο, και συνακόλουθα ένα ανάλογο Σχολείο (μια και το Πανεπιστήμιο είναι ο τροφοδότης των δασκάλων του), που θα θεμελιώσουν μια Νέα Ελλάδα, απαιτείται ένα φιλοσοφημένο αρχιτεκτονικό σχέδιο, μια ρέουσα δυναμική ενός συνεχούς μορφωτικού πεδίου, που θα αγκαλιάζει το παρελθόν για να διασφαλίσει το μέλλον.
Κανείς δεν διανοείται να αρνηθεί τα απαραίτητα οικονομικά κριτήρια ανταποδοτικότητας (υπό μορφήν απτών προϊόντων της γνώσης) που θα πρέπει να διέπει μια τέτοια προσπάθεια, ούτε τις άμεσες κοινωνικές και αναπτυξιακές ανάγκες που θα πρέπει να υπηρετήσει. Θα ήταν όμως μυωπικό να σταθεί κανείς μόνο στην οικονομική θέαση και ερμηνευτική των πραγμάτων. Στόχος του Πανεπιστημίου δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, μόνον οι συνεχώς μεταβαλλόμενες και εν πολλοίς επίπλαστες και υποβολιμαίες ανάγκες της αγοράς, όπως αυτές προκύπτουν από την χειραγώγηση της καταναλωτικής συμπεριφοράς των μαζών, ούτε φυσικά η μαζική παραγωγή και μονομερής διαμόρφωση (ή καλύτερα παραμόρφωση) του homo economicus cretinus, του οικονομημένου τεχνοβάρβαρου μέσα σε ένα άμορφο πολυπολιτισμικό (πρακτικά πολυβάρβαρο) κοινωνικό ρευστό. Στους στόχους του Ελληνικού Πανεπιστημίου πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και η σφυρηλάτηση του ανθρωπιστικού πνέυματος τού «συνανήκειν» σε αυτό το έθνος, παράλληλα με την καλλιέργεια της όποιας δεξιότητας, εκπαίδευσης, πρακτικής εξάσκησης, καινοτόμου σκέψεως και εξειδικευμένης γνώσης, απαραίτητων για να το καταστήσουν λειτουργικό στην πράξη. Γιατί σε τελευταία ανάλυση, η πράξη είναι εκείνη που μετράει.
Η Νέα Ελλάδα δεν θα ανατείλει με το να ανεμίζουμε την γαλανόλευκη και να εγκλωβιζόμαστε μόνο στην ρητορική της αρχαιότητας. Η Νέα Ελλάδα θα γίνει νέα, όταν καταστεί αποτελεσματική, επιδεικνύοντας την προσαρμοστική και απορροφητική ικανότητα η οποία χαρακτηρίζει διαχρονικά την ευελιξία του ρηξικέλευθου ελληνικού πνεύματος, αναφορικά με τα σύγχρονα επιτεύγματα και τις νεωτερικές και μετανεωτερικές προοπτικές της ανθρώπινης γνώσης. Για να γίνει όμως αποτελεσματική, απαιτείται η αίσθηση της αποστολής, προσπάθεια, επιμονή, εργασία, ιδρώτας, προσήλωση, και προπαντός πίστη. Πίστη στην μακραίωνα ιστορία μας, πίστη στον εαυτό μας και την συνέχεια του γένους μας, στην κυτταρική μνήμη, αλλά και την μεταφυσική μας δύναμη που μας σπρώχνει στην περιπέτεια τής δύσκολης ανάβασης στο όρος, με την ελπίδα ότι στην κορυφή θα βρούμε - επί τέλους - τον Ναό.
Χρίστος Γούδης

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΤΟΥΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΕΘΝΟΜΗΔΕΝΙΣΤΕΣ


ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Απάντηση στον Θάνο Βερέμη (Ιερεμία) και Σε όσους τον έβαλαν επικεφαλή της Ελληνικής Παιδείας για να παραχαράξει την ιστορική αλήθεια.

Ήταν γενναίοι και παράτολμοι, θυσιάστηκαν για την ελευθερία μας, έχυσαν ποτάμια αίμα για να...  έχουμε πατρίδα κυρίαρχη και κράτος Ελληνικό.

Απέναντι τους οι παγκόσμιοι βαβυλωνοποιητές έχουν ένα σκοπό, να σβήσουν τις μνήμες και να κατασκευάσουν μια ψεύτικη δουλοπρεπή νέα τάξη πραγμάτων.

Η παραχάραξη της ιστορίας είναι η απαρχή εφαρμογής του σχεδίου «πνευματικής, πολιτισμικής εθνοκάθαρσης».

Παράλληλα κινούνται ενάντια στην γλώσσα, ενάντια στην ορθοδοξία, ενάντια στην φιλοπατρία, υπέρ του διαμελιστικού μειονοτικού πολυπολιτισμού, υπέρ της μονομερούς από την Ελλάδα κατάργησης των συνόρων, υπέρ των μεταναστών και ενάντια στους γηγενείς!!

Το 1821 δεν προέκυψε τυχαία, προηγήθηκαν εξεγέρσεις και μακροχρόνιοι περιφερειακοί πόλεμοι.

Υπήρχε κεντρικός σχεδιασμός και καλή προετοιμασία από την Φιλική Εταιρεία.

Η εξέγερση στην Μολδοβλαχία ήταν αντιπερισπασμός.

Οι Πόντιοι έστειλαν πολλά χρήματα, γιατί δεν μπορούσαν να συμβάλλουν στρατιωτικά.

Στο ταμείο στην Βόστιτσα (Αίγιο) αρχές του 1821 μαζεύτηκαν μεγάλα ποσά.

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός όρκισε στο λάβαρο από τις 17 Μάρτη στην Αγία Λαύρα εκατοντάδες πολεμιστές και με την συμμετοχή του άγνωστου στο ευρύ κοινό οπλαρχηγού Στριφτόμπολα.

Ο ίδιος και σε συντονισμό με τον Κολοκοτρώνη κινήθηκαν ταυτόχρονα.

Ο Κολοκοτρώνης με τον Μαυρομιχάλη μέριασαν τις διαφορές τους και απελευθέρωσαν την Καλαμάτα, την ίδια στιγμή απελευθερωνόταν τα Καλάβρυτα.

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έκανε πως θα πάει προς την Τρίπολη και γύρισε την νύχτα προς την Πάτρα. Μια αψιμαχία στο Γηροκομειό με Τουρκική περίπολο έδωσε την ευκαιρία στους Τούρκους του κάστρου του Ρίου να σπεύσουν σε βοήθεια του κάστρου της Πάτρας κι έτσι απέτυχε ο αιφνιδιασμός.

Η έννοια έθνος χρησιμοποιείται από τον Όμηρο ως ταυτόσημη με το πλήθος ομοειδών ειδών, αγέλης ζώων και σμήνους πτηνών.

Η έννοια γένος που χρησιμοποιείται πολύ από τους αγωνιστές του ’21 έχει ρίζα από το ρήμα νάσκω = γεννώ.

Από αυτή στην λατινική της διατύπωση προέκυψε το nation που μεταφράζεται σε έθνος, ενώ θα έπρεπε να αναφέρεται ως γένος.

Η διαφορά του έθνους από το γένος είναι ότι, το γένος οριοθετεί την κοινή καταγωγή.

Οι έχοντες εθνική συνείδηση αποκαλούνται εθνιστές και οι προσποιούμενοι τους εθνιστές αποκαλούνται εθνικιστές.

Εκ του Γάλλου στρατιώτη ΣΩΒΙΝ που υπερέβαλλε την αξία της πατρίδας σε βαθμό μίσους και επέκτασης ενάντια σε άλλα έθνη, προέκυψε ο όρος σωβινισμός.

Με οργανωμένη παράφραση της έννοιας του έθνους ( ως εχθρότητα στους άλλους λαούς), επιχειρείται η επιβολή αντεθνικών αισθημάτων και απάτριδος συνείδησης.

Ενοχοποιείται τεχνητά το έθνος ως γενεσιουργός αιτία φυλετικών πολέμων και κρατικών συγκρούσεων, παρά το γεγονός ότι αυτοί διεξάγονται κύρια από τα οικονομικά συμφέροντα και τους σκοπούς των κεφαλαιοκρατών.

Εναλλακτικά επιβάλλεται ο όρος κοσμοπολιτισμός (πολίτες του κόσμου) ως δήθεν κατάργηση όλων των συνόρων.

Αυτή η προσέγγιση είναι μέσο για την παράλυση των εθνικών αντιστάσεων στην παγκόσμια επέκταση του κεφαλαίου και της ισοπέδωσης των ιδιαιτεροτήτων και των ταυτοτήτων των λαών.

Μια ακόμη εκδοχή των απάτριδων εθνομηδενιστών είναι η οικουμενικότητα, όρος παγκοσμιοποιητικός που αναφέρεται στον οίκο του θεού σε άπαντα τον κόσμο.

Και ο κοσμοπολιτισμός και η παραλυτική οικουμενικότητα είναι τα άλλοθι της υποταγής στην Βαβυλωνοποίηση της ανθρωπότητας.

Όταν αναφερόμαστε στην Βαβυλώνα εννοούμε την σύγχυση, την ασυνεννοησία, το χάος και την επικράτηση της «καθαρής φυλής» πάνω στους μιγάδες και πολυδιασπασμένους κοσμοπολίτες.

Η καταστροφή των εθνικών ταυτοτήτων και οι πολλαπλές γεωγραφικές αυτονομήσεις και μειονοτικές αποσκιρτήσεις είναι μέρος της προετοιμασίας της λεγόμενης παγκόσμιας διακυβέρνησης –δικτατορίας πάνω στα θραύσματα των πάλαι ποτέ εθνών-κρατών.

Οι μίζεροι και μίζα-ροι ψευτοκαθηγητάδες που λένε ότι τα έθνη προέκυψαν από τον καπιταλισμό, άρα δεν υπήρχαν πριν το 1600, είναι συνειδητά και ασυνείδητα όργανα της Νέας Τάξης Πραγμάτων.

Επομένως η αγάπη στην πατρίδα, η αγάπη στην ελευθερία, η ιστορική μνήμη, η σύγχρονη εθνική ταυτότητα, η αλληλεγγύη των εθνών, ο ειρηνικός πολιτισμικός διεθνισμός είναι αντίπαλοι στα γεωπολιτικά σχέδια των παγκοσμιοποιητών.

Οι ήρωες του 1821 που είχαν σαν πρότυπα τον Λεωνίδα, τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Αχιλλέα πρέπει κατ αυτούς (παγκοσμιοποιητές), να λησμονηθούν και οι πατεράδες και οι παππούδες μας που πολέμησαν τους Ιταλούς και Γερμανούς εισβολείς με πρότυπα τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα, τον Καραϊσκάκη, τον Μακρυγιάννη πρέπει να λοιδορηθούν.

Όσοι θαυμάζουν τον Νικηταρά θα υβρίζονται ως Ελληναράδες. Και όσοι θα πιστεύουν στο αυτονόητο, στην αξία της πατρίδας, θα καθυβρίζονται ως ρατσιστές και εθνικιστές.

Την Ελληνική αρχή του μέτρου, της μεσότητας , του ρυθμού και της αναλογίας που επιβάλλει ποσόστωση, έλεγχο, αφομοίωση και κοινή παιδεία και πολιτισμό στους μετανάστες την αποκαλούν ψευδώς ακραία .

Και την πραγματικά ακραία αντιστροφή των εννοιών όπως της ελευθερίας σε ασυδοσία και της απεριόριστης εισβολής μεταναστών στο πρότυπο της «ανοικτής κοινωνίας» (ΣΟΡΟΣ) την αποκαλούν προοδευτική αναγκαιότητα.

Οι εντός των τειχών εχθροί είναι δύο κατηγοριών, τα θύματα της παραπλάνησης και τα μίσθαρνα όργανα της διάλυσης της εθνικής συνοχής με απώτερο σκοπό την υποταγή των Ελλήνων και άλλων εθνών στους πραγματικούς ρατσιστές και φασίστες, ναζιστές κλπ. Καίριο ερώτημα: γιατί δεν στρέφονται όλοι αυτοί ενάντια στην πηγή του κακού;

Γιατί δεν αλλάζουν την δική τους ιστορία, δεν προωθούν τον πολυπολιτισμό και το σχέδιο ΑΝΑΝ στην δική τους χώρα, γιατί ορθώνουν τείχη, ενώ αξιώνουν στους άλλους να τα γκρεμίσουν;

Γιατί δεν είναι κοσμοπολίτες και είναι σωβινιστές; Γιατί είναι ρατσιστές και εθνοκτόνοι;

Γιατί για εμάς ισχύει η Βαβυλωνία και για αυτούς ο περιούσιος λαός του Κυρίου;

Για να αποκατασταθεί η αλήθεια, ας είμαστε δίκαιοι με τα ίδια κριτήρια κρίνοντες τόσο τα δικά μας όσο και τα αλλότρια…

Όσον αφορά την επανάσταση του 1821, σκεφθείτε πως κάποιοι ηγήτορες μας δεν ντύθηκαν ποτέ τσολιαδάκια και δεν έπαιξαν ποτέ σχολικό θέατρο με πρωταγωνιστές τους ήρωες του γένους και δεν δάκρυσαν ποτέ στην παρέλαση και δεν ρίγησαν στην θέα της Ελληνικής σημαίας, δεν έκαναν τον σταυρό τους σαν παιδάκια και δεν έψαλαν τον ακάθιστο ύμνο, ούτε καν τον εθνικό ύμνο ξέρουν!!

Μπερδεύουν την Ανάσταση με τα Χριστούγεννα και δεν ξέρουν που πάνε τα τέσσερα..

Και περιμένουμε από αυτούς να κυβερνήσουν για τα συμφέροντα της Ελλάδας;;

Σαν κιαυτούς θέλουν οι εθνομηδενιστές να καταντήσουν την νέα γενιά….


βλ.: http://taxalia.blogspot.com/2011/02/1821_6029.html


Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ


Τα ελληνικά είναι τραγούδι.
Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων.
Τούς θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε
Βέβαια, η γλώσσα χωρίς τόνους φάνταζε στα μάτια μου σαν σεληνιακό τοπίο, αλλά νόμιζα ότι αυτό ήταν μια προσωπική μου εντύπωση, θέμα συνήθειας. Ώσπου συνέβη το εξής:
Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν’ ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας “Λύρα”, προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες.
Είναι δύσκολο ν’ απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί. Όταν βέβαια το τραγούδι είναι τετριμμένο ή άτεχνο, η εξήγηση είναι εύκολη. Μού συνέβη όμως να δω τραγούδια όπου οι στίχοι δεν ήταν άσχημοι και η μουσική δεν ήταν τυχαία, επιπλέον ταίριαζε θεματικά και με τους στίχους. Κι όμως, το τραγούδι συνολικά δεν “ κύλαγε” όπως λέμε( οπότε το επιστρέφαμε στον ενδιαφερόμενο με διάφορες ασάφειες και υπεκφυγές.
Το πράγμα με απασχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (…) και τα συνέκρινα μ’ αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα -προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του- τότε όσο έξυπνη και να ‘ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό.
Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ’ ένα ρυθμό ή σ’ ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται.
Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο.(…)
Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: “Λυγά πάντα η γυναίκα”. Το “πάντα” ακούγεται ψηλότερα από το “λυγά” που παίρνει περισπωμένη. “Λυγά πάντα η γυναίκα" ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το “ γυναίκα”, που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ’ έναν φίλο και έμαθα ότι η “ γυναίκα” οφείλει να παίρνει περισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι’ αυτό πήρε οξεία η “ γυναίκα”.
Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει “ Λυγά πάντα η γυναίκα” λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη. Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ’ έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις:
Είν’ ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν’ ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω”. Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το!
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί’ ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε:
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε, και να το πολύ πλουσιότερο τού επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό;
Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μού φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μού φάνηκε σαν μια σκαπάνη που, κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πριν.
Τίποτε δεν χάθηκε.
Όλα υπάρχουν.
Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (…).
Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιάς φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα.(…)
Δεν περιφρόνησα καμία άποψη και δεν κολάκευσα καμιά. Προσπάθησα να πω τρείς φορές τρείς αλήθειες.
Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.
Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τί να γίνει; Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι.
Ευχαριστώ.

βλ.: http://ethnologic.blogspot.com/

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Οι Αλαμάνοι (περισσότερον γνωστοί ως Γερμανοί) σέβονται την γλώσσα τους:

Ramsauer mans ramparts against English

Transport Minister Peter Ramsauer is declaring war on English words creeping into everyday German usage and urging fellow politicians to follow his lead.
 
Ramsauer told daily Tagesspiegel on Wednesday that the growing number of Anglicisms in daily use in Germany had the effect of excluding a large chunk of the population.

The minister, who belongs to the Christian Social Union – the Bavarian sister party to Angela Merkel’s conservative Christian Democrats – described his year-long efforts to rid the German language of Anglicisms as a “success.”

Under Ramsauer’s direction, terms such as “ticket,” “laptop,” and “flipchart” have been phased out of use in the Transport Ministry and replaced with Fahrscheinen, Klapprechnern, and Tafelschreibblock.

He is now calling on cabinet colleagues to follow his example. His campaign so far had generated “thousands of letters and phone calls” offering “100 percent support.”

That had made him realise that more needed to be done.

“Listen to what people are saying. And now I know what their needs, worries and problems are. What I’ve done, really, is to address them.”

Ramsauer said he had also been persuaded by the moves by rail operator Deutsche Bahn to remove English terms from usage. Deutsche Bahn boss Rüdiger Grube was a “pragmatic and reliable man who in each respect has straightened things out in his company – including in this one.”
όπερ σημαίνει: Τέρμα τα αγγλικά στη Γερμανία


Η Γερμανία αγρίεψε για τα καλά. Πάνε οριστικά οι εποχές που εξαιτίας των ενοχικών της συνδρόμων, το έπαιζε καλή με όλους. Και πιο ειδικά με τους Αγγλο-αμερικανούς. Σήμερα, εκτός από τη κυριαρχία της στην ΕΕ, και το ότι το παίζει (επειδή μάλλον είναι) αφεντικό στην ευρωζώνη, βλέπουμε να αναδύεται και μια, δειλή αρχικά, επιστροφή στον περίφημο γερμανικό σωβινισμό που επί δεκαετίες αποτελούσε ταμπού. Η Γερμανία πάνω απ’ όλα, κ.λπ.
Έτσι, ο υπουργός συγκοινωνιών της χώρας Thomas Ramsauer, σε αντίθεση με τον Έλληνα ομόλογό του κο Ρέππα, που ασχολείται με πολύ σοβαρότερα ζητήματα(!), αποφάσισε πως στο εξής θα πρέπει να σταματήσει η εισβολή των αγγλικών λέξεων και όρων στη γερμανική κουλτούρα. Για αυτό και ήδη άρχισε την αντικατάσταση των αγγλικών λέξεων και φράσεων, που χρησιμοποιούνταν από τις υπηρεσίες των οποίων προϊσταται, με γνήσια γερμανικά.
Για παράδειγμα, αντί για τη λέξη Ticket, θα χρησιμοποιείται πλέον η λέξη Fahrscheinen, κ.ο.κ. Μάλιστα θα σταματήσει και η χρήση της λέξης stop στις οδικές πινακίδες.
Όπως ισχυρίζεται ο Ramsauer, έχει δεχτεί πολλά αιτήματα από  ψηφοφόρους, οι οποίοι θέλουν την οριστική απομάκρυνση της αγγλικής από τη Γερμανία.
S.A. -The Local
βλ.: http://www.thelocal.de/politics/20101229-32095.html?utm_source=twitterfeed&utm_medium=twitter

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Σκέψεις για την ιστορία και την διδασκαλία της

Του Καθ. Ιάκωβου Μιχαηλίδη*

Το ζήτημα του τρόπου συγγραφής αλλά και της αναθεώρησης των σχολικών βιβλίων δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Έχει τις ρίζες του στο 19ο αιώνα και συνδέεται με το ευρωπαϊκό φιλειρηνικό κίνημα της εποχής. Το θέμα επανήλθε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αμέσως μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ως άμεσο επακόλουθο της κατάρ­ρευσης του ηθικού κώδικα αξιών στα πεδία των μαχών. Η Κοινωνία των Ε­θνών υπήρξε, μάλιστα, το διεθνές εκείνο forum που συντόνισε τη σχετική δρα­στηριότητα. Σταθμός στις προσπάθειες της στάθηκε η περίφημη «Απόφαση Casares» της Διεθνούς Επιτροπής Πνευματικής Συνεργασίας της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία έθεσε για πρώτη φορά το πλαίσιο για την απάλειψη από τα σχολικά εγχειρίδια απαξιωτικών αναφορών σε άλλους λαούς.

Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το ζήτημα της αναθεώρησης των σχολι­κών εγχειριδίων αντιμετωπίστηκε σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω της UNESCO. Ήδη από την πρώτη Γενική Διάσκεψη της UNESCO, που πραγματοποιήθηκε το 1946 στο Παρίσι, χαράχτηκαν οι βασικές αρχές για τη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας. Πρόθεση της ήταν να απαλείψει από τα βιβλία τις αναλήθειες, να αντικαταστήσει τη στενή εθνική ιστορία με μία γενικότερη ανθρωπιστική άποψη και να συντάξει την «ιδανική» ιστορία. Το 1949, μάλι­στα, η UNESCO προχώρησε στη σύνταξη ενός κατευθυντήριου άξονα υπό τον τίτλο «υποδειγματικό σχέδιο για την ανάλυση και βελτίωση των σχολι­κών βιβλίων στο πνεύμα μιας διεθνούς κατανόησης». Τα κύρια σημεία του άξονα αυτού σχετίζονταν με… 
την ακρίβεια των πληροφοριών και τη δικαιο­σύνη, ειδικά όσον αφορά την αντιπροσώπευση των διαφόρων μειονοτικών ομάδων καθώς και των άλλων εθνών και εθνικοτήτων.

Αλλά η βαθμιαία υποχώρηση των δραστηριοτήτων της UNESCO σε θέ­ματα παιδείας άφησε κενό, το οποίο ήλθε να καλύψει, ιδιαίτερα μάλιστα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, το Συμβούλιο της Ευρώπης. Το Συμβούλιο της Ευ­ρώπης, που εδρεύει στο Στρασβούργο, ιδρύθηκε το 1949 και αποτελείται από 46 κράτη μέλη. Αποστολή του είναι η προαγωγή της ενότητας ανάμεσα στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, η καλλιέργεια μιας ευρωπαϊκής πολιτιστικής ταυ­τότητας και ο σεβασμός της διαφορετικότητας.

Μόνο τη χρονική περίοδο 1953-1958 το Συμβούλιο της Ευρώπης διορ­γάνωσε έξι συνέδρια με αντικείμενο τα σχολικά βιβλία, δίνοντας μάλιστα έμφαση σε εκείνα της Ιστορίας και της Γεωγραφίας. Υλοποίησε επίσης το τριετές πρόγραμμα «Εκμάθηση και διδασκαλία της ιστορίας της Ευρώπης στον 20ό αιώνα». Οι πρωτοβουλίες του, αν και δεν είχαν δεσμευτικό χαρα­κτήρα, επηρέασαν τη μεθοδολογία και τον τρόπο συγγραφής των σχολικών εγχειριδίων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Ευνοήθηκαν μάλιστα από τη μεταναστευτική πλημμυρίδα που σάρωσε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ι­διαίτερα τη δεκαετία του 1990.

Ήταν τότε που ο πυρήνας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, στον οποίο το μάθημα της Ιστορίας θεωρήθηκε ότι κατέχει πρωτεύοντα ρόλο, άρχισε στα­διακά να αλλάζει. Οι προτεινόμενες αλλαγές δεν περιορίστηκαν μόνο στην απάλειψη απαξιωτικών εκφράσεων για γειτονικούς λαούς, αλλά ριζοσπαστικοποιήθηκαν. Αιτήθηκε η αντικατάσταση του έως τότε εθνοκεντρικού μο­ντέλου διδασκαλίας με ένα πολυπολιτισμικό, στο οποίο η καλλιέργεια εναλ­λακτικών και πολλαπλών ταυτοτήτων -με αναφορά πάντοτε στις κοινότητες των προσφύγων και των μεταναστών- θα αποτελούσε τον τελικό στόχο.

Ιδιαίτερα στην Ιστορία, η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίστηκε επίσης και από τη διάχυση των ιδεών του μεταμοντερνισμού, όπου το παραδοσιακό α­ξίωμα με το οποίο γαλουχήθηκαν γενεές ιστορικών περί της αναζήτησης της μίας και μοναδικής αλήθειας αμφισβητήθηκε έντονα. Για τους οπαδούς του μεταμοντερνισμού η αλήθεια είχε σχετική μόνο αξία και ήταν θέμα πρόσλη­ψης ή επιλογής. Η διαπίστωση αυτή επέτρεπε ως λογικό επακόλουθο την αλλαγή του περιεχομένου της διδακτέας ύλης στο μάθημα της Ιστορίας και την απαγκίστρωση του από την ανάγκη να καλλιεργεί την εθνική συνείδηση των μαθητών.

Στις 29 Απριλίου 2007 ο Γιάννης Κολιόπουλος σε εισήγηση του σε ημερί­δα που διοργάνωσε η Εταιρεία Μακεδόνικων Σπουδών στη Θεσσαλονίκη ανέ­πτυξε διεξοδικά τις εξελίξεις όσον αφορά την επιστήμη της Ιστορίας και τις χρήσεις που αυτή καλούνταν πλέον να εξυπηρετήσει. Αφού άσκησε δριμεία κριτική στους οπαδούς του μεταμοντερνισμού, υπεραμύνθηκε του εθνικού κράτους και της εθνοκεντρικής διδασκαλίας της εκπαίδευσης. Αξίζει επίσης να επισημανθεί πως δύο σχεδόν χρόνια μετά την εκδήλωση αυτή η εισήγηση του αναμένει ακόμη την τεκμηριωμένη απάντηση όσων την αμφισβητούν.

Η παραπάνω εισήγηση αποτέλεσε για τον υπογράφοντα το έναυσμα για τη διερεύνηση της σημερινής κατάστασης στον ευρωπαϊκό χώρο, όσον αφορά το μάθημα της Ιστορίας και τη διδασκαλία του. Μια σειρά από συμπερά­σματα μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: Σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες το μάθημα της Ιστορίας, για διάφορους λόγους, δεν είναι ελκυστικό, ενώ η εκπαίδευση δεν αποτελεί σήμερα το μοναδικό φορέα διαμόρφωσης ιστορικής συνείδησης. Τόσο ενώσεις ιστορικών, εθνικές και υπερεθνικές, όσο και διάφοροι Μη Κυβερνητικοί Οργανισμοί επιχειρούν με εκδόσεις και σεμινάρια να προωθήσουν τις απόψεις τους. Δεν μπορεί να αμφισβητήσει, βεβαίως, κανείς πως τα δεδομένα έχουν σαφώς διαφοροποιηθεί από τις αρχές του 20ού αιώνα. Η κοινωνική και οικονομική ιστορία, η ιστορία των θεσμών, η πολιτισμική ιστορία και η ιστορία των φύλων έχουν σταδιακά ενσωματω­θεί και συνεχίζουν να ενσωματώνονται στη σχολική εκπαίδευση. Αλλά και επιδιώξεις, όπως η ενίσχυση της κριτικής σκέψης και της συνθετικής ικανό­τητας των μαθητών, σε συνάρτηση πάντοτε με το επίπεδο της σχολικής εκ­παίδευσης καθώς και η απάλειψη απαξιωτικών περιγραφών και εκφράσεων για εθνικούς αντιπάλους, αποτελούν θεμιτές και αδιαπραγμάτευτες επιδιώ­ξεις. Ωστόσο, άλλα ζητήματα πολιτικής χροιάς, όπως για παράδειγμα η επιλογή του εθνικού ή του πολυπολιτισμικού και υπερεθνικού μοντέλου στην εκπαιδευτική διαδικασία, σχετίζονται με τις γενικότερες ιδεολογικές ζυμώ­σεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο και ως εκ τούτου εξακολουθούν να παραμένουν εκκρεμή. Η προς το παρόν αδυναμία της ευρωπαϊκής οικογένειας να συγκρο­τηθεί σε κάτι περισσότερο από μια πολιτική και οικονομική ένωση καθιστά την ενιαία ευρωπαϊκή πολιτιστική ταυτότητα εξαιρετικά αμφίβολη στο ορατό μέλλον. Έτσι φαινόμενα όπως η μεταναστευτική πλημμυρίδα της δεκαετίας του 1990 και η αλλαγή της πληθυσμιακής ισορροπίας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες καθώς και η συνακόλουθη επιδίωξη των ομάδων αυτών για πρόσβαση στη δική τους ιστορία, συγκρούονται με εξελίξεις, όπως οι δυσλειτουργίες του πολυπολιτισμικού μοντέλου σε χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία αλλά και με την αναβίωση περιφερειακών εθνικισμών, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στη χώρα των Βάσκων. Το ζήτημα της συγγραφής των βιβλίων Ιστορίας έχει επανέλθει στις περισσότερες από τις ευρωπαϊκές χώρες αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Δεν αποτελεί, λοιπόν, η Ελλάδα εξαίρεση.

Από τα πολλά παραδείγματα προβληματισμού και ζυμώσεων στο χώρο της Ιστορίας θα εστιάσω σε εκείνο της Μεγάλης Βρετανίας. Εκεί η υπόθεση της ενίσχυσης της εθνικής ταυτότητας και η συνακόλουθη συζήτηση σε σχέ­ση με τους στόχους της εκπαίδευσης στο χώρο της Ιστορίας έχει τα τελευταία χρόνια αναζωπυρωθεί, ιδιαίτερα μάλιστα μετά τις τρομοκρατικές επιθέ­σεις στον υπόγειο σιδηρόδρομο του Λονδίνου στις 7 Ιουλίου του 2005. Στο επίκεντρο έχει βρεθεί μάλιστα το National Curriculum για την Ιστορία, το οποίο ισχύει με ελαφρές τροποποιήσεις από το 1988. Είναι αξιοσημείωτο μάλιστα το γεγονός πως η Fabian Society, ένα think tank, που εδώ και έναν σχεδόν αιώνα συνδέεται με το κόμμα των Εργατικών και επηρεάζει τις κυ­βερνητικές επιλογές, έχει πραγματοποιήσει την τελευταία πενταετία σειρά δημόσιων debates και συνεδρίων για τον ορισμό της μοντέρνας «βρετανικότητας» (Britishness). Η ίδια εταιρεία ασχολείται επίσης με συναφή ζητήματα, όπως ο καθορισμός των βρετανικών αξιών, η διερεύνηση των ορίων της ευ­ρωπαϊκής ταυτότητας, ενώ έχει υποβάλει προς τη βρετανική κυβέρνηση σει­ρά προτάσεων, από τις οποίες ξεχωρίζει εκείνη για τον ορισμό National Day στη Βρετανία κατά το πρότυπο της Αυστραλίας. Η σχετική συζήτηση άνοιξε στις 14 Ιανουαρίου 2006 με την εναρκτήρια ομιλία στο Συνέδριο της Fabian Society από τον ίδιο τον βρετανό πρωθυπουργό Gordon Brown. Ο Brown προσπάθησε να δώσει ένα νέο ορισμό για την έννοια της «βρετανικότητας», μίλησε για το βρετανικό πατριωτισμό, τον οποίο περιέγραψε όχι με βάση φυλετικές ιδιότητες αλλά σε σχέση με την κοινή πίστη σε ένα σύνολο αξιών, όπου οι διαφορές θα γίνονται μεν αποδεκτές, αλλά δεν θα πρέπει να αφήνουν καμία αμφιβολία για την κυριαρχία της εθνικής ταυτότητας. «Πρέπει να κά­νουμε περισσότερα πράγματα για να βοηθήσουμε την ενσωμάτωση», συνό­ψισε την ομιλία του ο βρετανός πρωθυπουργός. «Δεν πρέπει να εγκαταλεί­ψουμε την εθνική μας ιστορία [...] Πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στο αναλυτικό πρόγραμμα, όχι μόνο ημερομηνίες, μέρη και ονόματα, ούτε ένα σύνολο ασύνδετων γεγονότων, αλλά μια αφήγηση που περικλείει την ιστορία μας». Η εισήγηση του βρετανού πρωθυπουργού έδωσε έναυσμα για έναν δημόσιο διάλογο. Ο νεαρός ιστορικός Tristram Hunt, συνδεδεμένος και αυτός με τους Εργατικούς, με την αρθρογραφία του στις εφημερίδες Ob­server και Guardian τοποθέτησε την αναγκαιότητα της καλλιέργειας της ε­θνικής ταυτότητας στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. «Παλαιότερα η Ιστορία ήταν η διδασκαλία του παρελθόντος. Σήμερα όμως είναι πολύ πε­ρισσότερο ένα ερώτημα για την ταυτότητα, για το που ανήκουμε, για την υπηκοότητα μας». «Καθώς η ιστορία της εθνικής αφήγησης και των εντάσε­ων των κοινοτήτων αυξάνεται σε όλη τη Βρετανία», υποστηρίζει ο Hunt, «η κυβέρνηση έχει δίκιο που προσπαθεί να μας ενώσει ως έθνος. Αλλά ακαθό­ριστες επισημάνσεις για την υπηκοότητα δεν είναι αρκετές. Χρειαζόμαστε ιστορίες, ορόσημα, μάχες, ήρωες και προδότες, αρκετό από το πάθος του πα­ρελθόντος, στοιχεία που θα μας βοηθήσουν να γίνουμε σύγχρονοι Βρετανοί. Και φυσικά χρειάζεται να ξεκινήσουμε από τη σχολική αίθουσα, όπου διδά­σκεται η ιστορία, όχι από κάποιο σεμινάριο για την έννοια του πολίτη, το οποίο γίνεται στο δημαρχείο». Και καταλήγει υποστηρίζοντας πως «η ιστο­ρία δεν είναι θεραπεία για τα κάθε λογής βάσανα της σύγχρονης κοινωνίας και προσφέρει κακές υπηρεσίες, αν κάνει κάτι τέτοιο. Υπάρχει μια κυρίαρχη αγγλοσαξονική ιστορία σε αυτά τα νησιά κι αυτό δεν είναι μύθος».

Οι εξελίξεις στη Βρετανία επιβεβαιώνουν πολλά από τα επιχειρήματα του Κολιόπουλου. Και δεν αποτελούν την εξαίρεση. Θα κλείσω παραθέτο­ντας κάτι άλλο: «Πώς όμως θα πληροφορηθούμε για τα γενόμενα στην κοι­νωνία του παρελθόντος τι, μ' άλλα λόγια, πρέπει να κάνει ο εν προκειμένω αρμόδιος, ο ιστορικός δηλαδή, προκειμένου να κατανοήσει την κοινωνία του παρελθόντος και, κατόπιν, να προσπαθήσει να κάνει και μας τους υπόλοι­πους να την κατανοήσουμε. Πρέπει να μελετήσει τις πηγές. Πηγή για ένα γεγονός είναι το τεκμήριο που το ίδιο το γεγονός άφησε, τεκμήριο σύγχρονο του, επομένως [...] Τι ψάχνουμε να βρούμε στο παρελθόν; Ο ιστορικός, χρησιμοποιώντας όλες τις διαθέσιμες πηγές και όλα τα διαθέσιμα στην επι­στήμη του εργαλεία, τι θέλει να βρει στις αναζητήσεις του στο παρελθόν, κοντινό ή μακρινό; Απαντώ αμέσως, απλά: Ψάχνει να βρει την ιστορική α­λήθεια, χρησιμοποίησα ενικό μία είναι η ιστορική αλήθεια; Πράγματι, η ι­στορική αλήθεια είναι μία». Θα μπορούσε να είναι ένα ακόμη από τα επιχει­ρήματα του Κολιόπουλου για την ιστορική αλήθεια και τις διαστάσεις της. Είναι όμως ένα απόσπασμα από κείμενο ενός από τους κορυφαίους έλληνες μαρξιστές ιστορικούς, του Βασίλη Κρεμμυδά.

* Δημοσιεύτηκε στο συλλογικό τόμο «Έθνος, Κράτος και Πολιτική», εκδόσεις Επίκεντρο, 2009, σελ 213-217
 

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

Ο θάνατος της κλασσικής παιδείας...

amalia-iliadi-1

«Ο συντελούμενος  στη χώρα που τη γέννησε»
Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ’ το Α.Π.Θ.), Εκπαιδεύτριας Ενηλίκων του Ε.ΚΕ.ΠΙΣ.Υπεύθυνης Σχολικής Βιβλιοθήκης 2ου Ε.Π.Α.Λ. Τρικάλων  ailiadi#sch.gr
 http://users.sch.gr/ailiadi , http://blogs.sch.gr/ailiadi, http://www.matia.gr, http://www.emy67.wordpress.com

«Ό,τι και να πει κανείς για τη σημασία της μελέτης των κειμένων είναι λίγο: είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο πιο ευχάριστος δρόμος για κάθε είδος μάθησης. Γνωρίστε τα πράγματα από πρώτο χέρι. Αντλείτε από την πηγή. Ερευνάτε και ξαναερευνάτε το κείμενο».
La Bruyere, Les caracteres, De quelques usages, 72.
Η έλλειψη αξιολόγησης στην Εκπαίδευση, εν γένει, μιας πολιτείας που, επί τουλάχιστον μια εικοσαετία τώρα, νομοθετεί και θεσμοθετεί ψηφοθηρικά και όχι οραματικά με προοπτική ζώσα, και το όραμα για μια ανθρωπιστική παιδεία βασισμένη στα αρχαία κείμενα που εισέρχεται σχεδόν νομοτελειακά μέσα από την υλοποίηση του αιτήματος επανίδρυσης των κλασσικών λυκείων, αποτελούν δυο παράλληλες πορείες που δεν συναντήθηκαν ποτέ στο παρελθόν, δεν συναντώναι επ΄ουδενί στο παρόν και δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ στο μέλλον.
Τα αρχαία κείμενα μιλούν μόνο στους μυημένους. Στη χώρα αυτή σιωπούν βυθισμένα στη μελαγχολική τους μοναξιά, στην οικεία τους θλίψη… παροπλισμένα και παραγκωνισμένα καθώς οι νέες γενιές των ελλήνων φιλολόγων, αποφοιτώντας από ένα υποβαθμισμένο σχολείο που περιθωριοποιεί την αριστεία και την ικανότητα ως γραφικότητα και από ένα ομοίως προβληματικό πανεπιστήμιο, που επιβραβεύει στην πράξη την αντιγραφή και τη μετριότητα, παρουσιάζουν τεράστιο έλλειμμα κλασσικής παιδείας, έχουν ελάχιστη επαφή με τις πρωτογενείς πηγές… μιαν ανερμάτιστη ημιμάθεια πασπαλισμένη με τη χρυσόσκονη της εμπορευματοποιημένης, ως επί το πλείστον, τέχνης και γαλβανισμένη με το εντυπωσιακό περίβλημα των νέων τεχνολογιών και της καινοτομίας (που χρειάζονται μεν, αλλά δεν είναι πανάκεια, όπως αρέσκεται να δηλώνει με λόγια και να πραγματώνει με πράξεις το Υπουργείο Παιδείας), καλύπτουν το σύμπαν της «επιμόρφωσης» των φιλολόγων.
Το άδειο και το κενό, ένας χωρίς έρμα μετεωρισμός που μεταδίδεται ως σύγχυση στις νέες γενιές ανθρώπων, στερημένων του κλασσικού ιδανικού, της μόνης διαχρονικής παιδείας, της Κλασσικής Παιδείας του αρχαιοελληνικού και ελληνορωμαϊκού πολιτισμού… παράλληλα, η κυριαρχία της εύπεπτης και φθηνής λογοτεχνίας της αγοράς που σχεδόν αποκλειστικά προωθείται από εκδότες-εμπόρους, η επιβολή της υποκουλτούρας και θολοκουλτούρας της άμεσης κατανάλωσης και του εφήμερου, της γκλαμουριάς, η επιδερμική και άκριτη, μηχανική και παπαγαλίστικη προσέγγιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού χωρίς σφαιρική ερμηνεία και αποκωδικοποίηση του βάθους του, όλα αυτά μαζί σκοτεινιάζουν επικίνδυνα το τοπίο …
Νέες γενιές φιλολόγων που έχουν εισαχθεί στις Φιλοσοφικές Σχολές έχοντας γράψει στο βασικό μάθημα εισαγωγής, δηλαδή στην αρχαία ελληνική γραμματεία από δώδεκα έως αρκετές μονάδες κάτω από τη βάση του δέκα, δυσκολεύονται πραγματικά πολύ να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν τον αρχαίο λόγο… κατάντια άνευ προηγουμένου που σχεδόν κανένας πανεπιστημιακός δάσκαλος, τόσα χρόνια τώρα, δεν είχε την τόλμη να στηλιτεύσει, να καταγγείλει, πόσο μάλλον να αγωνιστεί σθεναρά ώστε να παύσει.
Φαεινές εξαιρέσεις πάντα υπάρχουν. Δυστυχώς όμως ο κανόνας δίνει τον γενικότερο τόνο κι αυτός είναι μέτριος έως κακός, πολύ κακός… Το ομιχλώδες τοπίο της ελληνικής φιλολογικής-θεωρητικής παρηκμασμένης πραγματικότητας έρχονται να «φωτίσουν» (φευ! της ειρωνείας) οι αποστομωτικές δηλώσεις του διεθνούς φήμης Γερμανού σχεδιαστή μόδας Καρλ Λάγκερφελντ για τη διεθνή σημαντικότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού ως βάσης του ευρωπαϊκού. Από την άλλη μεριά, Βρεττανοί παιδαγωγοί , σύμφωνα με τον αθηναϊκό τύπο, εισάγουν στοιχεία αρχαίας ελληνικής ως μάθημα στο δημοτικό σχολείο. Στην Ελλάδα αντίστοιχα «έγκριτοι» πανεπιστημιακοί αρκούνται να ελεεινολογούν, στις ιδιωτικές τους κυρίως συζητήσεις, το επίπεδο των φοιτητών/φοιτητριών τους στις θεωρητικές σχολές, λέγοντας πως το Πανεπιστήμιο πια έχει καταντήσει Λύκειο και έτι χειρότερο...χωρίς όμως να αδράχνουν την ευκαιρία να αναλάβουν τις ευθύνες τους, χωρίς αληθινό και καίριο δημόσιο λόγο. Γιατί βεβαίως «θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία». Και ο πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός δημόσιος λόγος σπάνια είναι τολμηρός και ελεύθερος από αγκυλώσεις και κομματικές «ομπρέλλες».
Κι ως πρόταση κατακλείδα τι; Ο προιών θάνατος της γερής, σταθερής και αυστηρά δομημένης αρχαιοελληνικής, κλασσικής παιδείας στον τόπο που τη γέννησε. Βαρύ το φορτίο για το ήδη υποθηκευμένο μέλλον μας ως διακριτής, πολιτισμικής και εθνικής οντότητας και ενότητας… άλλωστε ο μοναδικός λόγος που μας σέβονται ακόμη όλοι οι πολιτισμένοι λαοί είναι η ελληνική αρχαιότητα ως σύνολο λόγου, γλώσσας, πολιτισμού, ήθους κι όχι η ευτέλεια του κοινωνικοοικονομικού και πολιτιστικού νεοελληνικού μας γίγνεσθαι. Άλλωστε, χωρίς βαθιά γνώση των αρχαίων ελληνικών(και δεν εννοώ μόνο από το πρωτότυπο μα και από μετάφραση) δεν υπάρχει ελπίδα για δημιουργική καλλιέργεια και των νέων ελληνικών και το αντίστροφο: γιατί αυτά τα δυο μεγέθη αποτελούν αδιάσπαστη ενότητα πνεύματος, πύρινη νοητική και συναισθηματική δύναμη τεραστίων διαστάσεων... Η συντελούμενη, εδώ και τουλάχιστον είκοσι έτη, βέβηλη προσπάθεια διάσπασής τους με την παντελή απουσία έμπρακτων κανόνων στην εκπαιδευτική διαδικασία, την ανεκδιήγητη χαλαρότητα στις παιδαγωγικές σχέσεις δασκάλων/καθηγητών-μαθητών, την εγκληματική διαφθορά στη διοίκηση της εκπαίδευσης, την έλλειψη σεβασμού για τα μορφωτικά αγαθά που δεν παρέχουν άμεση επαγγελματική αποκατάσταση, όπως είναι τα αρχαία ελληνικά και η κλασσική-θεωρητική παιδεία γενικότερα, έχει καταστήσει άγονη έρημο την ουσιαστική, ποιοτική, με έρμα και υπευθυνότητα φιλοσοφική παιδεία στη χώρα μας. Για του λόγου το αληθές: οι διαπιστώσεις για την απουσία αξιοκρατίας και πρωτότυπης έρευνας στα ελληνικά πανεπιστήμια, η έλλειψη σαφών κριτηρίων και αυστηρότητας ως απαραίτητες προϋποθέσεις εισαγωγής στις φιλοσοφικές σχολές και το συνακόλουθο χαμηλό επίπεδο σπουδών των νέων ιδιαίτερα αποφοίτων. Όλα τα παραπάνω ισοδυναμούν με απονέκρωση της κλασσικής παιδείας και άρα θάνατο της ρίζας του πολιτισμού μας.
Η πολιτεία και οι λειτουργοί της κωφεύουν, εθελοτυφλούν στα προτάγματα των καιρών: κοινωνικοί εταίροι του συστήματος εκπαίδευσης, πάρεδροι του παιδαγωγικού ινστιτούτου, σχολικοί σύμβουλοι φιλολόγων, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι στις φιλοσοφικές μας και λοιπές ανθρωπιστικές σχολές, πανελλήνιες και περιφερειακές ενώσεις φιλολόγων, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δε στάθηκαν αρκετά πρόθυμοι, ικανοί, τολμηροί να επαναφέρουν και να υποστηρίξουν σθεναρά το αίτημα επανίδρυσης των κλασσικών λυκείων προκειμένου να αναβαθμιστεί, ολοκληρωμένα και συστηματικά, η αρχαιοελληνική παιδεία στον τόπο μας. Αυτός ο τόπος που τη γέννησε δεν αποδείχτηκε ούτε άξιος μεταπράτης μιας κληρονομιάς με επιτεύγματα, εν πολλοίς ανυπέρβλητα, στο πέρασμα του χρόνου, τη στιγμή που άλλες χώρες με πολύ πιο «ασήμαντες» κατακτήσεις στο χώρο του πνεύματος και του πολιτισμού, έχουν κατορθώσει να επιτύχουν παγκόσμια προβολή των αξιών τους και των εθνολογικών τους στοιχείων, με το ανάλογο οικονομικό αντίκρυσμα.
Στα αζήτητα παραμένει η κλασσική παιδεία στη χώρα που τη γέννησε. Το μέλλον ήδη υποθηκεύτηκε. Η οικονομική πίεση στη χώρα προκαλεί κυριολεκτική και συμβολική υποχώρηση σε πεδία εξωτερικής και εσωτερικής, δυστυχώς, υφής. Και η πασίγνωστη ρήση «αν θέλεις να καταστρέψεις, να αφανίσεις πολιτισμικά έναν λαό, απόκοψέ τον από τις ρίζες του» παίρνει σάρκα και οστά εδώ και δυο τουλάχιστον δεκαετίες… κι ας προσποιούνται υποκριτικά οι αρμοδίως και καθ΄ύλην υπεύθυνοι πως δεν το έχουν αντιληφθεί: το ημιθανές σαρκίο του ήδη όζει…
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, στην Ελλάδα θα έπρεπε να υπάρχουν τουλάχιστον δέκα κλασσικά λύκεια στην πρωτεύουσα και στις υπόλοιπες μεγάλες επαρχιακές πόλεις, στα οποία οι διδάσκοντες (φιλόλογοι, ιστορικοί, αρχαιολόγοι, εικαστικοί, αρχιτέκτονες, τεχνολόγοι και ενδεχομένως κι άλλες ειδικότητες που συνδέονται, άμεσα ή έμμεσα με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό), θα προσλαμβάνονταν με αυστηρά κριτήρια ευρείας αρχαιομάθειας σε πολλά επίπεδα: γλώσσα, ιστορία, πολιτισμός. Τέτοια σχολεία θα μπορούσαν να αποτελέσουν φυτώρια εξαιρετικών, συνειδητών φιλολόγων και πόλους έλξης μαθητών/μαθητριών και ενδεχομένως ενηλίκων από χώρες του εξωτερικού με ανάλογα ενδιαφέροντα: ένα μακρόπνοο «σχέδιο εργασίας» που θα απέβαινε αρκετά προσοδοφόρο και οικονομικά στον καιρό των ισχνών αγελάδων που διανύουμε. Όμως φαίνεται ότι λείπει η έμπνευση, το όραμα και η πολιτική βούληση από τους ταγούς και το λαό που έχει απεμπολήσει την κληρονομιά και τις αξίες του εμπράκτως, επιμένοντας μόνο στην άκριτη κατανάλωση υλικών αγαθών. Το πνεύμα του ατροφεί αργοπεθαίνοντας.
Επί Ρωμαιοκρατίας η έννοια «Έλλην» ήταν ταυτόσημη του μορφωμένου, «γραμματισμένου» και καλλιεργημένου ανθρώπου. Κάθε πλούσια ρωμαϊκή οικία διέθετε έναν Έλληνα φιλόσοφο ως παιδαγωγό ανηλίκων και δάσκαλο ενηλίκων και πολλές φορές έναν Έλληνα γιατρό. Σήμερα Έλληνας σημαίνει αναξιόπιστος δανειολήπτης, κλέφτης, απατεώνας, ούτε καν Καραγκιόζης μιας και τον τελευταίο πρόλαβαν να τον οικειοποιηθούν επίσημα στην Ουνέσκο οι φίλτατοί μας γείτονες… Θα υπάρξει άραγε ανατροπή επί το βέλτιστον ή αυτή η βουρκώδης ημιμάθεια θα μας σύρει όλους στον πάτο ως κινούμενη άμμος; Ίδωμεν… Εξάλλου η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Deconstruction ή Αποδόμηση, ο πρώτος ορισμός και η αρχική χρήση της λέξεως:

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η αποδόμηση είναι όρος της φιλοσοφίας, της λογοτεχνικής κριτικής, και των κοινωνικών επιστημών, που ήρθε στη δημοσιότητα μέσω της χρήσης του από το φιλόσοφο Ζακ Ντεριντά κατά τη δεκαετία του '60.[1].
Με τον όρο "αποδόμηση" εννοείται η λεπτομερής ανάγνωση κειμένων με στόχο την υπόδειξη ότι κάθε δεδομένο κείμενο, αντί να είναι ένα ενωμένο όλο, έχει αδιάλλακτα αντιφατικά νοήματα. Όπως ο J. Hillis Miller, διαπρεπής Αμερικανός που εξάσκησε την αποδόμηση, έχει εξηγήσει σε ένα δοκίμιό του [2], "αποδόμηση δεν είναι το να αποσυναρμολογήσεις τη δομή ενός κειμένου, αλλά μία υπόδειξη ότι το ίδιο το κείμενο έχει αποσυναρμολογήσει τον εαυτό του. Αυτό που φαίνεται ως η συμπαγής του βάση δεν είναι βράχος, αλλά αέρας". Η αποδόμηση ορίζει το κείμενο ως κάτι το νόημα του οποίου γνωρίζεται μόνο μεσω διαφοράς. Η γλώσσα είναι αυθαίρετη· οι αξιώσεις και προθέσεις ενός κειμένου για αλήθεια υπονομεύονται από τις ίδιες του τις αντιφάσεις· το νόημα είναι εντέλει ακαθόριστο. Ο σκοπός της αποδόμησης είναι ότι επιτρέπει να δει κανείς μέσα από την υποτιθέμενη σταθερότητα του νοήματος ενός κειμένου· το νόημα του κειμένου δεν είναι πεπερασμένο· στενή προσοχή στο παιχνίδι της γλώσσας αποφέρει τέρψη. Ο Ντεριντά ανάπτυξε τον όρο "αποδόμηση" για να συνδεθεί με τη Φαινομενολογία, τη δομική γλωσσολογία, την πολιτική, την αισθητική, το φεμινισμό και τη λογοτεχνία της δεκαετίας του '60, και η χρησιμότητα του όρου έχει έκτοτε διευρυνθεί. Ο αποδομισμός, επίσης, συνδέεται με την κριτική παράδοση της ερμηνευτικής επιστήμης αφού μεταχειρίζεται την ερμηνεία κειμένων και της έμφυτης κριτικής καθώς υποδεικνύει αντιφάσεις που ήδη λειτουργούν μέσα στο κείμενο.

Ιστορία

Ο Ντεριντά χρησιμοποιεί πρώτη φορά τον όρο "αποδόμηση" στο βιβλίο του Περί γραμματολογίας το 1967 για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο η ερμηνεία της γλώσσας γενικά σαν "γραφή" καθιστά μια άμεσα σημαντική θεωρία αδύνατη. Ο Ντεριντά δηλώνει ότι την πρώτη φορά που χρησιμοποίησε τον όρο "αποδόμηση" θέλησε να μεταφράσει και να προσαρμόσει στους δικούς του στόχους τον χαϊντεγκεριανό όρο Destruktion ή Αbbau[3]. Η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ αναπτύχθηκε σε σχέση πάντα με του Χούσερλ, και η χρήση του όρου "αποδόμηση" από τον Ντεριντά συνδέεται στενά με την ίδια την οικειοποίηση από τον Ντεριντά της αντίληψης, από το Χούσερλ, προβλημάτων σχετικών με τη στρουκτουραλιστική περιγραφή.

Πρόδρομοι

Η αποδόμηση προέκυψε από ένα καθαρά συγκεκριμένο φιλοσοφικό περιβάλλον:
  • Το πρώιμο έργο του Ντεριντά αφορά στη φαινομενολογία του Έντμουντ Χούσερλ. Η πρώτη δημοσίευση του Ντεριντά, η διατριβή του για το Μάστερ, ήταν μία αρκετά εκτενής Εισαγωγή στη μετάφρασή του από τα γερμανικά στα γαλλικά του βιβλίου Η προέλευση της γεωμετρίας του Χούσερλ. Η αντίληψη του Χούσερλ για τη γενετική και δομική περιγραφή είναι το κεντρικό θέμα του αρκετά πρώιμου δοκιμίου του Ντεριντά Γένεση και Δομή και Φαινομενολογία και είναι σημαντικό για την κατανόηση της εξέλιξης της αποδόμησης. Η πρώτη εκτενής αποδόμηση του Ντεριντά είναι το "Ομιλία και Φαινόμενα", όπου ο Ντεριντά ασκεί κριτική στη φιλοσοφία του Χούσερλ.
  • Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ ήταν μία από τις πιο σημαντικές επιδράσεις στη σκέψη του Ντεριντά: το έργο του Ντεριντά Περί Πνεύματος πραγματεύεται άμεσα με τον Χαίντεγκερ, αλλά η επιρροή του Γερμανού φιλοσόφου στην αποδόμηση είναι αρκετά πιο ευρεία από τον τόμο αυτό. Ο Χαίντεγκερ επηρέασε αποφασιστικά την αποδόμηση "ορίζοντας το ίδιο το είναι σαν ερώτηση".[4]. Ο Ντεριντά έχει δηλώσει ότι η αποδόμηση "αμφισβητεί την έννοια του Είναι σαν παρουσία"[5]. Επιμένοντας στην αμφισβήτηση του "είναι", ο αποδομισμός έρχεται αρκετά κοντά στη χαϊντεγκεριανή σκέψη.
  • Οι ψυχαναλύσεις των Σίγκμουντ Φρόιντ και Ζακ Λακάν ήταν σημαντικές για την εξέλιξη της αποδόμησης: πολλά σημαντικά κείμενα της αποδόμησης αναφέρονται σε μεγάλο βαθμό στο Φρόιντ.
  • Ο Ντεριντά αναφέρει το Νίτσε σαν πρόδρομο της αποδόμησης στο Έμβολα: τα ύφη του Νίτσε.
  • Στο Περί γραμματολογίας, ο Ντεριντά υπογραμμίζει ότι το έργο του Αντρέ Λερουά-Γκουράν είναι σημαντικό για την αποσαφήνιση της αποδόμησης και της γραμματολογίας.
  • Ο στρουκτουραλισμός του Φερντινάντ ντε Σωσσύρ και άλλες μορφές μεταστρουκτουραλισμού που εμφανίστηκαν την ίδια εποχή με την αποδόμηση (όπως το έργο του Μορίς Μπλανσό, του Μισέλ Φουκώ, του Λουί Αλτουσσέρ, του Ζακ Λακάν, κτλ.), παρείχε το πνευματικό κλίμα στο οποίο γεννήθηκε η αποδόμηση. Σε πολλές περιπτώσεις, συγγραφείς αυτής της κατηγορίας ήταν στενοί φίλοι, συνεργάτες ή αλληλογράφοι με τον Ντεριντά.
  • Οι ιδέες του Χέγκελ για το απόλυτο (Das Absolute) και την άρση (Aufhebung) είναι άμεσα και ρητά συγγενείς με την ντεριντιανή έννοια της διαφoράς (différance), τη βασική θεωρητική βάση της αποδόμησης.[6]

Παραπομπές


βλ. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7
    Βεβαίως η αποδόμηση εμφανίζεται και σε άλλους "δρόμους" και χρήσεις, λαμβάνει πολλές μορφές και προεκτάσεις, όπως π.χ. η εθνοαποδόμηση (βλ.:το βιβλίο "Όψεις εθνοαποδόμησης στην Ελλάδα" Γιάννης Ταχόπουλος  από τις  Εναλλακτικές Εκδόσεις).





    Θα το ξαναδούμε το θέμα!