Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έθνος Ελλήνων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έθνος Ελλήνων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Άλλο Αλβανός και άλλο Αρβανίτης. Άλλο Δανός και άλλο Δαναός.

Αλβανοί, Αρβανίτες και η διαστρέβλωση του 1821


Όταν διάβασα την είδηση ομολογώ ότι δεν εξεπλάγην. Αλβανικό τηλεοπτικό κανάλι παρουσιάζει αποσπάσματα από την τηλεοπτική σειρά του ελληνικού ΣΚΑΙ για το 1821 με στόχο να αποδείξει ότι οι Έλληνες είναι αλβανικής καταγωγής. Προφανώς οι γείτονες αξιοποιούν τα ανιστόρητα στοιχεία του διαστρεβλωτικού εκείνου ντοκυμανταίρ, τα οποία ταύτιζαν τους Αρβανίτες με τους Αλβανούς. Τα ολισθήματα των «μεταμοντέρνων» Ελλήνων ιστορικών αλείφουν βούτυρο στο ψωμί του Αλβανικού εθνικισμού.
Άγνοια η και διαστρέβλωση της Ιστορίας προδίδει η καινοφανής άποψη που ακούσθηκε ότι δηλαδή μεγάλοι ήρωες του 1821 και των μετέπειτα εθνικών αγώνων υπήρξαν Αλβανοί. Γίνεται σύγχυση με τους Αρβανίτες, τους αρβανιτόφωνους Έλληνες. Άλλο, όμως, Αλβανοί και άλλο Αρβανίτες. Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Και εξηγούμεθα: Ο Μάρκος Μπότσαρης, στη μνήμη του οποίου ασεβούν πολλοί, ήταν Έλλην αρβανιτόφωνος, όπως όλοι οι Σουλιώτες. Η ελληνική του συνείδηση φαίνεται και από την περίφημη φράση που είπε όταν πρωτοπάτησε στα Επτάνησα : Ο Έλλην δεν μπορεί να αισθάνεται ελεύθερος εκεί όπου κυματίζει η Βρετανική σημαία". Το δε Λεξικό που έγραψε ήταν της αρβανίτικης - όχι αλβανικής - και ρωμαίικης απλής (νεοελληνικής). Άλλωστε δεν θα μπορούσε να έχει αλβανική εθνική συνείδηση, διότι κάτι τέτοιο εμφανίζεται μόλις το 1878 με την Λίγκα της Πριζρένης - Κοσσυφοπεδίου και μάλιστα ως τεχνητό κατασκεύασμα ξένων δυνάμεων και θρησκευτικών προπαγανδών. Κατά την Τουρκοκρατία δεν υπήρχε έθνος Αλβανών. Οι κάτοικοι της σημερινής Αλβανίας διεκρίνοντο με κριτήριο την θρησκεία τους. Οι Ορθόδοξοι ήσαν Ρωμιοί, εντεταγμένοι στο ίδιο Γένος με τους υπόλοιπους Έλληνες. Οι Μουσουλμάνοι ένοιωθαν Τούρκοι, εξ ου και ο όρος Τουρκαλβανοί. Εάν μιλούμε για αλβανική συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση δεν πρέπει να αναφερόμαστε στους Μποτσαραίους, την Μπουμπουλίνα και τους Κουντουριώτηδες, αλλά στους Τουρκαλβανούς που χρησιμοποιήθηκαν από την άλλη πλευρά ως σφαγείς των Ελλήνων.
Οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας δεν ανέφεραν Αλβανούς στην Βαλκανική. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος ονομάζει Αλβανούς μία φυλή του Καυκάσου. Ο Γεώργιος Καστριώτης - Σκεντέρμπεης, που θεωρείται εθνικός ήρωας των σημερινών Αλβανών, ονόμαζε εαυτόν Ορθόδοξο Ηπειρώτη (15ο αιών). Σε έγγραφα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στα τέλη του 15ου αιώνος η λέξη "Αλβανός" ερμηνεύεται " Έλληνες από την Ήπειρο και την Πελοπόννησο" χωρίς να αμφισβητείται η ελληνική συνείδησή τους. Η αλβανική συνείδηση είναι οπωσδήποτε ξενόφερτο κατασκεύασμα όπως αποδεικνύουν και μαρτυρίες των ιδίων των ενδιαφερομένων. Όταν η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία για δικούς τους λόγους προσπαθούσαν να κατασκευάσουν αλβανικό κράτος ώστε να ελέγχουν την είσοδο της Αδριατικής, οι Τουρκαλβανοί ύψωναν στο Δυρράχιο την οθωμανική σημαία !
Προτιμούσαν την τουρκική παρά την άγνωστη σ' αυτούς αλβανική εθνική συνείδηση.
Ο όρος Αρβανίτης που αφορά τους Σουλιώτες, τους Υδραίους, τους Σπετσιώτες κ.α., προέρχεται από τη λέξη "Άρβανον", τοπωνύμιο της Βορείου Ηπείρου, που το βρίσκουμε ήδη από τον 11ο αιώνα στα κείμενα της Άννας Κομνηνής. Από το Άρβανον, δηλαδή από την Ελληνικοτάτη Βόρειο Ήπειρο, κατέβηκαν σε πόλεις και νησιά της Νοτίου Ελλάδος ελληνικοί πληθυσμοί που μιλούσαν αρβανίτικα. Δηλαδή μία διάλεκτο ανάμικτη με αρχαία ελληνικά, λατινικά, τουρκικά και εντόπια βαλκανικά γλωσσικά στοιχεία. Η σύγχυση μεταξύ των λέξεων Αλβανός και Αρβανίτης δημιουργείται μόνον στην ελληνική γλώσσα, διότι φαίνονται να μοιάζουν οι δύο όροι ηχητικά. Η ομοιότης είναι μόνο επιφανειακή. Στην ουσία διαφέρουν κατά πολύ. Άλλωστε οι ίδιοι οι Αλβανοί αποκαλούν εαυτούς Σκιπετάρ και την χώρα τους Σκιπερία : χώρα των Αετών. Τι κοινό μπορούν να έχουν ένας Σκιπετάρ και ένα Έλλην αρβανιτόφωνος ;
Κωνσταντίνος Χολέβας –Πολιτικός Επιστήμων
17.1.2012
http://www.info-history.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=88:albanians-arvanites-and-the-distortion-of-1821&catid=27:modern&Itemid=38 

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

ο σύγχρονος Έλλην είναι είδος καταδικασμένο ..;

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί περίπτωση φθίνοντος έθνους ...
Ένα προφητικό κείμενο του Παναγιώτη Κονδύλη για τις αιτίες της ελληνικής παρακμής και για όσα συμβαίνουν στις μέρες μας (γραμμένο το 1992!)
 
Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.
Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποιά είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποιά είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.
Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα. Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμμιά προστασία και καμμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα, αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Μονοτονικό ή πολυτονικό; Πάντα επίκαιρο, ιδιαιτέρας σημασίας, διαβάστε...

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Ο Ελληνισμός ως έθνος κοσμοσύστημα

του
Γιώργου Κοντογιώργη

Ομιλία στο Ίδρυμα Μείζονος Πολιτισμού, 19 Οκτωβρίου 2005.
Στις 27 Μαρτίου 1995 η εφημερίδα Ελευθεροτυπία, δημοσίευσε συνέντευξη του Ερικ Χομπσμπάουμ, στην οποία διατύπωνε με σαφήνεια τις απόψεις του για το ζήτημα του έθνους και συγκεκριμένα για την περίπτωση του ελληνικού έθνους.
Βασική υπόθεση του Ε.Χ. ήταν ότι η έννοια του έθνους και συνακόλουθα της εθνικής ταυτότητας «αποτελεί σχετικά σύγχρονο δημιούργημα και μία κοινωνική οντότητα μόνο στο βαθμό που παίρνει τη μορφή του σύγχρονου εδαφικά προσδιορισμένου κράτους, δηλαδή του «εθνικού κράτους». «Όλα τα έθνη είναι σχετικά πρόσφατα και σχετικά τεχνητά δημιουργήματα. Αυτό ισχύει και για το ελληνικό έθνος που δεν υπήρχε πριν από τον 19ο αιώνα». Η έννοια του «ελληνικού έθνους» δεν αποτελεί σε τελική ανάλυση παρά δημιούργημα του νεοελληνικού κράτους-έθνους. Επομένως, τα έθνη που ισχυρίζονται ότι προϋπήρξαν του «κράτους-έθνους έχουν μία ψευδή αντίληψη του ιστορικού παρελθόντος».
Λίγες μέρες αργότερα διατύπωνα από το ίδιο βήμα τις αντιρρήσεις μου στο επιχείρημα του βρετανού ιστορικού, επισημαίνοντας ότι ήταν ανιστόρητο, βαθιά δογματικό και κυρίως αντιδραστικό στη λογική του. Επομένως ήταν από κάθε άποψη επιστημονικά απαράδεκτο. Τους ισχυρισμούς αυτούς δεν τους διατύπωνε ο Ε. Χ. για πρώτη φορά ούτε ήταν πρωτότυποι. Ο ίδιος είχε ήδη αποφανθεί σε άλλα έργα του για την έννοια του έθνους αλλά και για το ελληνικό έθνος ειδικότερα. Συγχρόνως, το επιχείρημά του εγγράφεται στις γενικότερες παραδοχές της νεοτερικότητας για το έθνος και βεβαίως για την ιστορική εξέλιξη.
Η παρέμβασή μου ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων από τους καθ’ ημάς ιστορικούς που διακινούν το δόγμα της νεοτερικότητας. Κοινό γνώρισμα των αντιδράσεων αυτών αποτέλεσε η ύβρις. Ποιος είναι αυτός ο «σαχλαμάρας» έλεγε γνωστός ιστορικός που αποτολμά να αμφισβητήσει τον Ε. Χ. (1).
Οι αντιδράσεις αυτές οδήγησαν ωστόσο – όταν καταλάγιασε ο κουρνιαχτός – σε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση για το έθνος, η οποία ακόμη και σήμερα καλά κρατεί. Με την πάροδο του χρόνου αποκρυσταλλώθηκε η διαμόρφωση δύο βασικά σχολών σκέψης: η μία, που ευαγγελίζεται με ευλάβεια το δόγμα της νεοτερικότητας και προσεγγίζει την ελληνική περίπτωση δίκην παρακολουθήματος των ευρωπαϊκών εξελίξεων και συνακόλουθα ως περιφέρειας.
Η σχολή αυτή, ανεξαρτήτως των επιμέρους διαφοροποιήσεών της (2), αποδέχεται ότι το έθνος αποτελεί τεχνητή κατασκευή ή αναλόγως φαντασιακή πρόσληψη, ένα είδος εμφυτεύματος στο μυαλό των ανθρώπων, και βασικά δημιούργημα του νεότερου κράτους. Ως εκ τούτου, το ελληνικό έθνος εγγράφεται στην προοπτική αυτή: δεν υπήρχε ελληνικό έθνος πριν από το νεοελληνικό κράτος. Το κράτος αυτό δημιούργησε το ελληνικό έθνος.
Η άλλη σχολή σκέψης που δίδαξε ο Νίκος Σβορώνος με το έργο του(3), επιχειρεί να αποδείξει εμπειρικά ότι οι καταβολές του ελληνικού έθνους ανάγονται σε έναν προγενέστερο χρόνο, που τοποθετείται μεταξύ του 11ου και του 15ου βυζαντινού αιώνα. Επομένως, δεν αποτελεί πρόσφατη κατασκευή ούτε υποπροϊόν της νεοτερικότητας.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

«Ο Νεοέλληνας δεν είναι βιώσιμο είδος»


Ο στοχαστής Θεόδωρος Ζιάκας ερμηνεύει την ανθρώπινη συμπεριφορά και καταθέτει προτάσεις για την έξοδο από την κρίση
Της Ολγας Σελλα
Το πρωί ασκεί τα καθήκοντά του ως προϊστάμενος τμήματος του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Το απόγευμα, με την ανοχή και τη συμπαράσταση της γυναίκας του, ο Θεόδωρος Ζιάκας μελετάει, γράφει τα βιβλία του, διδάσκει σε σεμινάρια, προβληματίζεται, προτείνει. Φαίνεται ένας άνθρωπος αφιερωμένος σε ό,τι τον απασχολεί. Είναι ήρεμος, μειλίχιος, μ’ ένα κρυμμένο χιούμορ και εξαιρετικά πρόθυμος να εξηγήσει οποιαδήποτε απορία στον συνομιλητή.

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Ελληνικός φιλογερμανισμός, εθνικές συμφορές και αντιεβραϊκή προπαγάνδα 1916 – 2010


Στη φωτογραφία ο δικτάτορας Μεταξάς, εν τω μέσω φασιστών
Γράφει ο Γιώργος Σιδηρούντιος
Από τη στιγμή που ο πλανήτης έγινε μικρός για τον άνθρωπο, λόγω της εξέλιξης του, ζούμε σε ένα διεθνή κόσμο αλληλοεξάρτησης. Η επιβίωση και ευημερία κάθε λαού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις συμμαχίες και συνεργασίες που θα καταφέρει να κάνει με άλλους λαούς. Εμείς οι Έλληνες, σε κρίσιμες περιόδους δεν κινηθήκαμε συλλογικά υπέρ μίας ή άλλης συμμαχίας, αλλά διαιρεθήκαμε σε υποσύνολα, το καθένα από τα οποία επέλεξε τους δικούς του συμμάχους. Αυτή η εμφύλια διαφωνία και διαμάχη στο θέμα επιλογής συμμάχων, οδήγησε τον Ελληνισμό στις μεγαλύτερες καταστροφές του. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου που ξεκίνησε το 1914, διχαστήκαμε σε Αγγλογαλλόφιλους και Γερμανόφιλους. Την ίδια χρονιά, έπειτα από Γερμανικό σχέδιο γενοκτονίας των Ελλήνων με την καθοδήγηση του στρατηγού Otto Liman von Sanders, οι Τούρκοι οργανώνουν στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου εξοντώνουν Ελληνικούς και Αρμενικούς πληθυσμούς (σχετικό ντοκιμαντέρ στην υποσημείωση 1 στο τέλος του κειμένου). Οι Αγγλογάλλοι ήταν εχθροί του...

βλ.: http://ohifront.wordpress.com/

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Κοινωνικές επιστήμες, έθνος και εθνικισμός του Σπύρου Βρυώνη,

Έθνος και εθνικισμός

Ένα πολύ ενδιαφέρον και χρήσιμο κείμενο του κορυφαίου βυζαντινολόγου και ακαδημαϊκού Σπύρου Βρυώνη. Νομίζω ότι είναι μια περιεκτική απάντηση στις εθνομηδενιστικές θεωρίες με τις οποίες μας βομβαρδίζουν διάφοροι αχαρακτήριστοι (υπηρέτες του διεθνούς κεφαλαίου) και νομίζω πως πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά.

Η απόφαση της Ακαδημίας Αθηνών να οργανώσει τρεις διαφορετικές ημερίδες, σχετικές με τους αποφασιστικούς σταθμούς της προέλευσης των σύγχρονων Ελλήνων, είναι σημαντική για το νέο ελληνικό κράτος και για εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως σύγχρονοι Έλληνες, όπως και για εκείνους που δεν το κάνουν. Οι αποσυνθετικές παράμετροι των διεθνών διπλωματικών και στρατιωτικών συγκρούσεων έχουν δημιουργήσει ένα παγκόσμιο παράδοξο, στα πλαίσια του οποίου ορισμένοι προέβλεπαν την αποδυνάμωση ή τη σταδιακή εξαφάνιση του «έθνους» και του «εθνικισμού» μπροστά στον «διεθνισμό», ενώ άλλοι είχαν προβλέψει το αντίθετο: την εξασθένιση ή εξαφάνιση του «διεθνισμού» μπροστά σε μια αναβίωση του «έθνους» και του «εθνικισμού». Ωστόσο, η διατύπωση προφητικών προβλέψεων δεν περιλαμβάνεται στο έργο του ιστορικού.
Συχνά, οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. Το παράδειγμα του διάσημου Bοστονέζου ψυχιάτρου Δρ. Langer να προβεί σε ανάλυση της προσωπικότητας του Χίτλερ αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Η χρησιμοποίηση της στατιστικής από τους κοινωνιολόγους έχει οπωσδήποτε μια πρακτική αξία, σε ό,τι αφορά τις προφανείς ασθένειες της σύγχρονης κοινωνίας. Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι, εδώ, αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα. Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.
Μετά από αυτές τις λίγες γενικεύσεις που αφορούν τους κοινωνικούς επιστήμονες, πρέπει να στραφούμε προς τον ρόλο τους στη διαμόρφωση των θεωριών και των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός». Δεν είμαι ειδικός στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, υποχρεώθηκα να αντιμετωπίσω το έργο των κοινωνικών επιστημόνων σχετικά με το σημαντικό ζήτημα της φύσης και της προέλευσης του «έθνους» και του «εθνικισμού», ζήτημα που, τα τελευταία πενήντα χρόνια, έχει διαμορφώσει μια ολόκληρη βιομηχανία, με μεγάλη επιστημονική βιβλιογραφία. Παραπέρα, αποτελεί ένα θέμα το οποίο έχει υποστεί μια ταχεία και δυναμική εξέλιξη στα 65 χρόνια που πέρασαν από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Σε αυτή τη σύντομη παρουσίαση θα γίνει προσπάθεια να αναδειχθούν κάποια βασικά σημεία των τομών που σηματοδότησαν ραγδαίες αλλαγές –θεωρητικά και πρακτικά– στην ιστορία και την προέλευση των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός».
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι πολλά επιστημονικά συγγράμματα έχουν χρησιμοποιήσει μόνο ένα παλαιότερο μέρος από τα πορίσματα των κοινωνικών επιστημόνων, και συνεπώς, εφαρμόζουν τις μεθόδους, τις υποθέσεις, τα συμπεράσματα και τις προβλέψεις τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις μεταγενέστερες μελέτες, τις διορθώσεις και κάποτε τις ριζικές αναθεωρήσεις τους, τόσο στη θεωρία, όσο και στα δεδομένα που χρησιμοποιούν σχετικά με το ζήτημα αυτό. Διότι τα συγγράμματα των κοινωνικών επιστημόνων, σε ένα χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τον μισό αιώνα, έχουν υποστεί πολύ σημαντικές αλλαγές ως προς τις θεωρίες και την ιστορία της εξέλιξης της σημασίας του «έθνους» και του «εθνικισμού».
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες κατά κύριο λόγο οι οποίοι, όχι μόνο εξετάζουν το «πότε» και το «πώς» εμφανίστηκαν τα έθνη και ο εθνικισμός, αλλά είναι επίσης και αυτοί που έχουν διατυπώσει τόσο τις σχετικές θεωρίες, όσο και πολλές παραλλαγές αυτών των θεωριών. Τα έργα τους έχουν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στον διάλογο γι’ αυτά τα δύο «σύγχρονα» φαινόμενα, συνεχίζουν να τον εμπλουτίζουν και προσωπικά τα έχω βρει συναρπαστικά, έχοντας ωφεληθεί τα μέγιστα από αυτά.
Εντούτοις, τα έργα αυτά προβαίνουν σε μια εκτεταμένη χρήση ιστορικών δεδομένων, προκειμένου να καταλήξουν σε θεωρητικά συμπεράσματα και παρότι διαθέτουν μια εξειδικευμένη «πραγματολογική» γνώση μιας συγκεκριμένης περιοχής, κοινωνίας, ή εποχής, ταυτόχρονα δείχνουν μια έλλειψη εξειδικευμένης «πραγματολογικής» γνώσης των θεματικών που βρίσκονται εκτός της δικής τους περιοχής. Επιπλέον, προχωρούν στην κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοια έκταση ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων) και στηρίζονται σε ιστορικούς εξειδικευμένους σε περιοχές με τις οποίες οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν είναι εξοικειωμένοι.. Μπορούμε επί πλέον να διαπιστώσουμε την ισχυρή επίδραση των κοινωνικών επιστημόνων πάνω στην ιστορική επιστήμη, παράλληλα με την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, καθώς και την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. Αυτή η πολυχρησιμοποιημένη λέξη χρησιμοποιείται από όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες, αλλά η συγκεκριμένη χρήση της μπορεί να διαφέρει από τον ένα κοινωνικό επιστήμονα στον άλλο. Επιπλέον, πολλοί ιστορικοί ασχολούνται με το «που» και «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, αλλά δίνουν πολύ λίγη προσοχή στον σαφή προσδιορισμό της έννοιας του πολιτισμού.
Η ανάπτυξη της ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας των κοινωνικών επιστημών είναι τεράστια, με αποτέλεσμα να έχει επισκιάσει τις προσπάθειες να διατυπωθεί μια ιστορία της εξέλιξης των εννοιών του «έθνους» και της «εθνικότητας». Για τους σκοπούς αυτής της σύντομης παρουσίασης θα περιγράψουμε τα μεταπολεμικά έργα της περιόδου 1945-2003 (κατά Paul Lawrence) πολύ σύντομα και επιμένοντας μόνο στα σημαντικά σημεία.
Μπορούμε να διακρίνουμε δύο υποπεριόδους: Αυτή που αποκαλείται «απαρχές του κλασικού μοντερνισμού (1945-1969)» και την «άνοδο και πτώση του κλασικού μοντερνισμού (1970-2003)».
Πρόκειται για ένα μόνο μέρος του σκελετού που χρησιμοποιείται από τον Lawrence, αλλά αρκεί για την παρούσα ανάλυση. Επιπλέον, μέσα σε κάθε κίνηση ή θεωρητική στάση υπάρχουν παραλλαγές ως προς τους παράγοντες και/ ή τις λεπτομέρειες, οι περισσότερες των οποίων δεν μας αφορούν εδώ.
Ο πολιτικός επιστήμονας Ernest Gellner αναγνωρίζεται γενικά ως ο «αρχιερέας» του μοντερνισμού (όσον αφορά τη συζήτηση για την προέλευση του έθνους και του εθνικισμού), που επέφερε μια εντυπωσιακή αλλαγή στη θεωρία και τη σύλληψη του υπό συζήτηση θέματος. Ο Gellner τοποθετείται στην αφετηρία αυτού που έχει περιγραφεί ως «κλασικός μοντερνισμός» (στο περιορισμένο πεδίο του). Τα κείμενά του επέπρωτο να γίνουν ο άγριος άνεμος, που φύσηξε στη φωτιά των διαλόγων για το έθνος και τον εθνικισμό. Για δύο σχεδόν δεκαετίες (από τη δημοσίευση των κειμένων του, το 1964) η θεωρία του αποτέλεσε ένα ατράνταχτο δόγμα, μια ορθοδοξία, προτού υποστεί μια κάποια εύστοχη επίθεση.
Η θεωρία του δομήθηκε πάνω σε δύο σημαντικές προγενέστερες συμβολές. Η πρώτη ήταν τα γραπτά του ιστορικού Hans Cohn και του πολιτικού επιστήμονα Karl Deutsch, οι οποίοι είχαν προσφέρει στις έννοιες τόσο του έθνους όσο και του εθνικισμού μια διάσταση έντονης νεωτερικότητας. Δεύτερον, και σημαντικότερο, κατά την προηγούμενη δεκαετία, ορισμένοι κοινωνιολόγοι εργάστηκαν πάνω στις δικές τους κοινωνικές θεωρίες, τις οποίες ο Τalcott Parsons επεξέτεινε και εμβάθυνε ως προς τον τρόπο με τον οποίο παραδοσιακές (φεουδαρχικές / αγροτικές) κοινωνίες μετατράπηκαν σε σύγχρονες. Το αποτέλεσμα ήταν μια σύγχρονη προσέγγιση και θεωρητικοποίηση, η οποία απαιτούσε λειτουργική ανάλυση των αναγκών των κοινωνιών σε περιόδους μεγάλων αλλαγών και προκλήσεων.
Ο Gellner παρέμεινε προσηλωμένος στις κατευθυντήριες αρχές του σε όλη του τη σταδιοδρομία και σε όλα τα γραπτά του (υπάρχουν μόνο μικρές παρεκκλίσεις από την ολοκληρωτική απόρριψη κάθε τι του παραδοσιακού) και η επιμονή του εκφράζεται καλύτερα με τα δικά του λόγια:
"Μοντερνιστές, όπως εγώ, πιστεύουμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε γύρω στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, και δεν υπάρχει τίποτε το προγενέστερο το οποίο να επιφέρει την παραμικρή διαφοροποίηση στα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε"
Τα επιχειρήματά του συνήθως αρχίζουν με την απόφανση ότι ο εθνικισμός και το έθνος είναι αδιαμφισβήτητα και αποκλειστικά σύγχρονα φαινόμενα, καθώς και με την απερίφραστη απόρριψη κάθε επιβίωσης κάποιων ουσιαστικών για το ζήτημα παραδοσιακών στοιχείων. Ακόμη και η απλή σκέψη μιας τέτοιας επιβίωσης απορριπτόταν ως «σκέτη ανοησία». Περαιτέρω, ο ίδιος αναδιατυπώνει αυτή τη θέση, επιστρατεύοντας ένα είδος υλιστικού αιτιολογικού παράγοντα, σε αντίθεση με μια μη-υλιστική αιτιώδη συνάφεια που χρησιμοποιούν άλλοι μελετητές. Θεώρησε τον εθνικισμό ως «υποπροϊόν» της νεωτερικότητας, μιας νεωτερικότητας που είναι αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα.
Ένα ακόμα τέτοιο «υποπροϊόν» είναι και το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα που απαιτεί η εκβιομηχάνιση για να εξυπηρετήσει το νέο έθνος-κράτος. O Gellner διακηρύσσει ότι η συνύπαρξη πολιτισμών, ξένων μεταξύ τους, δηλαδή τα δύο επίπεδα της προ-μοντέρνας κοινωνίας, αρκούσαν για τις μεσαιωνικές παραδοσιακές πολιτικές οντότητες. Αλλά η βιομηχανική επανάσταση προκάλεσε τη διατάραξη και τη διάλυση αυτών των δύο διαφορετικών πολιτισμών, και οι κοινωνίες απαίτησαν μια αντίστοιχη εκπαιδευτική επανάσταση, καθώς η παραδοσιακή κοινωνία άρχισε να μετακινείται προς τις εκβιομηχανισμένες πόλεις.
Προκειμένου να ικανοποιηθούν οι οικονομικές ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας, δημιουργήθηκε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο επέφερε την υιοθέτηση της κρατικής κουλτούρας από την πρώην παραδοσιακή κοινωνία, καθώς αυτή συνέρεε στις πόλεις. Αυτή η νέα προσπάθεια για εξασφάλιση κοινωνικής ομοιογένειας επιβλήθηκε, συνεπώς, με την υιοθέτηση ενός ενιαίου πολιτισμού. (Πρέπει να διευκρινιστεί,, σε αυτό το σημείο, ότι οι συμμετέχοντες στον διάλογο αυτό είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν τον όρο πολιτισμός, με τρόπο που να ορίζει σχεδόν οτιδήποτε μπορούσε να προσδώσει συνοχή σε μία συγκεκριμένη θεωρία ή σε ένα συγκεκριμένο επιχείρημα. Η «σημασία» του, επομένως, προσδιορίζεται από τις κοινωνικές επιστήμες ή από οποιαδήποτε άλλη θεωρία. Μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε απαιτείται από οποιοδήποτε εγχείρημα.)
Ωστόσο, το έργο και η θεωρία του Gellner για το έθνος και τον εθνικισμό αποτέλεσε έναν σημαντικό σταθμό σε ένα διάλογο, ο οποίος συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Τόσο οι επικριτές όσο και η πληθώρα των οπαδών του έχουν επηρεαστεί από τη σκέψη και τη θεωρία του, ενώ ορισμένες σύγχρονες διαστάσεις των απόψεών του έχουν επιβιώσει, σε αντίθεση με άλλες.
Ο Lawrence θεωρεί τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 ως την περίοδο της ανόδου, όσο και της πτώσης του «κλασικού μοντερνισμού». Η εποχή άνοιξε με έναν έντονο, για να μην πω οξύτατο, διάλογο ως προς την προέλευση και την ουσία του έθνους και του εθνικισμού. Οι οπαδοί της θεωρίας του Gellner επιμένουν ιδιαίτερα στη νεωτερικότητά της και την κεφαλαιώδη σημασία της οικονομικής ανάπτυξης στη βιομηχανική επανάσταση και στην άλλη επανάσταση που ακολούθησε, δηλαδή το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα, και στην απομάκρυνση από τους προγενέστερους πολιτισμούς των προ-βιομηχανικών κοινωνιών. Εδώ τα κείμενα και οι θεωρίες του Eric Hobsbaum και του Benedict Anderson παίζουν έναν κομβικό ρόλο. Δεδομένης της συντομίας αυτής της ανακοίνωσης, δεν είναι δυνατό να μιλήσουμε για άλλους συγγραφείς, όπως οι Paul Brass και Michael Hechter. Είναι τα έργα του Hobsbaum και του Anderson, που συνέβαλαν στην απόλυτη επικράτηση της νεωτερίζουσας αντίληψης περί εθνών και στην προσωρινή κυριαρχία της στον διάλογο που διεξάγεται στο εσωτερικό των κοινωνικών επιστημών.
Σχεδόν ταυτόχρονα άρχισαν να εμφανίζονται στον ορίζοντα οι απαρχές της μεθοδολογικής κριτικής, τόσο σε βιβλιοκριτικές των μοντερνιστικών έργων, όσο και με την εμφάνιση σοβαρών ακαδημαϊκών εργασιών που αμφισβητούσαν ουσιώδεις παραμέτρους των νεωτεριστικών θεωριών.
Μεταξύ άλλων, οι Hobsbaum και Anderson συνέδεσαν τις θεωρητικές αναπτύξεις τους με εκείνες των μοντερνιστών (Gellner κ.α.), σχετικά με την εξέλιξη της πολιτικής και της βιομηχανικής κοινωνίας. Διαφοροποιήθηκαν, ωστόσο σε ένα σημείο, εγείροντας το ζήτημα της πληρέστερης κατανόησης ενός τρίτου παράγοντα που συμβάλλει στη δημιουργία του εθνικισμού, τον παράγοντα του πολιτισμού.
Αυτόν τον πολιτισμό ο Anderson τον ορίζει ως ένα «πολιτισμικό τεχνούργημα». Επομένως, «εφευρέθηκε», ή, ακόμη καλύτερα, υπήρξε προϊόν φαντασίας ή κατασκευής από τις ελίτ. Εισήλθε στη νέα σύνθεση ως «ιστορικές συγκυρίες». Ορίζοντάς το στοιχείο του «εθνικού αισθήματος» ή συναισθήματος ως κατασκευή, οι δύο αυτοί συγγραφείς επιχείρησαν με έμφαση να το εισαγάγουν στο σχήμα του Gellner. Πρόθεσή τους ήταν με αυτόν τον τρόπο να προσδώσουν στον εθνικισμό και στο έθνος μια πιο ζεστή, πολιτισμική, διάσταση, η οποία ουσιαστικά έλειπε από τις προηγούμενες θεωρίες των μοντερνιστών.
Αυτός ο τρίτος παράγοντας ήταν αναγκαίος, καθώς συνυπολόγιζε τις σοβαρές θυσίες που απαιτούσε η ανάδυση της νέας μοντέρνας κοινωνίας. Ταυτόχρονα, αυτός ο τρίτος παράγοντας του «συναισθήματος» συνοδεύεται, στα κείμενα των δύο συγγραφέων, από τις λέξεις «προγενέστερος», «βαθύς», «παραδοσιακός», πολιτισμός, υπονομεύοντας έτσι την αυστηρότητα της θεωρίας τους. Διότι αυτό το στοιχείο αποτέλεσε στη συνέχεια το έναυσμα για μια επίθεση εναντίον της συνολικής θεωρίας, που περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που εφευρέθηκαν ή δημιουργήθηκαν από τον μοντερνισμό. Παρ’ ότι ο όρος «φαντασιακός», χρησιμοποιείται για να καταδείξει πόσο άχρηστη είναι η παράδοση, δηλαδή οι προ-νεωτερικές θεωρίες του έθνους και του εθνικισμού, στην πραγματικότητα, και ο Hobsbaum και ο Anderson είχαν μόνο τα δύο από τα τρία «πόδια» τους στο στρατόπεδο των μοντερνιστών. Ενώ το τρίτο μέλος τους πατούσε στην πολύ διαφορετική και ανταγωνιστική θεωρία των εθνοσυμβολιστών. Έτσι, ο πρώτος έχει μιλήσει για την ανάγκη εμβάθυνσης στις προγενέστερες κοινωνίες, ως έναν από τους παράγοντες της διαδικασίας, ενώ και οι δύο παραβίασαν τη μοντερνιστική καθαρότητα του Gellner. Στην πραγματικότητα, η τρίτη συνιστώσα, το εθνικό ή εθνοτικό συναίσθημα ως φαντασιακό δημιούργημα, δύσκολα μπορούσε να θεωρηθεί μια επιστημονική βάση για την ερμηνεία ενός «νόμου» των κοινωνικών επιστημών. Η χρήση των όρων «φαντασιακός» και «προϊόν φαντασίας» δεν αφήνει πολλά περιθώρια ελιγμών σε ένα διάλογο. Δεν είναι αδόκιμο να αναφέρουμε κι’ εδώ το ερώτημα ενός επικριτή: «Πώς ξεχωρίζεις το “γνήσιο” από το “ψευδές” παρελθόν;» Το να επιμείνει κανείς στα μυθικά «δεδομένα» είναι τουλάχιστον ύποπτο. Αυτό εξ άλλου εγείρει το ζήτημα των σχέσεων μύθου και ψεύδους.
Πριν περάσουμε στην επόμενη φάση της συζήτησης, δηλαδή την αποτελεσματική κριτική και ανάλυση της μοντερνιστικής αντίληψης, αξίζει να εξάρουμε, εν συντομία, ορισμένες αρετές του βιβλίου του Anderson. Η αντικειμενικότητά του είναι αδιαμφισβήτητη, η ευγένειά του απέναντι στους επικριτές του χρησιμοποιείται δημιουργικά, γι’ αυτό και πρόσθεσε δύο κεφάλαια στη δεύτερη έκδοση και τους ευχαριστεί για τις κριτικές υποδείξεις τους. Επί πλέον, εισάγει μια παράμετρο που σπανίως συναντάται στον σχετικό διάλογο, τις απόψεις των εθνών και εθνικισμών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Προσωπικά, βρήκα ότι το βιβλίο του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως λόγω του ότι εκφράζει τους κλασικούς μοντερνιστές στις παραμονές της ριζικής ανατροπής που ακολούθησε.
Φθάνουμε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία που επιχείρησε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner. Αν και ο πρώην μαθητής δεχόταν αρχικά τις θεωρίες του δασκάλου του, μετά από μια ενδελεχέστερη επανεξέταση της μοντερνιστικής ερμηνείας, συνειδητοποίησε ότι η έννοια του πολιτισμού δεν αντιμετωπιζόταν ικανοποιητικά στη μοντερνιστική θεωρία. Αν και δεχόταν την ανάλυση των μοντερνιστών ως προς τη νεωτερική υφή του έθνους και του εθνικισμού, βρήκε την ανάλυση του πολιτισμού και του ρόλου του στην εφεύρεση του «πολιτισμού» ρηχή και ανεπαρκή για μία συνολική θεωρητική περιγραφή του έθνους και του εθνικισμού. Η μεταγενέστερη σταδιοδρομία του Smith υπήρξε εξαιρετικά παραγωγική και η διατύπωση της θεωρίας του πειστική, σε μια επιτυχημένη προσπάθεια να προσδώσει ιστορικότητα και στις δύο αυτές έννοιες, καθώς τους προσέδωσε ισχυρές και αδιαμφισβήτητες ρίζες στην παλαιότητα αυτής της διάστασης του έθνους και του εθνικισμού. Κατά την άποψή του, ο τρίτος παράγων στη δημιουργία του έθνους και του εθνικισμού ήταν το ιστορικό προνεωτερικό παρελθόν.
Στο εξής, ο διάλογος για την προέλευση και τη φύση και του έθνους και του εθνικισμού έλαβε χώρα με τρόπο δημόσιο και ηχηρό, και μάλιστα σε έντυπη μορφή μεταξύ δασκάλου και μαθητή. Η άποψη του Smith είναι ότι το «έθνος» προέρχεται από τα «έθνη», δηλαδή από τη συλλογική μορφή της κοινότητας στις προ-νεωτερικές κοινωνίες, στις οποίες οι παραδόσεις ήσαν ακόμα ισχυρές, και διατηρείτο η συνοχή τους ως μιας συνειδητής κοινωνικής οντότητας, η οποία κατά την διαδικασία του εκσυγχρονισμού της προσέδωσε στο έθνος και τον εθνικισμό μεγάλο μέρος του πολιτισμού και ειδικότερα του «συναισθήματος» και των «αισθημάτων» της αρχαιότητας. Οι οπαδοί της νέας ερμηνείας χαρακτηρίσθηκαν ως «εθνοσυμβολιστές». Οι εθνοσυμβολιστές, μεταξύ άλλων, προσέφεραν στη θεωρία του έθνους και του εθνικισμού μια νέα εξαιρετικά παραγωγική αντίληψη, η οποία συνέδεσε τη νεωτερικότητα με μια αναμφισβήτητα βαθιά και πλούσια ποικιλία από συναισθήματα και ιστορικά δεδομένα, ενώ η αποδοχή των απόψεών τους συνέβαλε στο να αναδειχθεί αυτή η έννοια του πολιτισμού, και να αντικατασταθεί η πιο στρουκτουραλιστική και αδιάφορη θεωρία περί πολιτισμού που είχαν αναπτύξει οι κλασικοί μοντερνιστές.
Τα κείμενα του Smith απέδωσαν καρπούς και ο δάσκαλός του βρέθηκε να παλεύει για μια χαμένη μάχη. Βέβαια, ο Gellner δήλωσε ότι ποτέ δεν αποδέχθηκε το έργο του μαθητή του και παρέμεινε σθεναρά προσηλωμένος στις απόψεις του μέχρι τέλους. Αλλά έτσι αγνόησε το γεγονός ότι ο ίδιος είχε δηλώσει πως η θεωρία του για τον πολιτισμό έχει προκύψει από το παρελθόν. Πάντως, παραδέχτηκε ότι η νέα αυθεντία ήταν πλέον ο Smith.
Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο δεκτικός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, παραδέχτηκε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό. Συχνά η αρετή αναδεικνύεται στις στιγμές της ήττας. Μόλις συνειδητοποίησε ότι η θεωρία του Smith είχε αντικαταστήσει τη δική του θεωρία, έγραψε στην εισαγωγή της νέας έκδοσης του δικού του κλασικού έργου, lmagined Communities [στα ελληνικά το έργο έχει μεταφραστεί με τον τίτλο Φαντασιακές κοινότητες], ότι συνειδητοποίησε πως το εν λόγω βιβλίο του είχε σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι και ολοκληρωτικά, ξεπεραστεί. Αξίζει να παρατεθεί αυτούσια η αποτύπωση αυτής της συνειδητοποίησης, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα μια αφορμή για αναστοχασμό από όλους τους θεωρητικούς, οι οποίοι διατυπώνουν άκαμπτες θεωρίες στις κοινωνικές επιστήμες:
Δεν είναι μόνον το πρόσωπο του κόσμου που έχει μεταβληθεί κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Και η μελέτη του εθνικισμού έχει μεταμορφωθεί εκπληκτικά – σε μέθοδο, κλίμακα, εκλέπτυνση, ακόμα και ποσοτικά… Η προσαρμογή των Φαντασιακών Κοινοτήτων στις απαιτήσεις αυτών των τεράστιων αλλαγών που έχουν συμβεί στον κόσμο και στα κείμενα είναι ένα έργο που υπερβαίνει τις σημερινές δυνατότητές μου. Έκρινα καλύτερο, ως εκ τούτου, να το αφήσω σε μεγάλο βαθμό ως έχει, ως ένα μη «αναστηλωμένο» κομμάτι εποχής, με το δικό του χαρακτηριστικό στυλ, σιλουέτα, και διάθεση.
Ωστόσο, παρηγορείται από το γεγονός ότι:
Η ιδιότυπη μέθοδος και οι προβληματισμοί των Φαντασιακών Κοινοτήτων μου φαίνεται ότι εξακολουθούν να βρίσκονται στις παρυφές των νεότερων μελετών για τον εθνικισμό – και υπό την έννοια αυτή, τουλάχιστον, δεν έχουν ολοκληρωτικά ξεπεραστεί.
Τα συναισθήματά του, που διατυπώνονται με τόση σαφήνεια, είναι ένας καθρέφτης των αρετών του ως μελετητή και ως ανθρώπου. Πιστεύει στον διάλογο ως επιστημονική μέθοδο, και υπήρξε αρκετά ευφυής ώστε να συνειδητοποιήσει ότι όλες οι θεωρίες που υπόκεινται σε διάλογο είναι αμφισβητήσιμες. Αναγνωρίζει ότι το έργο του είναι και παραμένει κλασικό, έστω και αν είναι πλέον περιθωριοποιημένο. Ωστόσο, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ακαδημαϊκού διαλόγου.
Τέλος, λίγα –ελάχιστα– σχετικά με τους μεταμοντέρνους. Η συμβολή τους, αν μπορεί κανείς να την ονομάσει έτσι, είναι ότι θέτουν ένα τέλος στο διάλογο, δεδομένου ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι προτείνουν θεωρίες για πράγματα, τα οποία είναι αδύνατο να γνωρίσουμε! Ο Derrida θα έθετε τέλος σε ένα τέτοιο διάλογο με τη θεωρία του για την «αποκλειστικότητα» του κειμένου. Δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτό το απόφθεγμα αποκλείει και τον ίδιο τον εαυτό του. Γνωρίζει, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτή τη διατύπωση, και ο ίδιος αποκλείει τον εαυτό του από όλα τα κείμενα, είτε προ-μοντέρνα είτε σύγχρονα, και αποκλείει και την ίδια τη μη-θεωρία του. Θεωρητικά, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει μια τέτοια θεωρία, αλλά οι κοινωνικοί επιστήμονες θα την απέρριπταν. Οι δε οπαδοί της θεωρίας της αποδόμησης, προτιμούν να επιτίθενται κατά των συγγραφέων και όχι κατά των ίδιων των κειμένων. Ωστόσο, άλλοι μελετητές θεωρούν τον διανοητικό διάλογο θετική προσέγγιση και μπορούν, ατελώς, να συγκρίνουν το διάλογο με την αναζήτηση για την Ιθάκη στο περίφημο ποίημα του Καβάφη.
Σπύρος Βρυώνης
* Το κείμενο αυτό εκφωνήθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» που διοργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010 και αναγνώστηκε σε ελληνική απόδοση από τον πρόεδρο της Ακαδημίας Κ. Σβολόπουλο. Ο Γ. Καραμπελιάς το επιμελήθηκε σε αντιπαραβολή με το αγγλικό πρωτότυπο.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Ένα επίκαιρο κείμενο: Ελληνική Αυτογνωσία και Εθνική Ανόρθωσις

1.- Ἡ Πατρίδα μας διέρχεται περίοδο πρωτόγνωρης παρακμῆς. Διότι αὐτὴ χαρακτηρίζει, γιὰ πρώτη φορὰ στὴν μεταπολεμικὴ τοὐλάχιστον Ἱστορία μας, κάθε ἰκμάδα τῆς ἐθνικῆς μας ζωῆς, τόσο τῆς ἐθνικῆς μας κοινότητος στὰ συλλογικά της ἐνεργήματα, ἐπὶ θεμάτων ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν, ὅσο καὶ τῶν Ἑλλήνων κατ’ ἰδίαν, ὡς ἀτόμων - ἐννοῶ τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, ὄχι καὶ τῶν ἀποδήμων, οἱ ὁποῖοι ἀντιθέτως σκέπτονται καὶ ἐνεργοῦν μὲ ζηλευτὴ πάντοτε προσήλωσι πρὸς τὰ πάτρια καὶ τὶς ἀκατάλυτες, ἀνὰ τὶς χιλιετίες, ἑλληνικὲς ἀξίες.
Φυσικὰ ἡ σοβοῦσα παρακμὴ δὲν ἀνέκυψεν αἰφνιδίως, δὲν εἶναι ἡ ἐπαύριον μιᾶς αἰθρίας ἡμέ­ρας. Ἀνέκυψε ὡς τὸ ἀναπόφευκτο ἀποτέλεσμα ὀλεθρίας συλλογικῆς πρακτικῆς δεκαετιῶν. Τὴν ὁποία μὲ περίσσεια ἀφροσύνης βαθμηδὸν ἀκολουθήσαμε, συντονίζοντες τὸ βῆμα μας πρὸς συνθηματολογία σαγηνεύουσα, ἀλλὰ εὐθέως μηδενιστικὴ καὶ καταστροφική. Ἀληθινὴ πορεία ὀλέθρου, πρὸς ἀνάσχεσι τῆς ὁποίας συνετὲς ­φωνὲς ὀρθοφροσύνης δὲν ἔλλειψαν, ἀλλὰ αὐτὲς δὲν εἰσηκούοντο ἀπὸ τοὺς ποικιλωνύ­μους ταγούς μας, κυρίως τοὺς ἑκάστοτε ἔχοντες τὸ πηδάλιον τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως καὶ τὸ πρόσταγμα γιὰ τὴν πορεία τοῦ τόπου.

Τοὐναντίον μάλιστα, ἡ ὅποια προσπάθεια ἀνασχέσεως στὸν κατήφορο τῆς συμφορᾶς πολλαχόθεν παρημποδίζετο καὶ θετικῶς, ἐκτὸς λοιδοριῶν καὶ καταιγισμοῦ ὕβρεων σὲ βάρος τῶν ἀνθισταμένων ἀπὸ κατευθυνόμενα μέσα (Τύπο καὶ ραδιοτηλεοπτικά) μαζικῆς ἐξα­χρειώσεως, καὶ μὲ τὴν δραστικὴ χρῆσι καὶ κατάχρησι ψευδεπιγράφως «προοδευτικοῦ», πεπαλαιωμένου μὲν ἰδεολογικοῦ ὁπλοστασίου, πλὴν εὐηκόου καὶ λαοπλάνου. Καὶ δράστες τῶν ὀρθουμένων αὐτῶν ἐμποδίων πληθωρικῶς ἀνεφαίνοντο. Ὄχι μόνον μεταξὺ ξένων ἐπιβούλων, παγίως ὑπηρετούντων ἄλλωστε ἰδικά των συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου, στὶς τάξεις, ποὺ σὲ ὅλες τὶς κοινωνίες, παντοῦ καὶ πάντοτε, ὑπάρχουν, ἀρνησιπάτριδων, καιροσκόπων, ἀφελῶν, ἢ καὶ ἐγχωρίων μειοδοτῶν, μισθοφόρων ἢ ὄχι, ἀδιάφορον.

2.- Ἔτσι σήμερα, περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλη περίοδο τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου, ἐπιβάλλεται πλέον, ὡς μόνη ἀτραπὸς διεξόδου ἀπὸ τὴν ἐφιαλτικὴ κρίσι, ἡ ἀνασύνταξις τῆς ἐθνικῆς μας κοινότητος. Ἂς μὴν αὐταπατώμεθα ὅμως. Τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα δὲν εἶναι μόνον οἰκονομικόν! Τὰ πεδία τῆς παρακμῆς εἶναι πολυπληθῆ.

Ἀπαντῶνται σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ἐθνι­κῆς μας ζωῆς. Φαίνεται βεβαίως τώρα μεταξὺ αὐτῶν προέχον τὸ οἰκονομικόν, τὸ ὁποῖον στὶς ἡμέρες μας, μὲ γεῦσι ἤδη τῶν ληφθέντων πρὸς ἀντιμετώπισί του ὀδυνηρῶν μέτρων, ἑλκύει τὴν ἄμεση προσοχὴ καὶ προκαλεί τὸν προβληματισμὸν ὅλων, χωρὶς ἐξαίρεσι.

Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ τὸν πυρῆνα τοῦ κακοῦ, ἀφοῦ δὲν ἐξέθρεψε αὐτοδυνάμως, οὔτε συνιστᾷ τὸ κινοῦν αἴτιο τῆς σὲ ὅλα τὰ πεδία, καθολικῆς ἐθνικῆς μας παρακμῆς.
Ἂς ἀναβλέψουμε. Τὸ ἑλληνικὸν πρόβλημα εἶναι πρωτίστως θέμα ἰδεολογικόν. Διότι μόνον ἐκ τῶν ἰδεῶν-δυνάμεων (κατὰ Fouillee, «Esquisse psychologique des idees – forces» καὶ «L’ evolutionnisme des idees – forces») ἀπορρέει ἡ ἔφεσις πρὸς ἐνέργειαν ἐπὶ παντὸς ἀνθρωπίνου πεδίου, ἑπομένως καὶ ἡ δυνατότης ἐπανορθώσεως καὶ θεραπείας τῶν κακῶς κειμένων. Καὶ ὡς πρώτη πτυχὴ τοῦ ἰδεολογικοῦ μας προβλήματος ἀνα­φαίνεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐθνικῆς μας αὐτο­γνωσίας.

Ἀφοῦ μόνον μὲ ἐπίγνωσι τοῦ τὶ εἴμαστε, ἠμποροῦμε νὰ προδιαγράψουμε καὶ τὶς δυνατότητές μας πρὸς λύσι καὶ νὰ ἐπιδο­θοῦμε στὴν συνέχεια, ἐν ὄψει ἀκριβῶς τῆς ἐκτάσεώς των, στὸν ἀγῶνα ἐπιλύσεως κατ’ ἰδίαν προβλημάτων μας.

Μὲ καίρια καὶ ἀμέσως ἐπείγοντα πρωτίστως τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν τομέα τῆς παιδείας καὶ συνακολούθως τῆς τόσον κακοποιουμέ­νης γλώσσης μας. Ἄλλωστε ὅλοι ἐπισημαίνουν τὸ πόσον χωλαίνει ἡ παρεχομένη παιδεία στὴν χώρα μας καὶ κραυγαλέως ὠρύονται γιὰ τὸ σημερινό της κατάντημα. Παραθεωροῦν ὅμως οἱ μεμψιμοιροῦντες, μὲ λίγες μόνον ἐξαιρέσεις, ὅτι ἀνόρθωσις τῆς παιδείας δὲν νοεῖται χωρὶς, ὡς ἐναρκτήρια κίνησι, τὴν ἀποκατάστασι τοῦ γλωσσικοῦ ὀργάνου, τῆς ἑλληνικῆς μας γλώσσης.

Διότι σκέψεις καὶ ἰδέες, προγράμματα καὶ σχεδιασμοὶ ἀνθρωπίνης ἐνεργείας δὲν γεννιοῦνται παρὰ μόνον διὰ τοῦ γλωσσικοῦ ὀργάνου, ὑπάρχει μιὰ μυστικὴ ἀντιστοιχία, μιὰ ἀκατάλυτη ταύτισις ἐκείνων μὲ αὐτό. Ὁ λόγος, οἱ χρησιμοποιούμενες λέξεις δὲν ἐξωτερικεύουν ἁπλῶς τὰ ἀνθρώπινα διανοήματα, ἀλλὰ καὶ τὰ γεννοῦν. Καὶ ὅπως παντοῦ, ἡ οὐσία τοῦ διανοήματος κεῖται ἀκριβῶς στὴν γλωσσική του ἐξωτερίκευσι. Τὸ νὰ χωλαίνει λοιπὸν τόσον θρηνητικῶς ἡ χρῆσις στὴν σύγχρονή μας κοινωνία τῆς ἑλληνικῆς μας γλώσσης, αὐτὸ φανερώνει ὅτι καὶ οἱ διατυπούμενες ἰδέες, τὰ ἐξαγγελλόμενα προ­γράμματα, οἱ κάθε εἴδους προβαλλόμενοι σχεδιασμοὶ εὑρίσκονται στὴν ἴδια στάθμη εὐτελοῦς ποιότητος μὲ τὴν χρησιμοποιουμένη πρὸς ἔκφρασί τους γλῶσσα. Ἔτσι ἐξηγεῖται, ἀπὸ τὴν χαρακτηριστικὴ γλωσσική μας φτώχεια, καὶ ἡ ἀδυναμία συγκλίσεως καὶ συμφωνίας τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου ἐπὶ τοῦ πρακτέου καὶ σὲ βασικοὺς ἀκόμη τομεῖς τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου.

3.- Τὸ τεράστιο εὖρος τοῦ ἑλληνικοῦ προβλήματος στὴν ἰδεολογική του διάστασι δὲν ἐπιτρέπει τὴν συνολικὴ ἀνάπτυξί του στὰ στενὰ πλαίσια τοῦ παρόντος ἄρθρου. Θὰ περιορισθῶ λοιπὸν ἐδῶ ἐξ αὐτοῦ εἰς ὀλίγα μόνον. Καὶ κατὰ πρῶτον, εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐθνικῆς μας αὐτογνωσίας, καὶ μάλιστα εἰς μόνην τὴν ἀφετηρίαν της, τὴν ὀνομασίαν τῆς ἐθνικῆς μας κοινότητος. Διότι φαίνεται ὅτι καὶ τὴν ἐθνικήν μας ὀνομασία δὲν τὴν γνωρίζουμε ὅπως ἐπιβάλλεται, στὴν διαχρονική της διάστασι.
Ἡ ἀφορμὴ σὲ ἐνασχόλησι τέτοιου περιεχομένου ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Τώρα ὅμως ἐντόνως ἀνενεώθη ἐξ ἀφορμῆς καταχωρίσεως σὲ ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν, τὴν «ΕΣΤΙΑΝ» τῆς 5ης Αὐγούστου ἐ.ἔ., ἐπιστολῆς ἀναγνώστου της, μὲ τὴν ὁποίαν ἐκφέρονται μεγαλόστομοι καταφοραὶ κατὰ τῆς ἀκολου­θουμένης καὶ παρ’ ἡμῶν ὀνομασίας ἀπὸ ξένους τῆς χώρας μας ὡς Greece καὶ τῶν Ἑλλήνων ὡς Greeks - Γραικῶν.

Ὁ ἐπιστολογράφος διατείνεται ὅτι τέτοιες ὀνομασίες εἶναι ξενικές, τὶς ἐχρησιμοποίησαν γιὰ πρώτη φορὰ «ἀρχικοὶ Λατίνοι ναυτικοί», ὅταν προσήγγισαν στὴν Β.Δ. Ἑλλάδα, καὶ ἀκολούθως ἐγενικεύθη ἡ καταφρονητικὴ ὑπὸ τῶν ξένων χρῆσις των. Προτείνει δὲ τὴν ἐπίσημον παρ’ ἡμῶν μὲν ἐν παντὶ ἀντικατάστασίν των διὰ τῶν ὅρων Ἑλλὰς (Hellas) καὶ Ἕλληνες, ὡς ὁ ἴδιος (ὁ ἐπιστολογράφος) ἔπραξε τὸ 1956 ὡς «ἀρχηγὸς τῆς Ὀλυμπιακῆς μας ὁμάδος (Μελβούρνη)», πρὸς τοὺς ξένους δὲ (κράτη κ.λπ.) διακήρυξιν ὅτι θὰ ἐπιστρέφεται ἀνεπίδοτη κάθε ἀλληλογραφία διαλαμβάνουσα τὶς ἀνωτέρω ξενικὲς ὀνομασίες.

Παρόμοιες ἐπιστολὲς ἄλλων, μὲ τὶς ἴδιες ἐπὶ τοῦ θέματος ὑποδείξεις, ἔχουν δημοσιευθῆ σὲ ἐφημερίδες καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, προ­ερχόμενες καταφανέστατα ἐξ ἀγαθοῦ φιλοπάτριδος συνειδότος. Ὅμως, μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ φιλοπατρία προϋποθέτει καὶ ἑδραία γνῶσι τῆς Ἱστορίας, ἐπιβάλλεται νὰ σημειώσω ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω τὰ ἀκόλουθα.

4.- Πλανῶνται ὅσοι νομίζουν ὅτι τὸ ὄνομα «γραι­κὸς» εἶναι ξενικόν, δοθὲν δῆθεν ὑπὸ τῶν Ρωμαίων εἰς τοὺς Ἕλληνας. Διότι δὲν πρόκειται περὶ ξενικῆς ὀνομασίας! Εἶναι ὄνομα ἑλληνικώτατον, τὸ πρῶτον ἐθνικόν μας ὄνομα. Πράγματι, λέγει ὁ Ἀριστοτέλης («Μετεωρολογικά», Ι 14) «ὤκουν γὰρ ... καὶ οἱ καλούμενοι τότε μὲν Γραικοί, νῦν δὲ Ἕλληνες» (βλέπε τὸ κείμενον, π.χ., στὴν ἔκδοσι τῶν «Μετεωρολογικῶν» τῆς Collection Bude, Παρίσι, τόμος Ι, 1982, σελ. 45, παραπομπὲς δὲ καὶ σὲ ἄλλους ἀρχαίους συγγραφεῖς εἰς τὸ ἐξαίρετον ἔργον τοῦ Καθηγητοῦ Γεωργίου Α. Παπαντωνίου, «Ἀρχαία Ἑλληνικὴ Ἱστορία», τόμος Α΄, 1979, σελ. 98 ὑποσημ. 2). Τὸ «γραι­κὸς» αὐτὸ ἐπῆραν ἐν συνεχείᾳ οἱ Ρωμαῖοι καί, προσαρμόζοντές το εἰς τὴν φωνητικὴν τῆς γλώσσης των, ἔπλασαν τὸ «Graecus», ἀπὸ τὸ ὁποῖον καὶ προέρχονται οἱ χρησιμοποιούμενες ὀνομασίες στὶς σύγχρονες ξένες γλῶσσες ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς χώρας μας, ὅπως Grecs, Grece εἰς τὴν γαλλικήν, Greeks, Greece εἰς τὴν ἀγγλικήν κ.λπ. Ὀνομασίες, ἑπομένως, μὲ πανάρχαιες ἑλληνικὲς ρίζες, οἱ ὁποῖες καὶ κατὰ καμμίαν λογικὴν δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωροῦνται ἀποβλητέες ὡς δῆθεν μὴ ἑλληνικῆς προελεύσεως!

5.- Ἀντιθέτως ἀποβλητέες εἶναι οἱ ὀνομασίες «ρωμηὸς» καὶ «ρωμηοσύνη», ὡς ἐθνικῶς ἀπαράδεκτες, ἀνακαλοῦσες μόνον τοὺς χρόνους τῆς ὑπὸ ρωμαϊκὴν κυριαρχίαν δουλείας μας. Δυστυχῶς οἱ ὄντως ξενικὲς αὐτὲς ὀνομασίες χρησιμοποιοῦνται καὶ ἀπὸ ἀξιολό­γους, κατὰ τὰ λοιπά, διανοουμένους, οἱ ὁποῖοι ἐναβρύνονται ὁμιλοῦντες συνεχῶς γιὰ τὴν «ὀρθόδοξη ρωμαίικη παράδοση» (ἄλλοτε ὑπῆρχε, δὲν γνωρίζω ἐὰν συνεχίζεται, καὶ εἰδικὴ ραδιοφωνικὴ ἐκπομπὴ μὲ τὴν ὀνομασίαν αὐτήν!), χωρὶς νὰ ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ προσω­νυμία «ρωμαῖος», δηλαδή ἡ ἰδιότης τοῦ ρωμαίου πολίτου, ἡ ρωμαϊκὴ ἰθαγένεια θὰ ἐλέγαμε σήμερα, ἀπενεμήθη (καὶ αὐτό, ἂς σημειωθῆ, ἔγινε γιὰ φορολογικοὺς ἀποκλειστικῶς λόγους!) μὲ τὸ γνωστὸ διάταγμα τοῦ Καρακάλλα τὸ 212 μ.Χ., εἰς ὅλους τοὺς ὑποδούλους λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς ὑπὸ τῆς τότε κοσμοκρατείρας Ρώμης. Τὶ θέλουν λοιπὸν οἱ διανοούμενοί μας αὐτοὶ νὰ διαιωνίσουν; Τὴν ἀνάμνησι τῆς δουλείας ἐκείνης; Καὶ γιατὶ παραθεωροῦν τὴν γνησίαν ἑλληνικὴν λαϊκὴν παράδοσιν, ἡ ὁποία ὑπερηφάνως ἐμμένει εἰς τὰ πάτρια; Διότι, κατὰ τὸ πασίγνωστον, οἱ ἀγωνισταὶ τοῦ 1821 μὲ θαυμαστὴν ἐπίγνωσι τῆς ταυτότητός των διαλαλοῦσαν: «ἐγὼ γραι­κὸς γεννήθηκα, γραικὸς θὲ νὰ πεθάνω», χρησιμοποιοῦντες ἀκριβῶς τὸ πανάρχαιον ἐκεῖνο καὶ αὐτόχθον «γραικὸς» καὶ ὄχι τὸ ξενόφερτον καὶ ἀποβλητέον «ρωμαῖος» ἢ «ρωμηός» (ἢ «ρωμιός»). Ἀναμφισβητήτως ἦσαν σοφώτεροι ἀπὸ τοὺς αὐτοαποκα­λουμένους σήμερα «ρωμηούς», καίτοι συμπατριῶτες μας! Πρέπει δὲ νὰ προσθέσω ὅτι καὶ ἡ λογία ἑλληνικὴ παράδοσις δὲν διαφέρει, ἀφοῦ καὶ ἐπιφανεῖς ἐκπρόσωποί της σὲ πολλὲς περιπτώσεις χρησιμοποιοῦν γιὰ τοὺς Ἕλληνες τὴν ὀνομασία Γραικοί, ὅπως ὁ ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων διδασκάλων τοῦ Γένους, ἐκδότης κειμένων πληθώρας ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων (τόμοι 16 εἰς τὴν σειρὰν «Ἑλληνικὴ Βιβλιοθήκη» καὶ τόμοι 9 εἰς τὴν σειρὰν «Πάρεργα Ἑλληνικῆς Βιβλιοθήκης») καὶ ἀπὸ τοὺς ἐθναποστόλους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐλευθερίας Ἀδαμάντιος Κοραῆς, π.χ. εἰς τὰ πονήματά του «Ἀδελφικὴ Διδασκαλία πρὸς τοὺς εὑρισκομένους κατὰ πᾶσαν τὴν Ὀθωμανικὴν Ἐπικράτειαν Γραικούς» (Ρώμη, 1798), «Ὰσμα Πολεμιστήριον τῶν ἐν Αἰγύπτῳ περὶ ἐλευθερίας μαχομένων Γραικῶν» (Αἴγυπτος, 1800), «Τὶ πρέπει νὰ κάμωσιν οἱ Γραικοὶ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις» (Βενετία, 1805) κ.λπ., κ.λπ.

6.- Ἂς προσθέσω ἐδῶ καὶ μίαν ἀναδυομένη σχετικῶς κραυγαλέα πτυχὴ τῆς σημερινῆς γλωσσικῆς μας τραγῳδίας. Οἱ ξένοι, ὡς καὶ ὁ ἀνωτέρω ἐπιστολογράφος, τὴν λέξιν ΕΛΛΑΣ μεταγράφουν μὲ λατινικοὺς χαρα­κτῆρες ὀρθῶς εἰς HELLAS, καὶ ὄχι εἰς ELLAS. Mὲ τὴν προσθήκην τοῦ ἀρχικοῦ γράμματος Η ἁπλούστατα μεταγράφουν τὴν δασεῖαν τοῦ ἀρχικοῦ Ε τῆς λέξεως ΕΛΛΑΣ, ἀποδεχόμενοι ἔτσι τὸν προσῳδιακὸ προορισμό, ποὺ ἀνέκαθεν, ἀπὸ τῶν ἀλεξανδρινῶν χρόνων καὶ μέχρι σήμερον, ἐπιτελοῦν τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι εἰς τὴν ἑλληνικήν· αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον καὶ οἱ ξένοι τὰ διατηροῦν εἰς τὸ ἑλληνογενὲς λεξιλόγιόν των, ὅπως π.χ. στὴν υἱοθετηθεῖσαν ὑπὸ τῆς γαλλικῆς λέξιν HΕROS τὸ ἀρχικὸν Η ἀποδίδει τὴν δασεῖαν τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς «ἥρως».

Δηλαδή, οἱ ξένοι διατηροῦν στὴν ἑλληνική μας γραφὴ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς μὲ ἀσύγγνωστη ἀφροσύνη ἔχει καταργήσει καθ’ ὑπαγόρευσιν ἀμαθῶν καὶ ἀπαιδεύτων, παρὰ μάλιστα τὴν ἀντίθεσι τῆς συντριπτικῆς πλειονοψηφίας τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Κατάρ­γησις ἡ ὁποία ἐνισχυομένη καὶ μὲ τὸν βαθμιαῖον περιορισμὸν καὶ ὑποβιβασμὸν τῶν κλασσικῶν σπουδῶν στὸν χῶρο τῆς παιδείας μας προεκάλεσε καὶ τὴν σημερινὴ ­θρηνητικὴ ἀγραμματωσύνη τῆς νεολαίας μας.

7.- Μὲ τὰ ὀλίγα ἀνωτέρω περὶ γλώσσης εἰσήλ­θαμε καὶ εἰς τὸ μέγα θέμα τῆς ἐθνικῆς μας παιδείας, ἡ ὁποία ἐδῶ καὶ χρόνια ἔπαυσε νὰ εἶναι ἑλληνική, ἐθνική. Θέμα ποὺ κατέχει τὴν κορυφὴ τοῦ ἰδεολογικοῦ μας προβληματισμοῦ στὸ πλαίσιο τῆς φροντίδος γιὰ τὴν ἐπιζητουμένη ἐθνική μας ἀνόρθωσι. Ἐπ’ αὐτοῦ καὶ σὲ συνέχεια τῶν ὅσων ἀνωτέρω, στὴν παράγραφο 2, ἐξέθεσα περιορίζομαι, τερματίζων τὸ παρὸν ἄρθρον μου, συμπερασματικῶς εἰς τὰ ἑξῆς ἐλάχιστα:

Οἱ ἐπισήμως ἐξαγγελλόμενες διακηρύξεις καὶ ἐπιδιώξεις παρὰ τὴν εἰλικρίνειάν των καὶ οἱ θυσίες, στὶς ὁποῖες ὑποβάλλεται τὸ κοινωνικὸν σύνολον, δὲν πρόκειται νὰ τελεσφορήσουν, ἐφ’ ὅσον δὲν πραγματοποιεῖται πρω­τίστως τὸ καίριον ἀποφασιστικὸν βῆμα: ἡ ἀνάκτησις τῆς ἑλληνικῆς μας παιδείας, μὲ πλήρη φυσικὰ ἀποκατάστασι τῶν πληγμάτων ποὺ ἐδέχθη μεταπολιτευτικῶς ἡ ἑλληνική μας γλῶσσα. Ἀνάκτησις, ὅπως εἶχε καὶ ἐπισήμως ἐξαγγελθῆ ἐπὶ Ὑπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Ἀντώνη Τρίτση τὴν 8ην Ἰουλίου 1987, μὲ ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος ἀπὸ τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1987-88, ματαιωθεῖσαν ὅμως μὲ τὴν ἀποπομπὴν τοῦ Τρίτση ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας (βλέπε σχετικῶς τὸ ἐξαίρετον βιβλίον τοῦ ἀειμνήστου λογίου Χάρη Λαμπίδη, «Παιδεία καὶ Τρομοκράτες» [Κείμενα Κριτικῆς, «Ἀντίφωνον», 1990], ὅπου είς τὰς σελίδας 873-891 τὸ πρόγραμμα Τρίτση).

Ἔτσι μόνον θὰ καταστοῦν οἰκεῖα στοὺς νέους μας καὶ ὅλα τὰ πρὸ τοῦ 1980 κείμενα ὄχι μόνον τῆς ἀρχαίας καὶ μεσαιωνικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς νεοελληνικῆς μας γραμματείας, ποὺ εἶναι σήμερα ἀπρόσιτα ἐξ αἰτίας καὶ τοῦ θλιβεροῦ μονοτονικοῦ, θὰ γίνουν ἀμέσως προσπελάσιμες καὶ ἀφομοιώσιμες ὅλες οἱ πα­ραδοσιακές μας ἀξίες, θὰ σφυρηλατηθοῦν χαρακτῆρες μὲ τὶς ἑλληνικὲς ἀρετὲς τοῦ ­θάρρους, τῆς αὐταπαρνήσεως, τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς ἐθνικῆς ὑπερηφανείας, τῆς αἰσιοδοξίας.

Ἐπίτευγμα πολύτιμον, ἀφοῦ μόνον οἱ ἀξίες αὐτὲς ἠμποροῦν νὰ χαλυβδώσουν τὴν ἐθνική μας ἀνεξαρτησία καὶ κυριαρχία καὶ τὴν ἐθνική μας ἀξιοπρέπεια, νὰ ἐκθρέψουν τὴν ἐλπίδα καὶ νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὸ ἀπὸ ὅλους ἐπιθυμητόν, τὴν ἀνακοπὴ τῆς προϊούσης παρακμῆς, καὶ γενικώτερον εἰς ἕνα καλλίτερον αὔριον καὶ τὴν πρόοδον τῆς ἐθνικῆς μας κοινότητος.-
Χρήστος Σαρτζετάκης.
βλ.: http://www.antibaro.gr/node/2112

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ «ΣΚΟΠΙΑΝΟ» ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΔΥΝΑΜΙΤΗΣ ΣΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ - Του Δαμιανού Βασιλειάδη

«Η επίλυση της διαφοράς για την ονομασία είναι ευθύνη της ηγεσίας της πΓΔΜ και της Ελλάδας. Πιστεύω ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να επιλυθεί ανά πάσα στιγμή. Χρειάζεται, ωστόσο, προσπάθεια και από τις δύο πλευρές και η ευθύνη είναι δική τους»
Φίλιπ  Ρίκερ.

Η δήλωση αυτή του πρεσβευτή των ΗΠΑ στα Σκόπια περί «επίλυσης της διαφοράς» εκφράζει με την πιο κυνική γλώσσα την θέληση των «άσπονδων ατλαντικών και υπερατλαντικών φίλων και συμμάχων μας» και τη διαχρονική υποχωρητικότητα των ελληνικών κυβερνήσεων να αποδεχτούν και μεταβάλουν τις αλυτρωτικές διεκδικήσεις των γειτόνων  μας επί της ελληνικής Μακεδονίας σε  δ ι μ ε ρ ε ί ς   δ ι α φ ο ρ έ ς.

Με βάση τίνος διεθνούς δικαίου και ποιων διεθνών συνθηκών αναγορεύονται αυθαίρετα ως διαφορές οι μονομερείς επεκτατικές διεκδικήσεις των γειτόνων μας Σκοπιανών, Τούρκων, Αλβανών;

Γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις αναγνωρίζουν και αποδέχονται ως διαφορές τις επεκτατικές διεκδικήσεις των γειτόνων μας; Με ποιο δικαίωμα ένα ξένος (στην περίπτωσή μας η π.ΓΔΜ) απαιτεί μερίδιο από την εθνική μας κληρονομιά, πλαστογραφόντας βάναυσα την ιστορία μας;

Δεν μπορεί να υπάρξει λύση, αν δεν υπάρχει εθνολογικός προσδιορισμός των Σλάβων στο όνομα και δεν συμφωνηθεί το όνομα της εθνότητας, υπηκοότητας και γλώσσας ώστε να μην υποκλέπτεται η ιστορία και ο πολιτισμός των Μακεδόνων, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της κληρονομιάς της πατρίδας μας.
Η Ελληνική αναγνώριση θα νομιμοποιήσει την κλοπή της ιστορίας και του πολιτισμού των Μακεδόνων, όχι φυσικά αυτή των Αμερικανών, Ρώσων, Κινέζων.
Και αυτό θα γίνει, εφόσον τους αναγνωρίσουμε το όνομα ως «Μακεδόνες», απλό ή σύνθετο. Τόσο απλό είναι το «σύνθετο» αυτό πρόβλημα.
Πώς εξηγείται ωστόσο η ενδοτικότητα (και υποχωρητικότητα) των ελληνικών κυβερνήσεων, που αγγίζει τα όρια της εθνικής προδοσίας;

Η ενδοτικότητα αυτή, που αφορά όλα τα κρίσιμα θέματα της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας από την Κύπρο, το Αιγαίο, τη Θράκη, την Μακεδονία και την Ήπειρο, σχετίζεται άμεσα με την απεμπόληση από την ίδια την Ελλάδα της εθνικής της ανεξαρτησίας και των αναφαίρετων κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Η εκχώρηση σε ξένους κυριαρχικών δικαιωμάτων της πατρίδας μας, γιατί περί αυτού πρόκειται, αφορά διαχρονικά όλες τις κυβερνήσεις, από τότε που δημιουργήθηκε το πρόβλημα και πήρε διαστάσεις, με κίνδυνο τον ακρωτηριασμό της χώρας μας.

Πρέπει να συνειδητοποιήσει ο Έλληνας πολίτης ότι δεν πρόκειται για άγνοια, επιπολαιότητα, λάθη ή ανικανότητα των ελληνικών κυβερνήσεων, κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά για συνειδητή επιλογή του κυρίαρχου συγκροτήματος εξουσίας που επεκράτησε στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο πόλεμο και δημιούργησε τις συνθήκες υπακοής και υποταγής στα κελεύσματα των ατλαντικών και υπερατλαντικών «άσπονδων φίλων και συμμάχων» μας, με απώτερο στόχο την συμμετοχή στην προβλεπόμενη λεία.

Ελληνικές κυβερνήσεις είναι αυτές που ακύρωσαν τις αποφάσεις του συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών το 1992, των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την μη αναγνώριση των Σκοπίων ως «Μακεδονία».

Το πρόβλημα ξεκινάει από παλιά και έχει σχέση με τις κατά καιρούς πανσλαβιστικές επιδιώξεις της τσαρικής Ρωσίας, της πρώην ΕΣΣΔ και των άλλων σλαβικών γειτονικών λαών, για έξοδο στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο. 

Συγκεκριμένη μορφή πήρε η πολιτική αυτή με την σκόπιμη δημιουργία από τον στρατάρχη Τίτο της λεγόμενης «Ομόσπονδης Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας», (ενώ η περιοχή προηγουμένως ονομαζόταν Βαρντάρσκα), που στόχο είχε την μελλοντική και, εφόσον το επέτρεπαν οι συνθήκες, δημιουργία της «Μακεδονίας του Αιγαίου», που περιλάμβανε όλη την ελληνική Μακεδονία, παρ' όλο που γνώριζε ο ίδιος ότι η Μακεδονική ταυτότητα, πολιτιστικά, εθνικά και ιστορικά, ανήκει αποκλειστικά στον Ελληνισμό και είναι διαχρονικά ταυτισμένη μαζί του.

Κλειδί ερμηνείας της ενδοτικής στάσης των ελληνικών κυβερνήσεων αποτελεί το γεγονός ότι η ελληνική αστική τάξη (ελληνικό κεφάλαιο), που επεκράτησε μετά την ηρωική εθνική αντίσταση, παρασιτική και κομπραδόρικη, καθώς είναι, υπακούει στις εντολές των κυρίων της, εντός και εκτός Ελλάδας.

Αυτό είναι το κλειδί ερμηνείας για την υποχωρητικότητά της.

Υποτάσσεται δηλαδή στις επιταγές του διεθνούς μονοπωλιακού κεφαλαίου, με σκοπό τη συμμετοχή της, ως φτωχού ή πλούσιου συγγενή, στα απορρέοντα κέρδη.
Πολύ χαρακτηριστικά περιγράφει ο Ανδρέας Παπανδρέου τη φύση αυτού του κεφαλαίου σε ομιλία του σε σεμινάριο του ΠΑΚ την άνοιξη του 1973. Λέει σχετικά: «Η ελληνική μεγαλοαστική τάξη δεν είναι αυτόνομη. Αποτελεί εξαρτημένο και κομπραδόρικο προγεφύρωμα του ξένου, μα ιδιαίτερα του αμερικάνικου μονοπωλιακού κεφαλαίου, που στα πλαίσια της παγκόσμιας δυναμικής του ιμπεριαλισμού, έχει μεταβάλει την Ελλάδα σε ξέφραγο αμπέλι για την ασύδοτη εκμετάλλευση του ιδρώτα του ελληνικού λαού και σε στρατώνα για την προάσπιση των στρατηγικών συμφερόντων του Πενταγώνου στη Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή».

Μετά τη μεταπολίτευση προσδιόρισε ο ίδιος την εξάρτηση του ελληνικού κεφαλαίου από το μονοπωλιακό κεφάλαιο των ΗΠΑ πιο συγκεκριμένα:
«Στις χώρες που βρίσκονται στο περιθώριο του παγκόσμιου καπιταλισμού, η ντόπια μεγαλοαστική τάξη, υποτελής, δορυφορική και διαβρωμένη από το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο, όσες αντιδικίες κι αν έχει μαζί του, στα κρίσιμα θέματα θα μιλήσει με τη "φωνή του κυρίου της"».
Με την έννοια αυτή για την αστική τάξη δεν παίζει κανένα ρόλο το θέμα της εθνικής ανεξαρτησίας και της κατοχύρωσης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της πατρίδας μας.
Πιο αποκαλυπτικά δεν μπορούσε η πραγματικότητα αυτή να εκφραστεί, παρά και με τα λόγια της κυρίας Άννας Ψαρούδας -Μπενάκη, κατά την ορκωμοσία του Κάρολου Παπούλια ως προέδρου:«Αναλαμβάνετε, κύριε Πρόεδρε, την Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας για μία πενταετία, όπου θα σημειωθούν σημαντικά γεγονότα και εξελίξεις: Η Ευρωπαϊκή ενοποίηση θα προωθηθεί με την ψήφιση ενδεχομένως και της Συνταγματικής Συνθήκης, τα εθνικά σύνορα και ένα μέρος της εθνικής κυριαρχίας θα περιορισθούν χάριν της ειρήνης, της ευημερίας και της ασφάλειας στη διευρυμένη Ευρώπη, τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη θα υποστούν μεταβολές καθώς θα μπορούν να προστατεύονται, αλλά και να παραβιάζονται από αρχές και εξουσίες πέραν των γνωστών και καθιερωμένων και πάντως η Δημοκρατία θα συναντήσει προκλήσεις και θα δοκιμασθεί από ενδεχόμενες νέες μορφές διακυβέρνησης».

Γνωστή είναι  ακόμη και η άποψη που εξέφρασε ο Γιώργος Παπανδρέου αναφορικά με την εθνική μας κυριαρχία, συμπληρώνοντας τα λεγόμενα της κυρίας Ψαρούδα, για την παγκόσμια διακυβέρνηση:
«Έτσι όπως χειριστήκαμε τα οικονομικά μας, αναιρείται και ένα κομμάτι της κυριαρχίας μας».

Η πατρίδα για τους πολιτικούς εκφραστές αυτού του συγκροτήματος εξουσίας, που εκπορεύεται κυρίως από το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία, αποτελεί εμπόρευμα, όπως όλα τα άλλα εμπορεύματα. Στην πολιτική αυτή συμπράττουν δυστυχώς και άλλες δυνάμεις από τον δεξιό και αριστερό χώρο, που με τον λανθασμένο τους κοσμοπολίτικο «διεθνισμό» υπηρετούν τις εθνικιστικές και σοβινιστικές διεκδικήσεις των γειτόνων μας.

Συνεπώς το πρόβλημα γι' αυτές τις δυνάμεις, που απεργάζονται το κακό της Ελλάδας, είναι θέμα συναλλαγής και υπολογισμού των κερδών από τις μεταξύ τους σχέσεις. Αυτό συμβαίνει στην Κύπρο, το Αιγαίο, τη Θράκη, τη Μακεδονία και την Ήπειρο, όπου πρόσφατα αναδεικνύονται εντατικότερα από το παρελθόν διεκδικήσεις και της Αλβανίας επί ελληνικού εδάφους (Τσαμουριά).

Από ελληνικής πλευράς, όχι μόνο δεν υπάρχει αντίδραση, αλλά απεναντίας ενίσχυση της επεκτατικής πολιτικής των γειτόνων μας, παρ' όλο που είναι γνωστό της πάση ότι η Μακεδονική ταυτότητα, πολιτιστικά, εθνικά και ιστορικά, ανήκει αποκλειστικά στον Ελληνισμό και είναι διαχρονικά ταυτισμένη μαζί του.

Πολλοί πιστεύουν ότι το όνομα δεν παίζει σημαντικό ρόλο, αλλά η εθνότητα και η γλώσσα. Παραγνωρίζουν σκόπιμα ή αγνοούν εγκληματικά οι παράγοντες αυτοί ότι σύμφωνα, με μια μοντέρνα θεωρία των παγκοσμιοποιημένων πολυπολιτισμικών κύκλων, το κράτος δημιουργεί και εθνότητα και γλώσσα και ιστορία.

Συνεπώς δίνουν το δικαίωμα στο κράτος των Σκοπίων, αφού αναγνωριστεί ως Μακεδονία, να διεκδικήσει, σύμφωνα με τα διεθνώς ειωθότα στους διεθνείς οργανισμούς, μακεδονική εθνότητα, μακεδονική γλώσσα και μακεδονική ιστορία.
Με την έννοια αυτή το όνομα «Μακεδονία», σύνθετο ή απλό, αποτελεί όχημα της αλυτρωτικής και επεκτατικής πολιτικής τους.

Χωρίς το όνομα Μακεδονία δεν μπορούν να έχουν εθνότητα, γλώσσα και ιστορία «μακεδονική». Ούτε είναι δυνατόν να διεκδικούν την ελληνική Μακεδονία. Αυτός είναι από τη μια ο λόγος της ανυποχώρητης επιμονής τους στο όνομα. Ο λόγος από την άλλη που δεν δέχονται τη σύνθετη ονομασία, οφείλεται στην πεποίθησή τους ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις θα υποχωρήσουν περεταίρω, κάτω από την πίεση των ΗΠΑ, ώστε εκτός από τη σύνθετη ονομασία να εξασφαλίσουν και την «μακεδονική» εθνότητα, γλώσσα και ιστορία.

Μια τέτοια λύση αποτελεί μη λύση και θα πυροδοτήσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή, γιατί δεν είναι δυνατόν να παραχωρήσουν με τη θέλησή τους οι Έλληνες την ελληνική Μακεδονία στους Σκοπιανούς.
Οι κατωτέρω εμπρηστικές δηλώσεις επισήμων σκοπιανών δεν προμηνύουν τίποτε το ευοίωνο και ειρηνικό: «Tο ρολόι της ιστορίας  χτυπά αντίστροφα για τον διαμελισμό της Ελλάδας από τρία έθνη. Η Ελλάδα θα χάσει την Μακεδονία του Αιγαίου από τους Mακεδόνες, τη Θράκη, το Αιγαίο και την Κύπρο από την Τουρκία και την Ήπειρο από την Αλβανία. Τι θα απομείνει τελικά στους Γρεκούς; Ο μικρός τους βράχος που  ονομάζεται Αθήνα, η οποία είναι 50%  αλβανική»
Είναι αυτονόητο ότι ειρηνική συμβίωση των λαών της περιοχής και σχέσεις καλής γειτονίας κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν είναι δυνατή.
Οποιαδήποτε εξάλλου υποχωρητικότητα στο όνομα σημαίνει αυτομάτως εθνική προδοσία.
Δεν μπορούν οι Έλληνες να «συνωστίζονται στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, όπως «συνωστίζονταν», κατά την ρεπούσια έκφραση, οι Έλληνες στο λιμάνι της Σμύρνης.
Οι εθνικοί μειοδότες πρέπει να πληρώσουν και θα πληρώσουν, αν αποτολμήσουν να διαπράξουν αυτό το έγκλημα.

Δεν μπορούμε να ανεχθούμε να αποφασίζουν οι κυβερνόντες για εμάς (τον ελληνικό λαό) χωρίς εμάς.

Η ελληνική πλευρά, θα έπρεπε να υποστηρίξει ευθύς εξ΄ αρχής το αυταπόδεικτο, τουτέστιν ότι η  Μακεδονία είναι Ελληνική και ο όρος δεν είναι διαπραγματεύσιμος. Ως εκ τούτου δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί από άλλους. 

Το πώς θα αποκληθεί το νέο Κράτος είναι δικό τους θέμα  και όχι δικό μας.
Εμείς ως Έλληνες δε μπορούμε να συναινέσουμε οι ίδιοι στην πλαστογράφηση της ιστορίας μας, αποδεχόμενοι ονομασία του κράτους των Σκοπίων που θα περιλαμβάνει τον όρο Μακεδονία;

Δεν δικαιούμεθα επίσης να προχωρήσουμε σε συμβιβασμό αποδεχόμενοι, ότι υπάρχει «μακεδονική εθνότητα» και «μακεδονική γλώσσα»;

Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει το δικαίωμα να εκχωρήσει την κληρονομιά των Ελλήνων, χωρίς να ρωτήσει άμεσα τον Ελληνικό λαό;

Για τους ανωτέρω λόγους: Δεν αιτούμεθα αλλά απαιτούμε από την ελληνική κυβέρνηση, να μην αναγνωρίσει το κράτος των Σκοπίων ως Μακεδονία ή παράγωγά του.

Σε διαφορετική περίπτωση να προβεί σε δημοψήφισμα για να αποφασίσει ο κυρίαρχος λαός για το εθνικό αυτό θέμα.

Αν κι αυτό δεν γίνει, τότε καλούμε τον ελληνικό λαό να υπερασπιστεί την εθνική του ανεξαρτησία και τα κυριαρχικά του δικαιώματα, όπως επιτάσσει το σύνταγμα της χώρας.


βλ.: http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=466

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Θεμάτων

Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον η πατρίς εστί και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ' ανθρώποις τοις νουν έχουσι.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ «ΚΡΙΤΩΝ», 12
 
Το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας.
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ 

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

ΑΜΑ ΦΥΓΕΙ Ο ΤΥΡΑΝΝΟΣ... - του Παναγιώτη Ηφαίστου

Κάποιοι βλέπουν φαντάσματα: Εθνικιστές και... νεοεθνικιστές. Πού είναι; Εμείς παντού βλέπουμε μόνο Έλληνες και τους εκφράζει ο Ρήγας Βελεστινλής: «Άμα φύγει ο τύραννος, ο ελληνικός λαός θα είναι φίλος και σύμμαχος με όλα τα ελεύθερα έθνη. Οι Έλληνες δεν ανακατεύονται εις την διοίκηση των άλλων εθνών, αλλά ούτε είναι εις αυτούς αποδεκτό να ανακατωθούν άλλα έθνη εις την δική τους. Δεν κάμνουν ποτέ ειρήνη με ένα εχθρό ο οποίος κατακρατεί ελληνικό τόπο».

Λόγια γνήσια ελληνικά. Τα δικά μας. Καθαρή και ψύχραιμη θέαση της ζωής, του κόσμου και των άλλων εθνών. Κοσμοθεωρία έθνους ανθρωπολογικά κτισμένου και εγγενώς, οικουμενικά προσανατολισμένου. Λόγια λιτά, αληθινά, πολιτικά μεστά, πολιτισμένα και άφθαρτα. Υμνούν τη Δημοκρατία και την Ελευθερία, τη δικιά μας και των άλλων εθνών. Πνεύμα ανυψωμένο, σμιλευμένο μακραίωνα, γιγαντωμένο μέσα στη Βυζαντινή Οικουμένη, ριζωμένο στη διαχρονική ελληνικότητα. Την αιώνια και οικουμενική ελληνικότητα. Παρακαταθήκη του μέλλοντος, για όλα τα έθνη. Αυτή κουβαλούν οι Έλληνες: Ρήγας Βελεστινλής, τελεία και παύλα.

«Σόροι, εξυπηρετικά σοράκια και δεσποτικά κοράκια» των σκοτεινών διεθνικών παρασκηνίων, και τα υπερατλαντικά αφεντικά αυτών που κραυγάζουν, είναι οι εθνικιστές. Όταν η δική μας Βυζαντινή Οικουμένη έπεσε, το 1453 μ.Χ., αυτοί είναι που έφεραν δεσποτισμούς, κρατικοεθνικισμούς, σοβινισμούς, αποικιοκρατίες, εθνοκαθάρσεις, γενοκτονίες, διεθνισμούς, φασισμούς και ηγεμονομαχίες. Δικά τους όλα αυτά, όχι δικά μας. Να τα χαίρονται, αυτοί και τα φερέφωνά τους.

Τώρα βέβαια μας προέκυψε και ο εθνομηδενισμός, το νέο ιδεολόγημα: Κάποιοι εκεί στην Εσπερία θέλουν, λένε, έναν πλανήτη ανθρωπολογικά ισοπεδωμένο, «εύτακτο» και «εύρυθμο». Πλανητικό «συνωστισμό» μηδενιστών χωρίς μνήμη, χωρίς σκέψη και χωρίς ταυτότητα. Πλανητικό τερατούργημα ιδιωτείας, φιλαυτίας, ωφελιμοκρατίας, χρησιμοθηρίας, ηδονισμού, διάλυσης της οικογένειας, καταπολέμησης της πίστης, εξύμνησης της διαστροφής, κοντολογίς μεταμοντέρνας ανθρωπολογικής αποσύνθεσης. Επιστροφή στο μέλλον των ανθρωπολογικών Σοδόμων και Γομόρρων του Μαρκήσιου de Sade. Κατά Θόδωρο Ζιάκα, ο «ολοκληρωμένος μηδενισμός». Πλανητικά ανέφικτα όλα αυτά, βέβαια. Πλην, άμα ένα έθνος ξεγελαστεί και γευτεί τέτοια δηλητήρια, εκμηδενίζεται. Ωφελούνται ηγεμόνες και αρπακτικοί γείτονες.

Άμα πάνω στον σβέρκο ενός έθνους κάτσουν εθνομηδενιστές και προπαγανδιστές, οι ζημιές έρχονται. Το Αιγαίο μας; Η Κύπρος μας; Η Θράκη μας; Η Μακεδονία μας; Η Ηπειρός μας; Οι ενεργειακοί μας πόροι, δηλαδή το μέλλον των παιδιών μας; Όμως, τα ιερά νησιά μας δεν είναι «μεταμοντέρνα»: Δεν είναι βράχοι άγνωστης ταυτότητας και άγνωστης εθνικότητας. Κάποιοι, πάντως, φαίνεται σαν να θέλουν να καταποντιστεί το Καστελόριζο. Όχι να στέκεται εκεί ολόρθο, δικό μας, με χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Τέτοιες θέσεις, αναμφίβολα, υπηρετούν υπερατλαντικούς αφέντες και αρπακτικούς γείτονες.

Οι Έλληνες είναι εγγενώς ειρηνόφιλοι και φιλοπάτριδες. Προτερήματα βαθιά ριζωμένα στην παράδοση του έθνους μας. Φιλοπατρία ίσον πίστη και νομιμοφροσύνη στο έθνος, προσήλωση στα εθνικά σύμβολα, τις παραδόσεις, τον εθνικό πολιτισμό, τη γλώσσα, τη δημοκρατία και την ελευθερία. Φιλοπατρία σημαίνει αυτοθυσία, αν χρειαστεί, για την υπεράσπιση ιερών, οσίων, βωμών και εστιών. Εδώ είμαστε, εδώ ανήκουμε, εδώ θα το παλέψουμε.
βλ.: http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=450

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Δ. Ιατρόπουλος: "Η Ελλάδα, δεν πέθανε ακόμη!"

Συνέλληνες, οφείλουμε Όλες και Όλοι, να αμυνθούμε! Ως μονάδες, ως μέλη της οικογένειάς μας, και ως κύτταρα της κοινωνικής ομάδας που ανήκουμε, εξοστρακίζοντας πρώτα-πρώτα από πάνω μας, τη στημένη φρίκη «Αυτών», με το καθεβραδινό τους τηλεπαραμύθιασμα.

* Πρέπει να μιλήσουμε επιτέλους με τη συνείδηση μας. Και να θυμηθούμε ότι σε καιρούς Εθνικής Συμφοράς, όπως αυτή που τώρα πάλι μας ετοιμάζουν οι Εσχατοπροδότες, γινόμαστε οι Έλληνες μια γροθιά, ανοίγουμε την αγκαλιά μας στο διπλανό μας, σε μια πρωτόγνωρη συνάθροιση Πολιτών, και όχι πια «πελατών», οποιουδήποτε Αλήτη.

* Κι αυτή η «βουβή» κουβέντα μεταξύ μας, η εξαγριωμένη, (και όχι μελοδραματικά «παραπονεμένη»), θα ακουστεί ως χθόνιο ρεύμα ενός τεράστιου κύματος που πλησιάζει τα τείχη της πόλης υπόγεια, συγκλονιστικά, ορατό στα σκοτεινιασμένα μάτια και το ατσάλινο πρόσωπο του Έλληνα Πολίτη, που βλέπει πως έρχεται η ώρα του να μετρηθεί με τη μοίρα του.. Θα γίνει χιονοστιβάδα.

* Και οι κρατούντες όλων των θώκων και των αποχρώσεων του Σαπισμένου πια Συστήματος, που σφετερίστηκαν την Πατρίδα και κερδοσκοπώντας ξεσαλωμένοι, ασύστολα απειλούν, όχι πλέον μόνο το εισόδημα ή τον πολιτισμό μας, αλλά κυριολεκτικά την ίδια τη ζωή μας, θα νιώσουν ότι «Κάτι» πολύ μεγάλο «έρχεται».

* Πολλοί απ αυτούς θα αντιδράσουν σπασμωδικά, καρφώνοντας ο ένας τον άλλο και ικετεύοντας το Κοινόν των Ελλήνων για επιείκεια, άλλοι θα συνεχίσουν την πλύση εγκεφάλου από τα συγκεκριμένα Μίντια που ελέγχουν η συνεργάζονται, ενώ κάποιοι θα πασχίσουν δραπετεύοντας πανικόβλητοι, να εξασφαλίσουν εαυτούς και συγγενείς και φίλους.

* Όμως η Ώρα της Κρίσης, δεν θα ανήκει πια στις Ερινύες, όπως μέχρι σήμερα, αλλά στη Νέμεσι. Κι όσα εμπόδια κι αν μαγειρέψουν «Αυτοί», με όση καταστολή κι αν απειλήσουν, όσες δημοσκοπήσεις κι αν στήσουν, όσες προβοκάτσιες κι αν κατασκευάσουν, όσες ψευτοειδήσεις κι αν περάσουν μπροστά για ξεκάρφωμα, όσες «αυτοκριτικές» περί την «Κάθαρση» κι αν εφεύρουν, το βουβό ποτάμι τελικά θα ξεσπάσει σε χείμαρρο που δεν γυρίζει ποτέ πια πίσω!

* Όπου νάναι, θυμηθείτε με, θα εμφανιστούν αυθόρμητα, και θα ενωθούν μεταξύ τους καταλυτικά, νέοι άνθρωποι, νέοι εκπρόσωποι του λαού αυτού, καινούριοι, εμπνευσμένοι, άφθαρτοι πατριώτες, με αίσθηση των δεδομένων και γνώση των συγκυριών.

* Και θα στήσουν το εντελώς καινούριο σκηνικό που χρειάζεται αυτή η χώρα. Και θα αναγκάσουν τους πάντες να ακολουθήσουν το ρεύμα.

* Συνέλληνες, η Ελλάδα δεν πέθανε ακόμη! Ας την πάρουμε στα χέρια μας, Εδώ και Τώρα, γιατί είναι μόνο Δική μας, και καθόλου όλων αυτών των καθικιών, που αποπειρώνται να μας πετάξουν, στην καλύτερη περίπτωση στην άκρη της Ιστορίας, και στη χειρότερη, στο βάθος ενός τεράστιου ομαδικού τάφου..

* Μια Νέα Φιλική Εταιρία, είναι μονόδρομος πια, για τη μοίρα μας...

Αναδημοσίευση, βλ.: http://gianniotis.blogspot.com/2011/01/blog-post_20.html

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Η ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΩΣ ΒΙΩΜΑ

του Κώστα Χατζή

Όταν ο εκδότης του Patria, τον οποίο και ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία, μου ζήτησε να γράψω ένα άρθρο για την εθνική μας ταυτότητα, η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι όσο σημαντικό και τιμητικό είναι το θέμα, άλλο τόσο δύσκολο είναι να καταγράψεις σε μια κόλλα χαρτί πεποιθήσεις και συναισθήματα για το υψηλότερο ιδανικό, χωρίς να υποπέσεις στον κίνδυνο να εκφραστείς με ύφος πομπώδες ή “δασκαλίστικο”.

Κι αυτό γιατί η εθνική συνείδηση έχει το μεγαλείο να είναι ιδεώδες που “ανήκει” σε πολλούς, αλλά ταυτόχρονα να αποτελεί μοναδική, εξατομικευμένη πηγή πίστης και έμπνευσης για τον καθένα, ανάλογα με τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται. Κι αν μη τι άλλο, διαγωνισμοί πατριωτισμού ούτε με εξέφρασαν ποτέ, ούτε, πιστεύω, ωφέλησαν γενικότερα τον τόπο.
Έχοντας τα παραπάνω για οδηγό, δε μπόρεσα να βρω καλύτερο τρόπο αποτύπωσης των σκέψεών μου από την παράθεση βιωμάτων. Άλλωστε, για εθνικές πράξεις οι Έλληνες της γενιάς μου θα ήταν ιερόσυλο να συζητάμε, αναλογιζόμενοι αυτές των προγόνων μας σε αρχαία και νεώτερη ιστορία. Επιστημονικές αναλύσεις και δοκίμια γράφτηκαν και θα γράφονται από ανθρώπους σοφότερους και με λαμπρότερο πνεύμα από τον υπογράφοντα. Δε μένει, συνεπώς, τίποτα άλλο, για την ώρα τουλάχιστον, από το να καταθέσει κανείς πώς βιώνει την έννοια “εθνική ταυτότητα”.
ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Βιώματα λοιπόν...
Βιώματα απλά και καθημερινά, τα οποία, όμως, μέσα στην απλότητα και τη ρουτίνα τους κρύβουν μέσα τους όλη την πεμπτουσία της ελληνικής φυλής.
Όπως το κυριακάτικο τραπέζι με αγαπημένα πρόσωπα, μια συνήθεια με αρχαιοελληνική προέλευση, ιστορική συνέχεια και άμεση αναφορά στην οικογένεια και τους αληθινούς φίλους, έννοιες που εξυψώθηκαν από τον ελληνικό πολιτισμό και αποτελούν στηρίγματα και για τους νέους της γενιάς μου. Έννοιες που αντέχουν, όσο κι αν πλήττονται από την αποθέωση της ατομικότητας και την απαξίωση του φιλότιμου και της μπέσας που προωθούν κυνικά οι νεοταξίτες.
Όπως ο Επιτάφιος κάθε Μεγάλη Παρασκευή, που εδώ και χρόνια συγκεντρώνει εκατοντάδες νέους ανθρώπους. Όχι γιατί απέκτησαν σώνει και καλά έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, ούτε γιατί αποτελεί απόδειξη φιλοπατρίας. Αλλά γιατί αυτό που συμβαίνει το αισθάνονται δικό τους από μικρά παιδιά. Κι ακόμα κι αν το αντιλαμβάνονται ως υποχρέωση ή ως ευκαιρία συνάντησης με παιδικούς φίλους και παλιούς συμμαθητές, εν τέλει λειτουργεί ως ιερός συνεκτικός δεσμός. Δεσμός που στοιχειώνει τους “άθεους” ψευτοπροοδευτικούς που βγάζουν “καντήλες” στη λέξη Ορθοδοξία, αλλά...αγωνιούν για τα δικαιώματα όλων των άλλων θρησκειών.
Όπως η ελληνική φιλοξενία, από τα αστικά κέντρα ως την επαρχία- κυρίως σε αυτή- από ανθρώπους πρόθυμους να “ανοίξουν το σπίτι τους” σε κάθε επισκέπτη, Έλληνα ή ξένο, εύπορο ή φτωχό και να μοιραστούν μαζί του από το φαγητό μέχρι τα ήθη και τα έθιμά τους. Αρκεί να δείξει κι εκείνος ότι στέκεται με σεβασμό απέναντί τους. Σεβασμό που δε δείχνουν οι ορδές των λαθρομεταναστών και των εισαγόμενων εγκληματιών που κατέκλυσαν τη χώρα με τη συνέργεια όλων των πολιτικών και κατ' εντολήν εκείνων που θέλουν να γεμίσουν την Ελλάδα από “Αγ. Παντελεήμονες”. Μόνο που δεν υπολόγισαν στην οργισμένη αντίδραση της σιωπηρής πλειοψηφίας και όσο τη βλέπουν να ξεπροβάλλει σκούζουν και ψελλίζουν “αντιρατσιστικά” αναθέματα, ενάντια στον πιο κοσμοπολίτικο λαό του κόσμου που αναγκάζεται να δώσει μάχη υπέρ “βωμών και εστιών” σε έναν ακήρυκτο πόλεμο.
ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ
Βιώματα λοιπόν...
Βιώματα χαράς, ενθουσιασμού και υπερηφάνειας, έστω για εκείνες τις λίγες φορές που είχαμε την τύχη να τα ζήσουμε.
Όπως εκείνο το μαγικό καλοκαίρι του 2004, όταν η ανεπανάληπτη επιτυχία της Εθνικής ομάδας ποδοσαίρου έβγαλε όλους τους Έλληνες στους δρόμους και τους ένωσε σε μια τεράστια, αόρατη γροθιά. Οι μισοί δεν ήταν καν ποδοσφαιρόφιλοι. Είχαν όμως ανάγκη ένα ξέσπασμα εθνικής ανάτασης, κι ας ήταν από μια αθλητική επιτυχία. Ένα ξέσπασμα που τους προσέδωσε θετική ενέργεια και για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, έστω αυτών των Αγώνων με τους χορηγούς και τις πολυεθνικές. Μόνο τη λύσσα που έβγαζαν τα καλοπληρωμένα δημοσιογραφικά γιουσουφάκια της θολοκουλτούρας να θυμηθούμε, επειδή σε κάθε σπίτι και αυτοκίνητο υπήρχε ελληνική σημαία και επειδή οι πιτσιρικάδες στις πλατείες φορούσαν φανέλες με το εθνόσημο, μάλλον άξιζε τον κόπο.
Όπως την εποχή που προβλήθηκε η ταινία “300”, τότε που δε χόρταινες να βλέπεις νέους να βγαίνουν από τις αίθουσες των multiplex με τα μάτια τους να “γυαλίζουν” και να κάθονται να συζητάνε επί ώρες για όσα παρακολούθησαν, συναισθανόμενοι, ίσως για πρώτη φορά, ποιας “μήτρας” είναι γεννήματα. Κι αν έπρεπε να έρθει το Hollywood και ένα καλογραμμένο κόμικ για να τους το θυμίσει, ας είναι, αρκεί που, πλέον, το όνομα “Λεωνίδας” δεν τους φέρνει στο νου σοκολατάκια..
Όπως τον Ιούλιο του 2009, στα εγκαίνια του Νέου Μουσείου Ακρόπολης, όπου αποδείχτηκε ότι το μεγαλείο του χθες μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για νέες πολιτιστικές δημιουργίες στο σήμερα. Κι ας κάθονταν στις πρώτες σειρές μεγαλοεκδότες και κοσμικές κυρίες που περίμεναν να δουν τη φάτσα τους στα βραδινά δελτία προπαγάνδας. Τους επεσκίασαν όλους οι χιλιάδες απλοί Έλληνες που στάθηκαν τις επόμενες μέρες υπομονετικά στις ουρές κρατώντας τα παιδιά τους από το χέρι.
ΘΥΣΙΕΣ
Βιώματα λοιπόν...
Βιώματα από περιόδους κατά τις οποίες ο ελληνισμός δοκιμάστηκε, τραυματίστηκε, αλλά δεν παρέδωσε τα όπλα.
Όπως τη νύχτα των Ιμίων, τον Ιανουάριο του '96, όταν ο ελληνικός στρατός φάνηκε, για μια ακόμη φορά, ανώτερος της ξεπουλημένης πολιτικής ηγεσίας, που διέταξε αποχώρηση των Ο.Υ.Κ. και παρέδωσε βορά στον εχθρό τρεις ήρωες, το Βλαχάκο, το Γιαλοψό και τον Καραθανάση. Τρία παληκάρια που αφύπνισαν την ελληνική νεολαία με αποτέλεσμα, τις αμέσως επόμενες ημέρες, οι συζητήσεις που γίνονταν στα στέκια και τα μπιλιαρδάδικα μεταξύ των αγοριών να αφορούν την επιθυμία τους να καταταγούν. Πρώτη φορά που ο στρατός δεν έμοιαζε με αγγαρεία, αλλά με πεδίο τιμής για όποιον φόραγε παντελόνια. Κι εμείς οι μικρότεροι να τους ακούμε και να ζηλεύουμε... Και μετά ν'ακούμε τα υποταγμένα “ευχαριστώ” και να σκύβουμε τα κεφάλια από ντροπή.
Όπως λίγους μήνες αργότερα, εκείνο το ματωμένο Αύγουστο που ο Τάσος Ισαάκ και ο Σολωμός Σολωμού δίδαξαν σε εμάς, τους τότε 16άρηδες, τι πραγματικά σημαίνει μάγκας και Έλληνας. Ο ένας αψήφησε το θάνατο στην προσπάθειά του να σώσει το συμμαχητή του, ένας εναντίον όλων, σα να'ταν βγαλμένος από τις ιερότερες σελίδες της ιστορίας του Γένους. Κι ο άλλος, αγνοώντας την υποτιθέμενη “ειρηνευτική“ δύναμη των Τούρκων, ξεκίνησε, μ'ένα τσιγάρο στο στόμα, την ανοδική του πορεία προς το πάνθεον των αθανάτων. Και μας άφησαν, με εκείνο το σφίξιμο στην καρδιά, να φαινόμαστε τόσο μικροί κι ασήμαντοι μπροστά τους.
Όπως τον Απρίλη του 2004, όταν οι “φίλοι” Αμερικάνοι, μαζί με τα γνωστά λόμπι και τους υποτακτικούς τους σε Ελλάδα και Κύπρο, θέλησαν να βάλουν “ταφόπλακα” στον κυπριακό ελληνισμό. Αλλά δεν υπολόγισαν στην αδούλωτη ψυχή των αδελφών μας και στον αείμνηστο Τάσο Παπαδόπουλο, που έτριψαν το σχέδιο Ανάν στα μούτρα των προσκυνημένων πολιτικών και δημοσιογράφων. Κι έτσι πήγαν στο βρόντο τα εκατομμύρια ευρώ που ξοδεύτηκαν σε εξαγορά συνειδήσεων και σε επικοινωνιακές εκστρατείες. Γιατί, όσο κι αν πονάει τους διεθνιστές και τους απάτριδες, την ιστορία αυτού του Έθνους την έγραψαν εκείνοι που είπαν τα μεγάλα ΟΧΙ.
ΣΗΜΕΡΑ
Όλα τα προαναφερθέντα συνιστούν εθνική ταυτότητα. Όπως και χιλιάδες άλλα που θα μπορούσε να προσθέσει κάθε Έλληνας, πιθανόν αποδίδοντάς τα και με μεγαλύτερη επιτυχία.
Σε αυτό, όμως, που νομίζω ότι θα συμφωνήσουμε άπαντες είναι ότι όσα προκλητικά συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό, όχι μόνο δεν συνάδουν με την εθνική μας ταυτότητα, αλλά επιτίθενται βάναυσα εναντίον της.
Εθνική ταυτότητα δεν υπάρχει στην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, η οποία, ας μη γελιόμαστε, τελεί υπό την κατοχή αλλοεθνών λαθρομεταναστών και των ψευτοαναρχικών πρακτορίσκων συνεργατών τους.
Εθνική ταυτότητα δε συνιστούν οι χιλιάδες μουσουλμάνοι που βρίσκονται παράνομα στη χώρα και μετέτρεψαν σε τζαμί την πλατεία Κοτζιά και το Πανεπιστήμιο. Όχι γιατί δε δικαιούνται να προσευχηθούν, αλλά γιατί μπορούν να το κάνουν σε ένα γήπεδο (όπως γινόταν άλλωστε) ευχαριστώντας ταυτόχρονα την Πολιτεία που τους επιτρέπει να απολαμβάνουν το προνόμιο της ανεξιθρησκείας εξισώνοντάς τους με τους νόμιμα διαμένοντες και τους γηγενείς πολίτες.
Εθνική ταυτότητα δεν απεικονίζεται στην ψυχολογία που έχει διαμορφωθεί στους Έλληνες εξ' αιτίας της οικονομικής κρίσης, Όχι γιατί δεν έχουμε και εμείς ευθύνες. Αλλά γιατί το σκυμμένο κεφάλι και η μιζέρια δεν αρμόζουν στο DNA μας.
Φυσικά, αφού οι ευθύνες ξεκινούν από “ψηλά”, εθνική ταυτότητα δε συντελεί και η πρωτοφανής ένδεια σε πολιτικό δυναμικό που καταδυναστεύει τη χώρα μας. Και επειδή είναι αδύνατο απλά να εξαφανίστηκαν οι πολιτικοί που προκρίνουν στην ατζέντα τους το εθνικό συμφέρον, ανεξαρτήτως κομμάτων, προφανώς είναι βολική η ανάδειξη των “συστημικών”, των προθύμων να γίνουν “μαριονέτες” στα σχέδια απαξίωσης της Πατρίδας μας.
Ποιο είναι το όπλο μας απέναντί τους ; Η παιδεία, ο μόνος θεσμός που μπορεί να εμφυσήσει στη γενιά μας και σε αυτές που έρχονται τα εθνικά ιδανικά. Μόνο που κι αυτή, στην επίσημη μορφή της, έχει πέσει σε λάθος χέρια εδώ και τρεις δεκαετίες. Ξεκίνησε από εκείνους που την ξερίζωσαν συθέμελα για χάρη της “Αλλαγής” και της “Προόδου”, πέρασε στους μεταλλαγμένους συνεχιστές τους που εισήγαγαν τον πολυπολιτισμό και την παγκοσμιοποίηση, έκανε στάση στους υποταγμένους και φοβικούς σε αλλαγές, που αυτολογοκρίνονται και απολογούνται στους “δικτάτορες” της κουλτούρας και συνεχίζει στα χέρια εκείνων που ενοχλούνται ακόμα κι από τον όρο “εθνικής” γι' αυτό και τον αφαίρεσαν από τον τίτλο του αρμόδιου Υπουργείου.
Δε μένει, λοιπόν, παρά η βιωματική, η ζώσα Παιδεία για να εμπνεύσει ξανά, σε εμάς τους νέους, εθνική συνείδηση. Ας μην περιμένουμε άλλο. Ούτε τα βιβλία του (αντι)παιδαγωγικού ινστιτούτου πρόκειται να αλλάξουν, ούτε οι ακαδημαϊκοί, που επικροτούν την εξαθλίωση των ελληνικών Πανεπιστημίων και εξαγοράζονται από οργανωμένες μειοψηφίες, πρόκειται να χάσουν τις έδρες τους. Ας διδαχθούμε από τους παππούδες μας, τις οικογένειές μας και απ' όσους αποτελούν αληθινά παραδείγματα. Απέναντι σε κάθε Ρεπούση και Δραγώνα, ας παραβάλλουμε μια νέα Χαρά Νικοπούλου. Απέναντι σε κάθε Σόρος, ας αναδείξουμε ένα νέο Σταύρο Λάλα. Και, πάνω απ'όλα, ας σηκωθούμε από τους καναπέδες και τις οθόνες του υπολογιστή μας. Η ελπίδα δε θαρθει ουρανοκατέβατη και δε θα μας τη χαρίσει κανείς, ακόμα κι αν το υπόσχεται πειστικά. Την ελπίδα και το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού μας ως Έθνος πρέπει να τα κερδίσουμε. Δια πυρός και σιδήρου.
Κι επειδή η τέχνη συνήθως είναι πειστικότερη, αντί επιλόγου θα παραθέσω τις ρίμες δύο ανυπότακτων συνομηλίκων, του Αρτέμη και του Ευθύμη :
Ποιος έχει παλμό;
Ποιος έχει λόγο;
Ποιος δεν δέχεται να πάει με τον όχλο;
Ποιος έχει ψυχή να βγάλει φωνή;
Για ν' ακούσω!
Για να δω!

Πάμε, όσοι ζωντανοί!
Ποιος έχει σφυγμό;
Ποιος έχει πνεύμα;
Ποιος δεν δέχεται να πάει με το ρεύμα;
Ποιος μπορεί να ξαναβγάλει φωνή;
Για ν' ακούσω!
Για να δω!
Πάμε, όσοι ζωντανοί!
Ποιος μπορεί να ξαναβγάλει φωνή ;
Πάμε όσοι ζωντανοί, σαν τον Ιώνα Δραγούμη
* Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο νέο τεύχος του περιοδικού Patria, αρ.25

Αναδημοσίευση, βλ.: http://taxalia.blogspot.com/2011/01/blog-post_6641.html