Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνικότης - Ελληνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνικότης - Ελληνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Ο ελληνικός ανθελληνισμός (Μέρος 1) με τον αείμνηστο Δάσκαλο Ν.Σαρρή

Νεοκλής Σαρρής - Αναφορά σε άρθρο του Κωνσταντίνου Π. Ρωμανού, καθηγητή Φιλοσοφίας του Αιγαίου Πανεπιστημίου, με θέμα «Ο ελληνικός ανθελληνισμός».

http://www.youtube.com/watch?v=Y8kuEiW-Nsc&feature=related

Διαχρονικής αξίας λόγια.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Κοινωνικές επιστήμες, έθνος και εθνικισμός του Σπύρου Βρυώνη,

Έθνος και εθνικισμός

Ένα πολύ ενδιαφέρον και χρήσιμο κείμενο του κορυφαίου βυζαντινολόγου και ακαδημαϊκού Σπύρου Βρυώνη. Νομίζω ότι είναι μια περιεκτική απάντηση στις εθνομηδενιστικές θεωρίες με τις οποίες μας βομβαρδίζουν διάφοροι αχαρακτήριστοι (υπηρέτες του διεθνούς κεφαλαίου) και νομίζω πως πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά.

Η απόφαση της Ακαδημίας Αθηνών να οργανώσει τρεις διαφορετικές ημερίδες, σχετικές με τους αποφασιστικούς σταθμούς της προέλευσης των σύγχρονων Ελλήνων, είναι σημαντική για το νέο ελληνικό κράτος και για εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως σύγχρονοι Έλληνες, όπως και για εκείνους που δεν το κάνουν. Οι αποσυνθετικές παράμετροι των διεθνών διπλωματικών και στρατιωτικών συγκρούσεων έχουν δημιουργήσει ένα παγκόσμιο παράδοξο, στα πλαίσια του οποίου ορισμένοι προέβλεπαν την αποδυνάμωση ή τη σταδιακή εξαφάνιση του «έθνους» και του «εθνικισμού» μπροστά στον «διεθνισμό», ενώ άλλοι είχαν προβλέψει το αντίθετο: την εξασθένιση ή εξαφάνιση του «διεθνισμού» μπροστά σε μια αναβίωση του «έθνους» και του «εθνικισμού». Ωστόσο, η διατύπωση προφητικών προβλέψεων δεν περιλαμβάνεται στο έργο του ιστορικού.
Συχνά, οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. Το παράδειγμα του διάσημου Bοστονέζου ψυχιάτρου Δρ. Langer να προβεί σε ανάλυση της προσωπικότητας του Χίτλερ αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Η χρησιμοποίηση της στατιστικής από τους κοινωνιολόγους έχει οπωσδήποτε μια πρακτική αξία, σε ό,τι αφορά τις προφανείς ασθένειες της σύγχρονης κοινωνίας. Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι, εδώ, αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα. Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.
Μετά από αυτές τις λίγες γενικεύσεις που αφορούν τους κοινωνικούς επιστήμονες, πρέπει να στραφούμε προς τον ρόλο τους στη διαμόρφωση των θεωριών και των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός». Δεν είμαι ειδικός στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, υποχρεώθηκα να αντιμετωπίσω το έργο των κοινωνικών επιστημόνων σχετικά με το σημαντικό ζήτημα της φύσης και της προέλευσης του «έθνους» και του «εθνικισμού», ζήτημα που, τα τελευταία πενήντα χρόνια, έχει διαμορφώσει μια ολόκληρη βιομηχανία, με μεγάλη επιστημονική βιβλιογραφία. Παραπέρα, αποτελεί ένα θέμα το οποίο έχει υποστεί μια ταχεία και δυναμική εξέλιξη στα 65 χρόνια που πέρασαν από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Σε αυτή τη σύντομη παρουσίαση θα γίνει προσπάθεια να αναδειχθούν κάποια βασικά σημεία των τομών που σηματοδότησαν ραγδαίες αλλαγές –θεωρητικά και πρακτικά– στην ιστορία και την προέλευση των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός».
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι πολλά επιστημονικά συγγράμματα έχουν χρησιμοποιήσει μόνο ένα παλαιότερο μέρος από τα πορίσματα των κοινωνικών επιστημόνων, και συνεπώς, εφαρμόζουν τις μεθόδους, τις υποθέσεις, τα συμπεράσματα και τις προβλέψεις τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις μεταγενέστερες μελέτες, τις διορθώσεις και κάποτε τις ριζικές αναθεωρήσεις τους, τόσο στη θεωρία, όσο και στα δεδομένα που χρησιμοποιούν σχετικά με το ζήτημα αυτό. Διότι τα συγγράμματα των κοινωνικών επιστημόνων, σε ένα χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τον μισό αιώνα, έχουν υποστεί πολύ σημαντικές αλλαγές ως προς τις θεωρίες και την ιστορία της εξέλιξης της σημασίας του «έθνους» και του «εθνικισμού».
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες κατά κύριο λόγο οι οποίοι, όχι μόνο εξετάζουν το «πότε» και το «πώς» εμφανίστηκαν τα έθνη και ο εθνικισμός, αλλά είναι επίσης και αυτοί που έχουν διατυπώσει τόσο τις σχετικές θεωρίες, όσο και πολλές παραλλαγές αυτών των θεωριών. Τα έργα τους έχουν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στον διάλογο γι’ αυτά τα δύο «σύγχρονα» φαινόμενα, συνεχίζουν να τον εμπλουτίζουν και προσωπικά τα έχω βρει συναρπαστικά, έχοντας ωφεληθεί τα μέγιστα από αυτά.
Εντούτοις, τα έργα αυτά προβαίνουν σε μια εκτεταμένη χρήση ιστορικών δεδομένων, προκειμένου να καταλήξουν σε θεωρητικά συμπεράσματα και παρότι διαθέτουν μια εξειδικευμένη «πραγματολογική» γνώση μιας συγκεκριμένης περιοχής, κοινωνίας, ή εποχής, ταυτόχρονα δείχνουν μια έλλειψη εξειδικευμένης «πραγματολογικής» γνώσης των θεματικών που βρίσκονται εκτός της δικής τους περιοχής. Επιπλέον, προχωρούν στην κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοια έκταση ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων) και στηρίζονται σε ιστορικούς εξειδικευμένους σε περιοχές με τις οποίες οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν είναι εξοικειωμένοι.. Μπορούμε επί πλέον να διαπιστώσουμε την ισχυρή επίδραση των κοινωνικών επιστημόνων πάνω στην ιστορική επιστήμη, παράλληλα με την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, καθώς και την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. Αυτή η πολυχρησιμοποιημένη λέξη χρησιμοποιείται από όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες, αλλά η συγκεκριμένη χρήση της μπορεί να διαφέρει από τον ένα κοινωνικό επιστήμονα στον άλλο. Επιπλέον, πολλοί ιστορικοί ασχολούνται με το «που» και «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, αλλά δίνουν πολύ λίγη προσοχή στον σαφή προσδιορισμό της έννοιας του πολιτισμού.
Η ανάπτυξη της ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας των κοινωνικών επιστημών είναι τεράστια, με αποτέλεσμα να έχει επισκιάσει τις προσπάθειες να διατυπωθεί μια ιστορία της εξέλιξης των εννοιών του «έθνους» και της «εθνικότητας». Για τους σκοπούς αυτής της σύντομης παρουσίασης θα περιγράψουμε τα μεταπολεμικά έργα της περιόδου 1945-2003 (κατά Paul Lawrence) πολύ σύντομα και επιμένοντας μόνο στα σημαντικά σημεία.
Μπορούμε να διακρίνουμε δύο υποπεριόδους: Αυτή που αποκαλείται «απαρχές του κλασικού μοντερνισμού (1945-1969)» και την «άνοδο και πτώση του κλασικού μοντερνισμού (1970-2003)».
Πρόκειται για ένα μόνο μέρος του σκελετού που χρησιμοποιείται από τον Lawrence, αλλά αρκεί για την παρούσα ανάλυση. Επιπλέον, μέσα σε κάθε κίνηση ή θεωρητική στάση υπάρχουν παραλλαγές ως προς τους παράγοντες και/ ή τις λεπτομέρειες, οι περισσότερες των οποίων δεν μας αφορούν εδώ.
Ο πολιτικός επιστήμονας Ernest Gellner αναγνωρίζεται γενικά ως ο «αρχιερέας» του μοντερνισμού (όσον αφορά τη συζήτηση για την προέλευση του έθνους και του εθνικισμού), που επέφερε μια εντυπωσιακή αλλαγή στη θεωρία και τη σύλληψη του υπό συζήτηση θέματος. Ο Gellner τοποθετείται στην αφετηρία αυτού που έχει περιγραφεί ως «κλασικός μοντερνισμός» (στο περιορισμένο πεδίο του). Τα κείμενά του επέπρωτο να γίνουν ο άγριος άνεμος, που φύσηξε στη φωτιά των διαλόγων για το έθνος και τον εθνικισμό. Για δύο σχεδόν δεκαετίες (από τη δημοσίευση των κειμένων του, το 1964) η θεωρία του αποτέλεσε ένα ατράνταχτο δόγμα, μια ορθοδοξία, προτού υποστεί μια κάποια εύστοχη επίθεση.
Η θεωρία του δομήθηκε πάνω σε δύο σημαντικές προγενέστερες συμβολές. Η πρώτη ήταν τα γραπτά του ιστορικού Hans Cohn και του πολιτικού επιστήμονα Karl Deutsch, οι οποίοι είχαν προσφέρει στις έννοιες τόσο του έθνους όσο και του εθνικισμού μια διάσταση έντονης νεωτερικότητας. Δεύτερον, και σημαντικότερο, κατά την προηγούμενη δεκαετία, ορισμένοι κοινωνιολόγοι εργάστηκαν πάνω στις δικές τους κοινωνικές θεωρίες, τις οποίες ο Τalcott Parsons επεξέτεινε και εμβάθυνε ως προς τον τρόπο με τον οποίο παραδοσιακές (φεουδαρχικές / αγροτικές) κοινωνίες μετατράπηκαν σε σύγχρονες. Το αποτέλεσμα ήταν μια σύγχρονη προσέγγιση και θεωρητικοποίηση, η οποία απαιτούσε λειτουργική ανάλυση των αναγκών των κοινωνιών σε περιόδους μεγάλων αλλαγών και προκλήσεων.
Ο Gellner παρέμεινε προσηλωμένος στις κατευθυντήριες αρχές του σε όλη του τη σταδιοδρομία και σε όλα τα γραπτά του (υπάρχουν μόνο μικρές παρεκκλίσεις από την ολοκληρωτική απόρριψη κάθε τι του παραδοσιακού) και η επιμονή του εκφράζεται καλύτερα με τα δικά του λόγια:
"Μοντερνιστές, όπως εγώ, πιστεύουμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε γύρω στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, και δεν υπάρχει τίποτε το προγενέστερο το οποίο να επιφέρει την παραμικρή διαφοροποίηση στα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε"
Τα επιχειρήματά του συνήθως αρχίζουν με την απόφανση ότι ο εθνικισμός και το έθνος είναι αδιαμφισβήτητα και αποκλειστικά σύγχρονα φαινόμενα, καθώς και με την απερίφραστη απόρριψη κάθε επιβίωσης κάποιων ουσιαστικών για το ζήτημα παραδοσιακών στοιχείων. Ακόμη και η απλή σκέψη μιας τέτοιας επιβίωσης απορριπτόταν ως «σκέτη ανοησία». Περαιτέρω, ο ίδιος αναδιατυπώνει αυτή τη θέση, επιστρατεύοντας ένα είδος υλιστικού αιτιολογικού παράγοντα, σε αντίθεση με μια μη-υλιστική αιτιώδη συνάφεια που χρησιμοποιούν άλλοι μελετητές. Θεώρησε τον εθνικισμό ως «υποπροϊόν» της νεωτερικότητας, μιας νεωτερικότητας που είναι αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα.
Ένα ακόμα τέτοιο «υποπροϊόν» είναι και το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα που απαιτεί η εκβιομηχάνιση για να εξυπηρετήσει το νέο έθνος-κράτος. O Gellner διακηρύσσει ότι η συνύπαρξη πολιτισμών, ξένων μεταξύ τους, δηλαδή τα δύο επίπεδα της προ-μοντέρνας κοινωνίας, αρκούσαν για τις μεσαιωνικές παραδοσιακές πολιτικές οντότητες. Αλλά η βιομηχανική επανάσταση προκάλεσε τη διατάραξη και τη διάλυση αυτών των δύο διαφορετικών πολιτισμών, και οι κοινωνίες απαίτησαν μια αντίστοιχη εκπαιδευτική επανάσταση, καθώς η παραδοσιακή κοινωνία άρχισε να μετακινείται προς τις εκβιομηχανισμένες πόλεις.
Προκειμένου να ικανοποιηθούν οι οικονομικές ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας, δημιουργήθηκε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο επέφερε την υιοθέτηση της κρατικής κουλτούρας από την πρώην παραδοσιακή κοινωνία, καθώς αυτή συνέρεε στις πόλεις. Αυτή η νέα προσπάθεια για εξασφάλιση κοινωνικής ομοιογένειας επιβλήθηκε, συνεπώς, με την υιοθέτηση ενός ενιαίου πολιτισμού. (Πρέπει να διευκρινιστεί,, σε αυτό το σημείο, ότι οι συμμετέχοντες στον διάλογο αυτό είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν τον όρο πολιτισμός, με τρόπο που να ορίζει σχεδόν οτιδήποτε μπορούσε να προσδώσει συνοχή σε μία συγκεκριμένη θεωρία ή σε ένα συγκεκριμένο επιχείρημα. Η «σημασία» του, επομένως, προσδιορίζεται από τις κοινωνικές επιστήμες ή από οποιαδήποτε άλλη θεωρία. Μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε απαιτείται από οποιοδήποτε εγχείρημα.)
Ωστόσο, το έργο και η θεωρία του Gellner για το έθνος και τον εθνικισμό αποτέλεσε έναν σημαντικό σταθμό σε ένα διάλογο, ο οποίος συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Τόσο οι επικριτές όσο και η πληθώρα των οπαδών του έχουν επηρεαστεί από τη σκέψη και τη θεωρία του, ενώ ορισμένες σύγχρονες διαστάσεις των απόψεών του έχουν επιβιώσει, σε αντίθεση με άλλες.
Ο Lawrence θεωρεί τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 ως την περίοδο της ανόδου, όσο και της πτώσης του «κλασικού μοντερνισμού». Η εποχή άνοιξε με έναν έντονο, για να μην πω οξύτατο, διάλογο ως προς την προέλευση και την ουσία του έθνους και του εθνικισμού. Οι οπαδοί της θεωρίας του Gellner επιμένουν ιδιαίτερα στη νεωτερικότητά της και την κεφαλαιώδη σημασία της οικονομικής ανάπτυξης στη βιομηχανική επανάσταση και στην άλλη επανάσταση που ακολούθησε, δηλαδή το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα, και στην απομάκρυνση από τους προγενέστερους πολιτισμούς των προ-βιομηχανικών κοινωνιών. Εδώ τα κείμενα και οι θεωρίες του Eric Hobsbaum και του Benedict Anderson παίζουν έναν κομβικό ρόλο. Δεδομένης της συντομίας αυτής της ανακοίνωσης, δεν είναι δυνατό να μιλήσουμε για άλλους συγγραφείς, όπως οι Paul Brass και Michael Hechter. Είναι τα έργα του Hobsbaum και του Anderson, που συνέβαλαν στην απόλυτη επικράτηση της νεωτερίζουσας αντίληψης περί εθνών και στην προσωρινή κυριαρχία της στον διάλογο που διεξάγεται στο εσωτερικό των κοινωνικών επιστημών.
Σχεδόν ταυτόχρονα άρχισαν να εμφανίζονται στον ορίζοντα οι απαρχές της μεθοδολογικής κριτικής, τόσο σε βιβλιοκριτικές των μοντερνιστικών έργων, όσο και με την εμφάνιση σοβαρών ακαδημαϊκών εργασιών που αμφισβητούσαν ουσιώδεις παραμέτρους των νεωτεριστικών θεωριών.
Μεταξύ άλλων, οι Hobsbaum και Anderson συνέδεσαν τις θεωρητικές αναπτύξεις τους με εκείνες των μοντερνιστών (Gellner κ.α.), σχετικά με την εξέλιξη της πολιτικής και της βιομηχανικής κοινωνίας. Διαφοροποιήθηκαν, ωστόσο σε ένα σημείο, εγείροντας το ζήτημα της πληρέστερης κατανόησης ενός τρίτου παράγοντα που συμβάλλει στη δημιουργία του εθνικισμού, τον παράγοντα του πολιτισμού.
Αυτόν τον πολιτισμό ο Anderson τον ορίζει ως ένα «πολιτισμικό τεχνούργημα». Επομένως, «εφευρέθηκε», ή, ακόμη καλύτερα, υπήρξε προϊόν φαντασίας ή κατασκευής από τις ελίτ. Εισήλθε στη νέα σύνθεση ως «ιστορικές συγκυρίες». Ορίζοντάς το στοιχείο του «εθνικού αισθήματος» ή συναισθήματος ως κατασκευή, οι δύο αυτοί συγγραφείς επιχείρησαν με έμφαση να το εισαγάγουν στο σχήμα του Gellner. Πρόθεσή τους ήταν με αυτόν τον τρόπο να προσδώσουν στον εθνικισμό και στο έθνος μια πιο ζεστή, πολιτισμική, διάσταση, η οποία ουσιαστικά έλειπε από τις προηγούμενες θεωρίες των μοντερνιστών.
Αυτός ο τρίτος παράγοντας ήταν αναγκαίος, καθώς συνυπολόγιζε τις σοβαρές θυσίες που απαιτούσε η ανάδυση της νέας μοντέρνας κοινωνίας. Ταυτόχρονα, αυτός ο τρίτος παράγοντας του «συναισθήματος» συνοδεύεται, στα κείμενα των δύο συγγραφέων, από τις λέξεις «προγενέστερος», «βαθύς», «παραδοσιακός», πολιτισμός, υπονομεύοντας έτσι την αυστηρότητα της θεωρίας τους. Διότι αυτό το στοιχείο αποτέλεσε στη συνέχεια το έναυσμα για μια επίθεση εναντίον της συνολικής θεωρίας, που περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που εφευρέθηκαν ή δημιουργήθηκαν από τον μοντερνισμό. Παρ’ ότι ο όρος «φαντασιακός», χρησιμοποιείται για να καταδείξει πόσο άχρηστη είναι η παράδοση, δηλαδή οι προ-νεωτερικές θεωρίες του έθνους και του εθνικισμού, στην πραγματικότητα, και ο Hobsbaum και ο Anderson είχαν μόνο τα δύο από τα τρία «πόδια» τους στο στρατόπεδο των μοντερνιστών. Ενώ το τρίτο μέλος τους πατούσε στην πολύ διαφορετική και ανταγωνιστική θεωρία των εθνοσυμβολιστών. Έτσι, ο πρώτος έχει μιλήσει για την ανάγκη εμβάθυνσης στις προγενέστερες κοινωνίες, ως έναν από τους παράγοντες της διαδικασίας, ενώ και οι δύο παραβίασαν τη μοντερνιστική καθαρότητα του Gellner. Στην πραγματικότητα, η τρίτη συνιστώσα, το εθνικό ή εθνοτικό συναίσθημα ως φαντασιακό δημιούργημα, δύσκολα μπορούσε να θεωρηθεί μια επιστημονική βάση για την ερμηνεία ενός «νόμου» των κοινωνικών επιστημών. Η χρήση των όρων «φαντασιακός» και «προϊόν φαντασίας» δεν αφήνει πολλά περιθώρια ελιγμών σε ένα διάλογο. Δεν είναι αδόκιμο να αναφέρουμε κι’ εδώ το ερώτημα ενός επικριτή: «Πώς ξεχωρίζεις το “γνήσιο” από το “ψευδές” παρελθόν;» Το να επιμείνει κανείς στα μυθικά «δεδομένα» είναι τουλάχιστον ύποπτο. Αυτό εξ άλλου εγείρει το ζήτημα των σχέσεων μύθου και ψεύδους.
Πριν περάσουμε στην επόμενη φάση της συζήτησης, δηλαδή την αποτελεσματική κριτική και ανάλυση της μοντερνιστικής αντίληψης, αξίζει να εξάρουμε, εν συντομία, ορισμένες αρετές του βιβλίου του Anderson. Η αντικειμενικότητά του είναι αδιαμφισβήτητη, η ευγένειά του απέναντι στους επικριτές του χρησιμοποιείται δημιουργικά, γι’ αυτό και πρόσθεσε δύο κεφάλαια στη δεύτερη έκδοση και τους ευχαριστεί για τις κριτικές υποδείξεις τους. Επί πλέον, εισάγει μια παράμετρο που σπανίως συναντάται στον σχετικό διάλογο, τις απόψεις των εθνών και εθνικισμών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Προσωπικά, βρήκα ότι το βιβλίο του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως λόγω του ότι εκφράζει τους κλασικούς μοντερνιστές στις παραμονές της ριζικής ανατροπής που ακολούθησε.
Φθάνουμε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία που επιχείρησε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner. Αν και ο πρώην μαθητής δεχόταν αρχικά τις θεωρίες του δασκάλου του, μετά από μια ενδελεχέστερη επανεξέταση της μοντερνιστικής ερμηνείας, συνειδητοποίησε ότι η έννοια του πολιτισμού δεν αντιμετωπιζόταν ικανοποιητικά στη μοντερνιστική θεωρία. Αν και δεχόταν την ανάλυση των μοντερνιστών ως προς τη νεωτερική υφή του έθνους και του εθνικισμού, βρήκε την ανάλυση του πολιτισμού και του ρόλου του στην εφεύρεση του «πολιτισμού» ρηχή και ανεπαρκή για μία συνολική θεωρητική περιγραφή του έθνους και του εθνικισμού. Η μεταγενέστερη σταδιοδρομία του Smith υπήρξε εξαιρετικά παραγωγική και η διατύπωση της θεωρίας του πειστική, σε μια επιτυχημένη προσπάθεια να προσδώσει ιστορικότητα και στις δύο αυτές έννοιες, καθώς τους προσέδωσε ισχυρές και αδιαμφισβήτητες ρίζες στην παλαιότητα αυτής της διάστασης του έθνους και του εθνικισμού. Κατά την άποψή του, ο τρίτος παράγων στη δημιουργία του έθνους και του εθνικισμού ήταν το ιστορικό προνεωτερικό παρελθόν.
Στο εξής, ο διάλογος για την προέλευση και τη φύση και του έθνους και του εθνικισμού έλαβε χώρα με τρόπο δημόσιο και ηχηρό, και μάλιστα σε έντυπη μορφή μεταξύ δασκάλου και μαθητή. Η άποψη του Smith είναι ότι το «έθνος» προέρχεται από τα «έθνη», δηλαδή από τη συλλογική μορφή της κοινότητας στις προ-νεωτερικές κοινωνίες, στις οποίες οι παραδόσεις ήσαν ακόμα ισχυρές, και διατηρείτο η συνοχή τους ως μιας συνειδητής κοινωνικής οντότητας, η οποία κατά την διαδικασία του εκσυγχρονισμού της προσέδωσε στο έθνος και τον εθνικισμό μεγάλο μέρος του πολιτισμού και ειδικότερα του «συναισθήματος» και των «αισθημάτων» της αρχαιότητας. Οι οπαδοί της νέας ερμηνείας χαρακτηρίσθηκαν ως «εθνοσυμβολιστές». Οι εθνοσυμβολιστές, μεταξύ άλλων, προσέφεραν στη θεωρία του έθνους και του εθνικισμού μια νέα εξαιρετικά παραγωγική αντίληψη, η οποία συνέδεσε τη νεωτερικότητα με μια αναμφισβήτητα βαθιά και πλούσια ποικιλία από συναισθήματα και ιστορικά δεδομένα, ενώ η αποδοχή των απόψεών τους συνέβαλε στο να αναδειχθεί αυτή η έννοια του πολιτισμού, και να αντικατασταθεί η πιο στρουκτουραλιστική και αδιάφορη θεωρία περί πολιτισμού που είχαν αναπτύξει οι κλασικοί μοντερνιστές.
Τα κείμενα του Smith απέδωσαν καρπούς και ο δάσκαλός του βρέθηκε να παλεύει για μια χαμένη μάχη. Βέβαια, ο Gellner δήλωσε ότι ποτέ δεν αποδέχθηκε το έργο του μαθητή του και παρέμεινε σθεναρά προσηλωμένος στις απόψεις του μέχρι τέλους. Αλλά έτσι αγνόησε το γεγονός ότι ο ίδιος είχε δηλώσει πως η θεωρία του για τον πολιτισμό έχει προκύψει από το παρελθόν. Πάντως, παραδέχτηκε ότι η νέα αυθεντία ήταν πλέον ο Smith.
Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο δεκτικός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, παραδέχτηκε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό. Συχνά η αρετή αναδεικνύεται στις στιγμές της ήττας. Μόλις συνειδητοποίησε ότι η θεωρία του Smith είχε αντικαταστήσει τη δική του θεωρία, έγραψε στην εισαγωγή της νέας έκδοσης του δικού του κλασικού έργου, lmagined Communities [στα ελληνικά το έργο έχει μεταφραστεί με τον τίτλο Φαντασιακές κοινότητες], ότι συνειδητοποίησε πως το εν λόγω βιβλίο του είχε σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι και ολοκληρωτικά, ξεπεραστεί. Αξίζει να παρατεθεί αυτούσια η αποτύπωση αυτής της συνειδητοποίησης, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα μια αφορμή για αναστοχασμό από όλους τους θεωρητικούς, οι οποίοι διατυπώνουν άκαμπτες θεωρίες στις κοινωνικές επιστήμες:
Δεν είναι μόνον το πρόσωπο του κόσμου που έχει μεταβληθεί κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Και η μελέτη του εθνικισμού έχει μεταμορφωθεί εκπληκτικά – σε μέθοδο, κλίμακα, εκλέπτυνση, ακόμα και ποσοτικά… Η προσαρμογή των Φαντασιακών Κοινοτήτων στις απαιτήσεις αυτών των τεράστιων αλλαγών που έχουν συμβεί στον κόσμο και στα κείμενα είναι ένα έργο που υπερβαίνει τις σημερινές δυνατότητές μου. Έκρινα καλύτερο, ως εκ τούτου, να το αφήσω σε μεγάλο βαθμό ως έχει, ως ένα μη «αναστηλωμένο» κομμάτι εποχής, με το δικό του χαρακτηριστικό στυλ, σιλουέτα, και διάθεση.
Ωστόσο, παρηγορείται από το γεγονός ότι:
Η ιδιότυπη μέθοδος και οι προβληματισμοί των Φαντασιακών Κοινοτήτων μου φαίνεται ότι εξακολουθούν να βρίσκονται στις παρυφές των νεότερων μελετών για τον εθνικισμό – και υπό την έννοια αυτή, τουλάχιστον, δεν έχουν ολοκληρωτικά ξεπεραστεί.
Τα συναισθήματά του, που διατυπώνονται με τόση σαφήνεια, είναι ένας καθρέφτης των αρετών του ως μελετητή και ως ανθρώπου. Πιστεύει στον διάλογο ως επιστημονική μέθοδο, και υπήρξε αρκετά ευφυής ώστε να συνειδητοποιήσει ότι όλες οι θεωρίες που υπόκεινται σε διάλογο είναι αμφισβητήσιμες. Αναγνωρίζει ότι το έργο του είναι και παραμένει κλασικό, έστω και αν είναι πλέον περιθωριοποιημένο. Ωστόσο, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ακαδημαϊκού διαλόγου.
Τέλος, λίγα –ελάχιστα– σχετικά με τους μεταμοντέρνους. Η συμβολή τους, αν μπορεί κανείς να την ονομάσει έτσι, είναι ότι θέτουν ένα τέλος στο διάλογο, δεδομένου ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι προτείνουν θεωρίες για πράγματα, τα οποία είναι αδύνατο να γνωρίσουμε! Ο Derrida θα έθετε τέλος σε ένα τέτοιο διάλογο με τη θεωρία του για την «αποκλειστικότητα» του κειμένου. Δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτό το απόφθεγμα αποκλείει και τον ίδιο τον εαυτό του. Γνωρίζει, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτή τη διατύπωση, και ο ίδιος αποκλείει τον εαυτό του από όλα τα κείμενα, είτε προ-μοντέρνα είτε σύγχρονα, και αποκλείει και την ίδια τη μη-θεωρία του. Θεωρητικά, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει μια τέτοια θεωρία, αλλά οι κοινωνικοί επιστήμονες θα την απέρριπταν. Οι δε οπαδοί της θεωρίας της αποδόμησης, προτιμούν να επιτίθενται κατά των συγγραφέων και όχι κατά των ίδιων των κειμένων. Ωστόσο, άλλοι μελετητές θεωρούν τον διανοητικό διάλογο θετική προσέγγιση και μπορούν, ατελώς, να συγκρίνουν το διάλογο με την αναζήτηση για την Ιθάκη στο περίφημο ποίημα του Καβάφη.
Σπύρος Βρυώνης
* Το κείμενο αυτό εκφωνήθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» που διοργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010 και αναγνώστηκε σε ελληνική απόδοση από τον πρόεδρο της Ακαδημίας Κ. Σβολόπουλο. Ο Γ. Καραμπελιάς το επιμελήθηκε σε αντιπαραβολή με το αγγλικό πρωτότυπο.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Ελληνισμός και λαοί της Nοτιοανατολικής Ευρώπης


Έχει γραφτεί από ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ
Παρασκευή, 04 Μάρτιος 2011του Θόδωρου Μπινιχάκη 
O εξαίρετος δημοσιογράφος Δημήτριος Λεων. Στεργίου θα έγραφε ξανά: «Ένα νέο ηχηρό ράπισμα καταφέρνει» («Oικονομικός Ταχυδρόμος», 6.1. 1994,76) με το προαναγραφόμενο τετράτομο (τ. Α’ σσ. 670, Β’ σσ.696, Γ’ σσ. 705, Δ’ σσ. 805) σύγγραμμά του ο Αχιλλεύς Γ. Λαζάρου, ειδικευμένος ρουμανιστής - βαλκανολόγος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. Charge de cours a la Sorbonne (Paris IV), ομότιμος Πρόεδρος της Επιτροπής Ενημερώσεως επί των Εθνικών Θεμάτων, ιδρυθείσας από τον πρώτο μεταπολιτευτικά πρόερο της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινόπουλο, ακαδημαϊκό. Το έναυσμα εκδόσεως προήλθε από το επίσης τετράτομο του «Κέντρου για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη» (CDRSEE), το οποίο διανεμήθηκε ως εναλλακτικό εκπαιδευτικό υλικό για τη διδασκαλία της Νεότερης Ιστορίας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αυτό, ενδεχομένως, θα περνούσε παντελώς απαρατήρητο, αν δεν είχε ξεσπάσει η κατακραυγή για το βιβλίο Ιστορίας ΣΤ’ Δημοτικού της Μ. Ρεπούση και αργότερα εκείνο της Θ. Δραγώνα. Πάντως και χωρίς τον πρωτοφανή σάλο δεν θα εξασφάλιζε συμφιλίωση. Διότι προβάλλει πολύ λειψή εικόνα τής προς σπουδή περιοχής. Συνεπώς, οι χρήστες του νέοι της Νοτιοανατολικής Ευρώπης θα αγνοούν όσα συνέβησαν στις πατρίδες τους κατά τους προϊστορικούς χρόνους, την ελληνική αρχαιότητα, την ελληνιστική περίοδο, τη ρωμαιοκρατία, τους μέσους χρόνους και ουκ ολίγα, ίσως δε και τα σπουδαιότερα, της Νεότερης Ιστορίας, τα οποία απουσιάζουν ή φευ παραποιούνται στη «διδακτέα» ύλη του Κέντρου. Και όλα αυτά, όταν επιστήμονες των χωρών τους έχουν δημοσιεύσει πολλαπλώς ενδιαφέροντα και ομολογουμένως ενδεδειγμένα για την αλληλογνωριμία και αλληλοκατανόηση με τους γειτονικούς και απόμακρους συνανθρώπους. Ενδεικτικά υπενθυμίζεται δημοσίευμα της T. Blawaskaya, με τον εντυπωσιακό τίτλο: «Η κρητική εποποιία κατά τους 17ο - 15ο αιώνες π.Χ.». Εξίσου εντυπωσιάζει ο Σέρβος ακαδημαϊκός M. Vasic, με το δίτομο έργο του: «Η προϊστορική Vinca», παραδουνάβιο πόλισμα, όπου επί αιώνες Κύπριοι επεξεργάζονται πλούσια κοιτάσματα μετάλλων, αβαλίτη, γαληνίτη, κιννάβαρι..., επικοινωνώντας με τα μεγαλύτερα κέντρα της Κεντρικής Ευρώπης, καθώς και με τα παράκτια της Μαύρης Θάλασσας, τα νησιά του αρχιπελάγους του Αιγαίου και σύνολη την ανατολική Μεσόγειο. Εξ άλλου, ο Ρουμάνος ακαδημαϊκός E. Condurachi, προς τιμήν του ομολόγου του Κροάτη G. Novak, συμμετέχει σε διεθνές συνέδριο στο Ζάγκρεμπ, όπου αναπτύσσει το θέμα: «Η Δωδώνη και οι σχέσεις της με τον βαλκανικό κόσμο», αποδίδοντας την ίδρυση και λειτουργία του Μαντείου στο Δευκαλίωνα, πατέρα του Έλληνος, μάλιστα με χρήση της ελληνικής γλώσσας! O ίδιος, σε άλλη ανακοίνωση, με θέμα: «O Δούναβης, λίκνο του πολιτισμού της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης», παρουσιάζει τους Έλληνες να αξιοποιούν το Δούναβη ως υδάτινη οδική αρτηρία ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή και να διεισδύουν στην ενδοχώρα, χρησιμοποιώντας τους παραποτάμους του. Τρίτη δε ανακοίνωσή του επιγράφει: «Oι λαοί της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και ο ρόλος τους στην Iστορία (αρχαία)». Για τους ιστορικούς πάλι χρόνους, ο επίσης Ρουμάνος ακαδημαϊκός V. Parvan μας πληροφορεί με το επίτομο μελέτημά του: «Ελληνική και ελληνιστική διείσδυση στην κοιλάδα του Δουνάβεως» στο οποίο αποτολμά και το χαρακτηρισμό τόσο του Δουνάβε- ως, όσο και του Δνειστέρου ως ποταμών «ελληνικών»! Τον δε κάτω του Δουνάβεως χώρο, σήμερα αποκαλούμενο συνήθως βαλκανικό, απεικονίζουν διεπιστημονικά διακεκριμένοι επιστήμονες Βούλγαροι, Chr. Danov, G. Mihailov, B. Gerov, συνάμα αδιάκοπα Ρουμάνοι, N. Banescu, D. Pippidi, R. Vulpe... O τελευταίος διακηρύσσει κιόλας, ότι τα περισσότερα από τα εδάφη δέχθηκαν την ισχυρή επίδραση των Ελλήνων, προτού περιληφθούν στη Pωμαϊκή Aυτοκρατορία. Ειδικά στο δυτικό τμήμα της Χερσονήσου του Αίμου δεν γίνεται λόγος μόνο για ελληνική επίδραση. O χώρος ονομάζεται ...Ελλάς! Κατά τον 7ο αι. μ.Χ. και συγκεκριμένα από πολυεπιστημονική προσωπικότητα της Δυτικής Εκκλησίας, τον επίσκοπο Σεβίλλης μετέπειτα δε αρχιεπίσκοπο Ισπανίας, Ισίδωρο, ο οποίος ως πρώτη περιφέρεια της Ελλάδος θεωρεί τη Δαλματία. Η ίδια σχεδόν αντίληψη διακατέχει και τους Δημητριείς Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγόριο Κωνσταντά στη «Γεωγραφία Νεωτερική», όπου η Αρβανιτία συγκαταλέγεται ως δεύτερη ελληνική περιφέρεια. Διεγείρει δε μοναδική αίσθηση και η ομολογία του πλέον ακραιφνούς Αλβανού ηγέτη, του Basri-bey, κατά την οποία αναγνωρίζεται ο ελληνικός χαρακτήρας της νότιας Αλβανίας, ήτοι της Βορείου Ηπείρου, όπου το υπεραιωνόβιο πολιτισμικό έργο των σχολών της κυριαρχεί ηθικά και εθνικά. Στις θέσεις του Ισιδώρου επανέρχεται ο σύγχρονός μας καθηγητής του Πανεπιστημίου της Πάδοβας Lorenzo Braccesi, με το σύγγραμμά του: «Grecita adriatica»! O προηγούμενος άλλωστε αιώνας, 6ος μ.Χ., επί Ιουστινιανού, μας κληροδοτεί ενδιαφέρουσα δημογραφική και γλωσσική μαρτυρία, χάρη στον διοικητή των Βαλκανίων, τα οποία τότε ονομάζονται Ευρώπη. Είναι ο Ιωάννης Λυδός, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος σε συγγραφή του μας ενημερώνει για τους κατοίκους της Ευρώπης, για τη δημογραφική υπεροχή των Ελλήνων και τη γλωσσική κατάσταση, ακριβέστερα δε για τη χρήση της λατινικής γλώσσας από Έλληνες, δηλαδή γένεση Βλάχων, που αυτοαποκαλούνται Αρμάνοι [Α(προθετικό) + R (O)MANI] και συνακόλουθα η χώρα τους είναι γνωστή ως Αρμανία. Έτσι εξηγείται ότι ο F.E. Peters δέχεται «ελληνικό Ελληνισμό» και «λατινικό Ελληνισμό»! Oι Έλληνες υπάρχουν και κατά τους πλέον σκοτεινούς αιώνες. Εύγλωττο είναι το γεγονός των δραστηριοτήτων του Αιθίκου, ιστορικού, φιλοσόφου, κοσμογράφου και εφευρέτη αλφαβήτου. Όμως σωστική προσφορά οφείλεται στον Χίο μοναχό Κορέση, ο οποίος έχει διατρέξει την παρακαρπάθια χώρα, όπου, μόλις διαπίστωσε ότι οι κάτοικοι ομιλούν παρεφθαρμένη δημώδη λατινική, επιδίδεται στη μελέτη της και την καθιστά γραπτή, εκδίδοντας θρησκευτικά κείμενα. O Πηλιορείτης Δανιήλ Φιλιππίδης δεν γίνεται μόνο ο ιστορικός της ίδιας χώρας, αλλά και ανάδοχος, δίνοντας το σημερινό εθνώνυμο Romania, που ήταν άγνωστο στη Δακία κατά τη διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας, δοθέντος ότι πρωτοεμφανίζεται μετά την εγκατάλειψή της από τους Ρωμαίους. Επί αιώνες δε οι κάτοικοί της φέρουν περιφερειακά-τοπικά ονόματα, που μας τα υπενθυμίζει και στην ελληνική γλώσσα ο ακαδημαϊκός V. Candea. Ωστόσο, έτερος Φιλιππίδης, ο Αλέξανδρος, αναδεικνύεται θεμελιωτής της Γλωσσολογικής Σχολής του Ιασίου. Στην ίδια πόλη, πρωτεύουσα τότε της Μολδαβίας, εισρέει ο Διαφωτισμός μέσω Ελλήνων μεγάλων διδασκάλων, όπως του Μετσοβίτη Νικολάου Τζαρτζούλη, ο οποίος διεκήρυσσε ότι οι Βλάχοι Ελλάδος κατάγονται από τους αρχαίους Έλληνες, Νικολάου Βερκώση, Ιώσηπου Μασιόδακα κ.ά. Oι Βούλγαροι επί δύο και πλέον αιώνες ομιλούν ελληνικά, όπως κατέδειξε μελέτη του ακαδημαϊκού Δ. Α. Ζακυθηνού και όπως καταφαίνεται από το τεράστιο ελληνικό επιγραφικό υλικό, του οποίου κυκλοφορούνται πλέον και τέσσερες τόμοι. O δε Al. Balabanoff παραδέχεται όσα η Βουλγαρία «χρωστάει σε αυτήν τη γειτονιά. Ακόμα και την πνοή της ελευθερίας»! Επιπλέον, οι Βούλγαροι ευεργετούνται και κατά την Tουρκοκρατία με λειτουργία δεκάδων ελληνικών σχολείων σε διάφορες πόλεις και με ίδρυση βιβλιοθηκών, όπως σημειώνει η Nadja Danova. Για τη Σερβία εκπληκτική μαρτυρία συνιστά το ίδιο το τοπωνύμιο της πρωτεύουσάς της. Ενώ έως τον 7ο αιώνα φέρει το λατινικό όνομα. Singidonum, Σιγγηδών-όνα, μετονομάζεται σε Alba Graeca = Ελληνική Λευκούπολη, σημαίνοντας ό,τι ακριβώς και το σύγχρονό μας σλαβικό τοπωνύμιο Βελιγράδι. Oπωσδήποτε η κάθοδος και η διαμονή ποικιλωνύμων λαών στην Ιουστινιανή Ευρώπη μετατρέπει τόσο ελληνοφώνους, όσο και λατινοφώνους πληθυσμούς σε Σαρδανοφώνους-αρβανιτοφώνους, σλαβοφώνους, τουρκοφώνους. Η τελευταία περίπτωση, όταν συνοδεύεται από εξισλαμισμό, είναι η οδυνηρότερη. Διότι «ο Ρωμιός, όταν τουρκέψει, γίνετ’ εφτά φορές Τούρκος»! Προσφυέστατα οι ειδικοί τουρκολόγοι, π.χ. E. Pittard, N. Beldiceanu, Slot, χρησιμοποιούν εντός εισαγωγικών το εθνωνύμιο «Τούρκος». Εν τούτοις, σύγχρονοί μας Συνέλληνες δεν ξεκολλούν από τον Fallmerayer, μολονότι ολότελα τον απομυθοποίησε ο Th. von Urorinac-Kohary, καθηγητής και πρόεδρος της βαυαρικής Επιτροπής Σπουδών Ν.Α. Ευρώπης. Επιπρόσθετα, προσποιούνται άγνοια όσων σχετικών με τους Σλάβους στην Ελλάδα διδάσκουν οι Al. Randa, E. Petrovici... Ανεπιστημονικά είναι όσα το ΚΕΜO και το ΕΛΙΑΜΕΠ διαδίδουν με δαπάνες του σχεδόν χρεωκοπημένου Ελληνικού Δημοσίου! Εγκληματική είναι η έκδοση ενός συγγραφικού συμπιλήματος, με τίτλο εύγλωττότατο το ξεκλήρισμα του Ελληνισμού, από το υπουργείο «Πολιτισμού»! 

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Ένα επίκαιρο κείμενο: Ελληνική Αυτογνωσία και Εθνική Ανόρθωσις

1.- Ἡ Πατρίδα μας διέρχεται περίοδο πρωτόγνωρης παρακμῆς. Διότι αὐτὴ χαρακτηρίζει, γιὰ πρώτη φορὰ στὴν μεταπολεμικὴ τοὐλάχιστον Ἱστορία μας, κάθε ἰκμάδα τῆς ἐθνικῆς μας ζωῆς, τόσο τῆς ἐθνικῆς μας κοινότητος στὰ συλλογικά της ἐνεργήματα, ἐπὶ θεμάτων ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν, ὅσο καὶ τῶν Ἑλλήνων κατ’ ἰδίαν, ὡς ἀτόμων - ἐννοῶ τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, ὄχι καὶ τῶν ἀποδήμων, οἱ ὁποῖοι ἀντιθέτως σκέπτονται καὶ ἐνεργοῦν μὲ ζηλευτὴ πάντοτε προσήλωσι πρὸς τὰ πάτρια καὶ τὶς ἀκατάλυτες, ἀνὰ τὶς χιλιετίες, ἑλληνικὲς ἀξίες.
Φυσικὰ ἡ σοβοῦσα παρακμὴ δὲν ἀνέκυψεν αἰφνιδίως, δὲν εἶναι ἡ ἐπαύριον μιᾶς αἰθρίας ἡμέ­ρας. Ἀνέκυψε ὡς τὸ ἀναπόφευκτο ἀποτέλεσμα ὀλεθρίας συλλογικῆς πρακτικῆς δεκαετιῶν. Τὴν ὁποία μὲ περίσσεια ἀφροσύνης βαθμηδὸν ἀκολουθήσαμε, συντονίζοντες τὸ βῆμα μας πρὸς συνθηματολογία σαγηνεύουσα, ἀλλὰ εὐθέως μηδενιστικὴ καὶ καταστροφική. Ἀληθινὴ πορεία ὀλέθρου, πρὸς ἀνάσχεσι τῆς ὁποίας συνετὲς ­φωνὲς ὀρθοφροσύνης δὲν ἔλλειψαν, ἀλλὰ αὐτὲς δὲν εἰσηκούοντο ἀπὸ τοὺς ποικιλωνύ­μους ταγούς μας, κυρίως τοὺς ἑκάστοτε ἔχοντες τὸ πηδάλιον τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, ἑπομένως καὶ τὸ πρόσταγμα γιὰ τὴν πορεία τοῦ τόπου.

Τοὐναντίον μάλιστα, ἡ ὅποια προσπάθεια ἀνασχέσεως στὸν κατήφορο τῆς συμφορᾶς πολλαχόθεν παρημποδίζετο καὶ θετικῶς, ἐκτὸς λοιδοριῶν καὶ καταιγισμοῦ ὕβρεων σὲ βάρος τῶν ἀνθισταμένων ἀπὸ κατευθυνόμενα μέσα (Τύπο καὶ ραδιοτηλεοπτικά) μαζικῆς ἐξα­χρειώσεως, καὶ μὲ τὴν δραστικὴ χρῆσι καὶ κατάχρησι ψευδεπιγράφως «προοδευτικοῦ», πεπαλαιωμένου μὲν ἰδεολογικοῦ ὁπλοστασίου, πλὴν εὐηκόου καὶ λαοπλάνου. Καὶ δράστες τῶν ὀρθουμένων αὐτῶν ἐμποδίων πληθωρικῶς ἀνεφαίνοντο. Ὄχι μόνον μεταξὺ ξένων ἐπιβούλων, παγίως ὑπηρετούντων ἄλλωστε ἰδικά των συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου, στὶς τάξεις, ποὺ σὲ ὅλες τὶς κοινωνίες, παντοῦ καὶ πάντοτε, ὑπάρχουν, ἀρνησιπάτριδων, καιροσκόπων, ἀφελῶν, ἢ καὶ ἐγχωρίων μειοδοτῶν, μισθοφόρων ἢ ὄχι, ἀδιάφορον.

2.- Ἔτσι σήμερα, περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλη περίοδο τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου, ἐπιβάλλεται πλέον, ὡς μόνη ἀτραπὸς διεξόδου ἀπὸ τὴν ἐφιαλτικὴ κρίσι, ἡ ἀνασύνταξις τῆς ἐθνικῆς μας κοινότητος. Ἂς μὴν αὐταπατώμεθα ὅμως. Τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα δὲν εἶναι μόνον οἰκονομικόν! Τὰ πεδία τῆς παρακμῆς εἶναι πολυπληθῆ.

Ἀπαντῶνται σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ἐθνι­κῆς μας ζωῆς. Φαίνεται βεβαίως τώρα μεταξὺ αὐτῶν προέχον τὸ οἰκονομικόν, τὸ ὁποῖον στὶς ἡμέρες μας, μὲ γεῦσι ἤδη τῶν ληφθέντων πρὸς ἀντιμετώπισί του ὀδυνηρῶν μέτρων, ἑλκύει τὴν ἄμεση προσοχὴ καὶ προκαλεί τὸν προβληματισμὸν ὅλων, χωρὶς ἐξαίρεσι.

Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ τὸν πυρῆνα τοῦ κακοῦ, ἀφοῦ δὲν ἐξέθρεψε αὐτοδυνάμως, οὔτε συνιστᾷ τὸ κινοῦν αἴτιο τῆς σὲ ὅλα τὰ πεδία, καθολικῆς ἐθνικῆς μας παρακμῆς.
Ἂς ἀναβλέψουμε. Τὸ ἑλληνικὸν πρόβλημα εἶναι πρωτίστως θέμα ἰδεολογικόν. Διότι μόνον ἐκ τῶν ἰδεῶν-δυνάμεων (κατὰ Fouillee, «Esquisse psychologique des idees – forces» καὶ «L’ evolutionnisme des idees – forces») ἀπορρέει ἡ ἔφεσις πρὸς ἐνέργειαν ἐπὶ παντὸς ἀνθρωπίνου πεδίου, ἑπομένως καὶ ἡ δυνατότης ἐπανορθώσεως καὶ θεραπείας τῶν κακῶς κειμένων. Καὶ ὡς πρώτη πτυχὴ τοῦ ἰδεολογικοῦ μας προβλήματος ἀνα­φαίνεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐθνικῆς μας αὐτο­γνωσίας.

Ἀφοῦ μόνον μὲ ἐπίγνωσι τοῦ τὶ εἴμαστε, ἠμποροῦμε νὰ προδιαγράψουμε καὶ τὶς δυνατότητές μας πρὸς λύσι καὶ νὰ ἐπιδο­θοῦμε στὴν συνέχεια, ἐν ὄψει ἀκριβῶς τῆς ἐκτάσεώς των, στὸν ἀγῶνα ἐπιλύσεως κατ’ ἰδίαν προβλημάτων μας.

Μὲ καίρια καὶ ἀμέσως ἐπείγοντα πρωτίστως τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν τομέα τῆς παιδείας καὶ συνακολούθως τῆς τόσον κακοποιουμέ­νης γλώσσης μας. Ἄλλωστε ὅλοι ἐπισημαίνουν τὸ πόσον χωλαίνει ἡ παρεχομένη παιδεία στὴν χώρα μας καὶ κραυγαλέως ὠρύονται γιὰ τὸ σημερινό της κατάντημα. Παραθεωροῦν ὅμως οἱ μεμψιμοιροῦντες, μὲ λίγες μόνον ἐξαιρέσεις, ὅτι ἀνόρθωσις τῆς παιδείας δὲν νοεῖται χωρὶς, ὡς ἐναρκτήρια κίνησι, τὴν ἀποκατάστασι τοῦ γλωσσικοῦ ὀργάνου, τῆς ἑλληνικῆς μας γλώσσης.

Διότι σκέψεις καὶ ἰδέες, προγράμματα καὶ σχεδιασμοὶ ἀνθρωπίνης ἐνεργείας δὲν γεννιοῦνται παρὰ μόνον διὰ τοῦ γλωσσικοῦ ὀργάνου, ὑπάρχει μιὰ μυστικὴ ἀντιστοιχία, μιὰ ἀκατάλυτη ταύτισις ἐκείνων μὲ αὐτό. Ὁ λόγος, οἱ χρησιμοποιούμενες λέξεις δὲν ἐξωτερικεύουν ἁπλῶς τὰ ἀνθρώπινα διανοήματα, ἀλλὰ καὶ τὰ γεννοῦν. Καὶ ὅπως παντοῦ, ἡ οὐσία τοῦ διανοήματος κεῖται ἀκριβῶς στὴν γλωσσική του ἐξωτερίκευσι. Τὸ νὰ χωλαίνει λοιπὸν τόσον θρηνητικῶς ἡ χρῆσις στὴν σύγχρονή μας κοινωνία τῆς ἑλληνικῆς μας γλώσσης, αὐτὸ φανερώνει ὅτι καὶ οἱ διατυπούμενες ἰδέες, τὰ ἐξαγγελλόμενα προ­γράμματα, οἱ κάθε εἴδους προβαλλόμενοι σχεδιασμοὶ εὑρίσκονται στὴν ἴδια στάθμη εὐτελοῦς ποιότητος μὲ τὴν χρησιμοποιουμένη πρὸς ἔκφρασί τους γλῶσσα. Ἔτσι ἐξηγεῖται, ἀπὸ τὴν χαρακτηριστικὴ γλωσσική μας φτώχεια, καὶ ἡ ἀδυναμία συγκλίσεως καὶ συμφωνίας τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου ἐπὶ τοῦ πρακτέου καὶ σὲ βασικοὺς ἀκόμη τομεῖς τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου.

3.- Τὸ τεράστιο εὖρος τοῦ ἑλληνικοῦ προβλήματος στὴν ἰδεολογική του διάστασι δὲν ἐπιτρέπει τὴν συνολικὴ ἀνάπτυξί του στὰ στενὰ πλαίσια τοῦ παρόντος ἄρθρου. Θὰ περιορισθῶ λοιπὸν ἐδῶ ἐξ αὐτοῦ εἰς ὀλίγα μόνον. Καὶ κατὰ πρῶτον, εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐθνικῆς μας αὐτογνωσίας, καὶ μάλιστα εἰς μόνην τὴν ἀφετηρίαν της, τὴν ὀνομασίαν τῆς ἐθνικῆς μας κοινότητος. Διότι φαίνεται ὅτι καὶ τὴν ἐθνικήν μας ὀνομασία δὲν τὴν γνωρίζουμε ὅπως ἐπιβάλλεται, στὴν διαχρονική της διάστασι.
Ἡ ἀφορμὴ σὲ ἐνασχόλησι τέτοιου περιεχομένου ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Τώρα ὅμως ἐντόνως ἀνενεώθη ἐξ ἀφορμῆς καταχωρίσεως σὲ ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν, τὴν «ΕΣΤΙΑΝ» τῆς 5ης Αὐγούστου ἐ.ἔ., ἐπιστολῆς ἀναγνώστου της, μὲ τὴν ὁποίαν ἐκφέρονται μεγαλόστομοι καταφοραὶ κατὰ τῆς ἀκολου­θουμένης καὶ παρ’ ἡμῶν ὀνομασίας ἀπὸ ξένους τῆς χώρας μας ὡς Greece καὶ τῶν Ἑλλήνων ὡς Greeks - Γραικῶν.

Ὁ ἐπιστολογράφος διατείνεται ὅτι τέτοιες ὀνομασίες εἶναι ξενικές, τὶς ἐχρησιμοποίησαν γιὰ πρώτη φορὰ «ἀρχικοὶ Λατίνοι ναυτικοί», ὅταν προσήγγισαν στὴν Β.Δ. Ἑλλάδα, καὶ ἀκολούθως ἐγενικεύθη ἡ καταφρονητικὴ ὑπὸ τῶν ξένων χρῆσις των. Προτείνει δὲ τὴν ἐπίσημον παρ’ ἡμῶν μὲν ἐν παντὶ ἀντικατάστασίν των διὰ τῶν ὅρων Ἑλλὰς (Hellas) καὶ Ἕλληνες, ὡς ὁ ἴδιος (ὁ ἐπιστολογράφος) ἔπραξε τὸ 1956 ὡς «ἀρχηγὸς τῆς Ὀλυμπιακῆς μας ὁμάδος (Μελβούρνη)», πρὸς τοὺς ξένους δὲ (κράτη κ.λπ.) διακήρυξιν ὅτι θὰ ἐπιστρέφεται ἀνεπίδοτη κάθε ἀλληλογραφία διαλαμβάνουσα τὶς ἀνωτέρω ξενικὲς ὀνομασίες.

Παρόμοιες ἐπιστολὲς ἄλλων, μὲ τὶς ἴδιες ἐπὶ τοῦ θέματος ὑποδείξεις, ἔχουν δημοσιευθῆ σὲ ἐφημερίδες καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, προ­ερχόμενες καταφανέστατα ἐξ ἀγαθοῦ φιλοπάτριδος συνειδότος. Ὅμως, μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ φιλοπατρία προϋποθέτει καὶ ἑδραία γνῶσι τῆς Ἱστορίας, ἐπιβάλλεται νὰ σημειώσω ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω τὰ ἀκόλουθα.

4.- Πλανῶνται ὅσοι νομίζουν ὅτι τὸ ὄνομα «γραι­κὸς» εἶναι ξενικόν, δοθὲν δῆθεν ὑπὸ τῶν Ρωμαίων εἰς τοὺς Ἕλληνας. Διότι δὲν πρόκειται περὶ ξενικῆς ὀνομασίας! Εἶναι ὄνομα ἑλληνικώτατον, τὸ πρῶτον ἐθνικόν μας ὄνομα. Πράγματι, λέγει ὁ Ἀριστοτέλης («Μετεωρολογικά», Ι 14) «ὤκουν γὰρ ... καὶ οἱ καλούμενοι τότε μὲν Γραικοί, νῦν δὲ Ἕλληνες» (βλέπε τὸ κείμενον, π.χ., στὴν ἔκδοσι τῶν «Μετεωρολογικῶν» τῆς Collection Bude, Παρίσι, τόμος Ι, 1982, σελ. 45, παραπομπὲς δὲ καὶ σὲ ἄλλους ἀρχαίους συγγραφεῖς εἰς τὸ ἐξαίρετον ἔργον τοῦ Καθηγητοῦ Γεωργίου Α. Παπαντωνίου, «Ἀρχαία Ἑλληνικὴ Ἱστορία», τόμος Α΄, 1979, σελ. 98 ὑποσημ. 2). Τὸ «γραι­κὸς» αὐτὸ ἐπῆραν ἐν συνεχείᾳ οἱ Ρωμαῖοι καί, προσαρμόζοντές το εἰς τὴν φωνητικὴν τῆς γλώσσης των, ἔπλασαν τὸ «Graecus», ἀπὸ τὸ ὁποῖον καὶ προέρχονται οἱ χρησιμοποιούμενες ὀνομασίες στὶς σύγχρονες ξένες γλῶσσες ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς χώρας μας, ὅπως Grecs, Grece εἰς τὴν γαλλικήν, Greeks, Greece εἰς τὴν ἀγγλικήν κ.λπ. Ὀνομασίες, ἑπομένως, μὲ πανάρχαιες ἑλληνικὲς ρίζες, οἱ ὁποῖες καὶ κατὰ καμμίαν λογικὴν δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωροῦνται ἀποβλητέες ὡς δῆθεν μὴ ἑλληνικῆς προελεύσεως!

5.- Ἀντιθέτως ἀποβλητέες εἶναι οἱ ὀνομασίες «ρωμηὸς» καὶ «ρωμηοσύνη», ὡς ἐθνικῶς ἀπαράδεκτες, ἀνακαλοῦσες μόνον τοὺς χρόνους τῆς ὑπὸ ρωμαϊκὴν κυριαρχίαν δουλείας μας. Δυστυχῶς οἱ ὄντως ξενικὲς αὐτὲς ὀνομασίες χρησιμοποιοῦνται καὶ ἀπὸ ἀξιολό­γους, κατὰ τὰ λοιπά, διανοουμένους, οἱ ὁποῖοι ἐναβρύνονται ὁμιλοῦντες συνεχῶς γιὰ τὴν «ὀρθόδοξη ρωμαίικη παράδοση» (ἄλλοτε ὑπῆρχε, δὲν γνωρίζω ἐὰν συνεχίζεται, καὶ εἰδικὴ ραδιοφωνικὴ ἐκπομπὴ μὲ τὴν ὀνομασίαν αὐτήν!), χωρὶς νὰ ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ προσω­νυμία «ρωμαῖος», δηλαδή ἡ ἰδιότης τοῦ ρωμαίου πολίτου, ἡ ρωμαϊκὴ ἰθαγένεια θὰ ἐλέγαμε σήμερα, ἀπενεμήθη (καὶ αὐτό, ἂς σημειωθῆ, ἔγινε γιὰ φορολογικοὺς ἀποκλειστικῶς λόγους!) μὲ τὸ γνωστὸ διάταγμα τοῦ Καρακάλλα τὸ 212 μ.Χ., εἰς ὅλους τοὺς ὑποδούλους λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς ὑπὸ τῆς τότε κοσμοκρατείρας Ρώμης. Τὶ θέλουν λοιπὸν οἱ διανοούμενοί μας αὐτοὶ νὰ διαιωνίσουν; Τὴν ἀνάμνησι τῆς δουλείας ἐκείνης; Καὶ γιατὶ παραθεωροῦν τὴν γνησίαν ἑλληνικὴν λαϊκὴν παράδοσιν, ἡ ὁποία ὑπερηφάνως ἐμμένει εἰς τὰ πάτρια; Διότι, κατὰ τὸ πασίγνωστον, οἱ ἀγωνισταὶ τοῦ 1821 μὲ θαυμαστὴν ἐπίγνωσι τῆς ταυτότητός των διαλαλοῦσαν: «ἐγὼ γραι­κὸς γεννήθηκα, γραικὸς θὲ νὰ πεθάνω», χρησιμοποιοῦντες ἀκριβῶς τὸ πανάρχαιον ἐκεῖνο καὶ αὐτόχθον «γραικὸς» καὶ ὄχι τὸ ξενόφερτον καὶ ἀποβλητέον «ρωμαῖος» ἢ «ρωμηός» (ἢ «ρωμιός»). Ἀναμφισβητήτως ἦσαν σοφώτεροι ἀπὸ τοὺς αὐτοαποκα­λουμένους σήμερα «ρωμηούς», καίτοι συμπατριῶτες μας! Πρέπει δὲ νὰ προσθέσω ὅτι καὶ ἡ λογία ἑλληνικὴ παράδοσις δὲν διαφέρει, ἀφοῦ καὶ ἐπιφανεῖς ἐκπρόσωποί της σὲ πολλὲς περιπτώσεις χρησιμοποιοῦν γιὰ τοὺς Ἕλληνες τὴν ὀνομασία Γραικοί, ὅπως ὁ ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων διδασκάλων τοῦ Γένους, ἐκδότης κειμένων πληθώρας ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων (τόμοι 16 εἰς τὴν σειρὰν «Ἑλληνικὴ Βιβλιοθήκη» καὶ τόμοι 9 εἰς τὴν σειρὰν «Πάρεργα Ἑλληνικῆς Βιβλιοθήκης») καὶ ἀπὸ τοὺς ἐθναποστόλους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐλευθερίας Ἀδαμάντιος Κοραῆς, π.χ. εἰς τὰ πονήματά του «Ἀδελφικὴ Διδασκαλία πρὸς τοὺς εὑρισκομένους κατὰ πᾶσαν τὴν Ὀθωμανικὴν Ἐπικράτειαν Γραικούς» (Ρώμη, 1798), «Ὰσμα Πολεμιστήριον τῶν ἐν Αἰγύπτῳ περὶ ἐλευθερίας μαχομένων Γραικῶν» (Αἴγυπτος, 1800), «Τὶ πρέπει νὰ κάμωσιν οἱ Γραικοὶ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις» (Βενετία, 1805) κ.λπ., κ.λπ.

6.- Ἂς προσθέσω ἐδῶ καὶ μίαν ἀναδυομένη σχετικῶς κραυγαλέα πτυχὴ τῆς σημερινῆς γλωσσικῆς μας τραγῳδίας. Οἱ ξένοι, ὡς καὶ ὁ ἀνωτέρω ἐπιστολογράφος, τὴν λέξιν ΕΛΛΑΣ μεταγράφουν μὲ λατινικοὺς χαρα­κτῆρες ὀρθῶς εἰς HELLAS, καὶ ὄχι εἰς ELLAS. Mὲ τὴν προσθήκην τοῦ ἀρχικοῦ γράμματος Η ἁπλούστατα μεταγράφουν τὴν δασεῖαν τοῦ ἀρχικοῦ Ε τῆς λέξεως ΕΛΛΑΣ, ἀποδεχόμενοι ἔτσι τὸν προσῳδιακὸ προορισμό, ποὺ ἀνέκαθεν, ἀπὸ τῶν ἀλεξανδρινῶν χρόνων καὶ μέχρι σήμερον, ἐπιτελοῦν τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι εἰς τὴν ἑλληνικήν· αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον καὶ οἱ ξένοι τὰ διατηροῦν εἰς τὸ ἑλληνογενὲς λεξιλόγιόν των, ὅπως π.χ. στὴν υἱοθετηθεῖσαν ὑπὸ τῆς γαλλικῆς λέξιν HΕROS τὸ ἀρχικὸν Η ἀποδίδει τὴν δασεῖαν τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς «ἥρως».

Δηλαδή, οἱ ξένοι διατηροῦν στὴν ἑλληνική μας γραφὴ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς μὲ ἀσύγγνωστη ἀφροσύνη ἔχει καταργήσει καθ’ ὑπαγόρευσιν ἀμαθῶν καὶ ἀπαιδεύτων, παρὰ μάλιστα τὴν ἀντίθεσι τῆς συντριπτικῆς πλειονοψηφίας τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Κατάρ­γησις ἡ ὁποία ἐνισχυομένη καὶ μὲ τὸν βαθμιαῖον περιορισμὸν καὶ ὑποβιβασμὸν τῶν κλασσικῶν σπουδῶν στὸν χῶρο τῆς παιδείας μας προεκάλεσε καὶ τὴν σημερινὴ ­θρηνητικὴ ἀγραμματωσύνη τῆς νεολαίας μας.

7.- Μὲ τὰ ὀλίγα ἀνωτέρω περὶ γλώσσης εἰσήλ­θαμε καὶ εἰς τὸ μέγα θέμα τῆς ἐθνικῆς μας παιδείας, ἡ ὁποία ἐδῶ καὶ χρόνια ἔπαυσε νὰ εἶναι ἑλληνική, ἐθνική. Θέμα ποὺ κατέχει τὴν κορυφὴ τοῦ ἰδεολογικοῦ μας προβληματισμοῦ στὸ πλαίσιο τῆς φροντίδος γιὰ τὴν ἐπιζητουμένη ἐθνική μας ἀνόρθωσι. Ἐπ’ αὐτοῦ καὶ σὲ συνέχεια τῶν ὅσων ἀνωτέρω, στὴν παράγραφο 2, ἐξέθεσα περιορίζομαι, τερματίζων τὸ παρὸν ἄρθρον μου, συμπερασματικῶς εἰς τὰ ἑξῆς ἐλάχιστα:

Οἱ ἐπισήμως ἐξαγγελλόμενες διακηρύξεις καὶ ἐπιδιώξεις παρὰ τὴν εἰλικρίνειάν των καὶ οἱ θυσίες, στὶς ὁποῖες ὑποβάλλεται τὸ κοινωνικὸν σύνολον, δὲν πρόκειται νὰ τελεσφορήσουν, ἐφ’ ὅσον δὲν πραγματοποιεῖται πρω­τίστως τὸ καίριον ἀποφασιστικὸν βῆμα: ἡ ἀνάκτησις τῆς ἑλληνικῆς μας παιδείας, μὲ πλήρη φυσικὰ ἀποκατάστασι τῶν πληγμάτων ποὺ ἐδέχθη μεταπολιτευτικῶς ἡ ἑλληνική μας γλῶσσα. Ἀνάκτησις, ὅπως εἶχε καὶ ἐπισήμως ἐξαγγελθῆ ἐπὶ Ὑπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Ἀντώνη Τρίτση τὴν 8ην Ἰουλίου 1987, μὲ ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος ἀπὸ τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1987-88, ματαιωθεῖσαν ὅμως μὲ τὴν ἀποπομπὴν τοῦ Τρίτση ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας (βλέπε σχετικῶς τὸ ἐξαίρετον βιβλίον τοῦ ἀειμνήστου λογίου Χάρη Λαμπίδη, «Παιδεία καὶ Τρομοκράτες» [Κείμενα Κριτικῆς, «Ἀντίφωνον», 1990], ὅπου είς τὰς σελίδας 873-891 τὸ πρόγραμμα Τρίτση).

Ἔτσι μόνον θὰ καταστοῦν οἰκεῖα στοὺς νέους μας καὶ ὅλα τὰ πρὸ τοῦ 1980 κείμενα ὄχι μόνον τῆς ἀρχαίας καὶ μεσαιωνικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς νεοελληνικῆς μας γραμματείας, ποὺ εἶναι σήμερα ἀπρόσιτα ἐξ αἰτίας καὶ τοῦ θλιβεροῦ μονοτονικοῦ, θὰ γίνουν ἀμέσως προσπελάσιμες καὶ ἀφομοιώσιμες ὅλες οἱ πα­ραδοσιακές μας ἀξίες, θὰ σφυρηλατηθοῦν χαρακτῆρες μὲ τὶς ἑλληνικὲς ἀρετὲς τοῦ ­θάρρους, τῆς αὐταπαρνήσεως, τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς ἐθνικῆς ὑπερηφανείας, τῆς αἰσιοδοξίας.

Ἐπίτευγμα πολύτιμον, ἀφοῦ μόνον οἱ ἀξίες αὐτὲς ἠμποροῦν νὰ χαλυβδώσουν τὴν ἐθνική μας ἀνεξαρτησία καὶ κυριαρχία καὶ τὴν ἐθνική μας ἀξιοπρέπεια, νὰ ἐκθρέψουν τὴν ἐλπίδα καὶ νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὸ ἀπὸ ὅλους ἐπιθυμητόν, τὴν ἀνακοπὴ τῆς προϊούσης παρακμῆς, καὶ γενικώτερον εἰς ἕνα καλλίτερον αὔριον καὶ τὴν πρόοδον τῆς ἐθνικῆς μας κοινότητος.-
Χρήστος Σαρτζετάκης.
βλ.: http://www.antibaro.gr/node/2112

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Ένα βήμα πριν την προσάρτησή μας σε άλλη χώρα (Κ. Μπετινάκης) Προσπαθώντας να εξαφανίσουν και την εθνική μας συνείδηση

Η μεγάλη αντίδραση των Σκοπιανών στην ονομασία Σλαβομακεδονία, Σλαβομακεδόνες, σλαβομακεδονική γλώσσα, είναι η πρόφαση ότι «δεν το δέχονται οι αλβανοί που ζουν στη χώρα τους…

Κατά τον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου (όταν όλοι οι άλλοι το έγραφαν Κόσοβο) στην αλήστου μνήμης Γιουγκοσλαβία, είχα επανειλημμένα κατηγορηθεί από τους «πολιτικά ορθούς» όπως αυτοαποκαλούνται, επειδή έγραφα αλβανόφωνους και όχι αλβανούς τους ουτσεκάδες…

Τότε ήταν υπουργός Εξωτερικών ο ΓΑΠ ο ελάσσων… Σήμερα τον έχουμε πρωθυπουργό με υπΕξ τον Δρούτσα, (χε-χε!)
Ανακάλεσαν ξαφνικά στην Αθήνα τον πρόξενό μας στην Κορυτσά Θεόδωρο Οικονόμου Καμαρινό, επειδή «εγκλημάτησε»: Σε ομιλία του χρησιμοποίησε τους όρους «Έλληνες» και «Βόρεια Ήπειρος»! Λέξεις που είναι φαίνεται απαγορευμένες για το Υπουργείο Εξωτερικών κι ας χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο αυτές απ’ όλους τους Έλληνες και είναι στη συνείδηση όλων των μη εμφορούμενων από τις νέες αντεθνικές ιδέες που μας έχει φέρει η αντεθνικά σκεπτόμενη υπόδουλη κυβέρνηση.

Σε συνέντευξή του στο NOIAZOMAI.net , ο πρόξενος Οικονόμου δήλωσε:
«Έκανα το καθήκον μου. Τίποτε παραπάνω. Και ούτε ανακαλώ, ούτε θα ανακαλέσω ποτέ τα όσα είπα για Έλληνες και Βόρειο Ήπειρο! Γι΄ αυτό και ανακλήθηκα στην Αθήνα! Είχα συνείδηση της αποστολής μου. Ήμουν στην Βόρειο Ήπειρο! Εάν ήμουν στην Καμπέρα ή κάπου αλλού, θα λειτουργούσα υπό άλλες συνθήκες. Αλλά ήμουν στη Βόρειο Ήπειρο… Αυτό οφείλουμε να κάνουμε όλοι. Γιατί δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τα Εθνικά Θέματα και τα εθνικά μας δίκαια. Να δίνουμε τον αγώνα παντού και πάντα! Να είμαστε συσπειρωμένοι και ενωμένοι όλοι οι Έλληνες, μπρος στους κινδύνους και τις προκλήσεις»!!!

Και ο πρόξενος Οικονόμου κατέληξε: «Τι περισσότερο είπα εγώ για τους Έλληνες στην Κορυτσά, από αυτά που λέει κάθε τόσο ο Τούρκος Πρόξενος στην Κομοτηνή; Και ενώ εκείνον τον αφήνουν ανεμπόδιστα να μιλάει, εμένα με ανακαλούν! Γιατί;»
Θυμίζουμε ότι σε ιστορική ομιλία-παρακαταθήκη του Γεωργίου Παπανδρέου, (παππού του σημερινού «Πρωθυπουργού), στη Βουλή των Ελλήνων στις 12/6/1960 (31/5) είχε πει για τη Βόρειο Ήπειρο: «Εκείνον το οποίον απαγορεύεται εις τον αιώνα, είναι δι΄ οιονδήποτε λόγον η απάρνησις του ιερού αιτήματος… Καθ΄ όσον αφορά την Βόρειο Ήπειρο…η διεκδίκησις είναι ιερά και απαράγραπτος»!

Τι ελληνικά τι τουρκικά…

Αλλά για να καταλάβουμε τι νοοτροπία έχει εκείνος που παραχώρησε πλέον οικειοθελώς και χωρίς αντίσταση την εθνική μας ανεξαρτησία πρωθυπουργός…

Ξεκινώντας λοιπόν, την άτυπη ακόμα, προεκλογική του εκστρατεία από την Θράκη, την πλέον ευαίσθητη περιοχή στη Χώρα, είπε ξεκάθαρα ότι επίσημη δεύτερη γλώσσα θα είναι η τουρκική». Αυτό εξήγγειλε κατά την επίσκεψή του στο ακριτικό Δημάριο της Ξάνθης: «οι προφορικές εξετάσεις των οδηγών θα γίνονται πλέον και στην Τουρκική Γλώσσα, ενώ και στα Κέντρα Εξυπηρέτησεις Πολιτών (ΚΕΠ) θα προσληφθούν υπάλληλοι που θα γνωρίζουν Τουρκικά»!!!

Αναγνωρίζεται έτσι, και η τουρκική σαν κρατική γλώσσα συναλλαγών, δηλαδή -ντε φάκτο- επίσημη κρατική γλώσσα, παράλληλη με την Ελληνική!
Αλλά, το χειρότερο είναι, πως ο Πρωθυπουργός πήγε σε Πομακοχώρι, όχι σε "τουρκοχώρι" και αντί να μιλήσει στους Πομάκους, τους ακραιφνείς, ορεισίβιους Έλληνες της Ροδόπης και στην Πομακική Διάλεκτο, εκείνος τους μίλησε για την ξένη προς εκείνους Τουρκική Γλώσσα!!! Τους παρέδωσε κι αυτός στο προξενείο. Υπάκουος στις οδηγίες που προφανώς έχει λάβει ...

βλ.: 

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Θεμάτων

Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον η πατρίς εστί και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ' ανθρώποις τοις νουν έχουσι.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ «ΚΡΙΤΩΝ», 12
 
Το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας.
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ 

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Μήπως εἶστε ἐθνικιστής;

 Τό ἀνωτέρω γελοῖο ἐρώτηµα τό ἔχουµε πολλάκις ἀπαντήσει, ἔµµεσα ἤ ἄµεσα, ἀλλά ἡ προεκλογική ἐκστρατεία τό ἔφερε πάλι µιά δυό φορές µπροστά µας. Ἔτσι, κι ἐπειδή δέν ἔχουµε πάντοτε τήν εὐχέρεια νά ἀπαντήσουµε ὅπως πρέπει, παραθέτουµε κατωτέρω ἕναν διάλογο πού συνοψίζει στό περίπου τήν ἀπάντησή µας.

 - Μήπως εἶστε ἐθνικιστής;
- Γιά νά κάνω διάλογο µαζί σας χρειάζοµαι µερικές πληροφορίες, ποιός ρωτάει. Ρωτάει ἕνας ἄσχετος; Ἕνα λαµόγιο; Ἤ ἕνας κρετίνος; Γιατί ἄλλη κατηγορία ἀνθρώπων πού νά τήν ἀπασχολεῖ τό ἐρώτηµα αὐτό ΔΕΝ ὑπάρχει. Γιά νά ἀπαντήσω λοιπόν κατάλληλα πρέπει νά ξέρω τό πνεῦµα τῆς ἐρώτησης. Λοιπόν; Εἶστε κάποιο ἀπό τά σιχαµένα τρωκτικά πού ψάχνουν τρόπους νά ἐξουδετερώσουν τούς ἐπικριτές τους; Κάποιος ἀπό τούς ΗΠΑνθρωπους πού ποινικοποιοῦν τήν ἀντίσταση τῶν λαῶν καί τήν ἐλεύθερη σκέψη; Ἕνας ἠλίθιος πού τοῦ εἶπαν κάτι καί τό ἀναπαράγει; Ἤ κάποιος πού ἁπλῶς ἄκουσε µιά φήµη καί ρωτάει ὄντως γιά νά µάθει;
- …
- Ὡραῖα, ἄς πάρουµε τήν καλή περίπτωση, πώς εἶστε µόνον ἕνας ἄσχετος. Θέλω τώρα νά µοῦ πεῖτε τί σηµαίνει ἤ τί ἐννοεῖτε µέ τή λέξη «ἐθνικισµός». Γιατί ἄν τό ταυτίζουµε µέ τήν ἀγάπη γιά τό ἔθνος καί τή σχέση οἰκειότητας µέ τήν πατρίδα µας, ναί εἶµαι ἐθνικιστής. Ἄν τό µπερδεύετε µέ θεωρίες γιά «ΕΛ», µέ ναζιστικά ἀπολειφάδια καί αὐταρχικά καθεστῶτα, προφανῶς καί αὐτονοήτως δέν ἔχω καµµία σχέση καί τό ἐρώτηµα µέ προσβάλλει.
- Ναί, ἀλλά αὐτή ἡ ἀγάπη γιά τό ἔθνος δέν εἶναι πού φέρνει τόν ἐθνοκεντρισµό, τήν ἀπόρριψη τοῦ Ἄλλου, τήν ξενοφοβία καί τόν ρατσισµό;
- Μέ τή λογική ὅτι ἡ τροφή φέρνει τήν παχυσαρκία καί αὐτή µετά τά ἐµφράγµατα κι αὐτά µετά τόν θάνατο, δέν συµφωνῶ. Ἄν ἐσεῖς πιστεύετε ὅτι µή τρώγοντας θά ζήσετε αἰώνια, δικαίωµά σας.
- Μά ὁ ἐθνικισµός ἔφερε τόσα κακά, τόσους πολέµους…
- Τούς πολέµους δέν τούς φέρνει ὁ ἐθνικισµός, γιατί δέν εἶναι τά ἔθνη πού κυβερνᾶνε. Τά καθεστῶτα ἴσως χρησιµοποιοῦν ἐθνικές ἰδέες ἤ συνθήµατα γιά νά κινητοποιήσουν πολεµικά τούς λαούς, ὅµως οἱ αἰτίες εἶναι ἄλλες. Ἡ ἀντίληψη σήµερα, δυό αἰῶνες µετά τόν Μάρξ καί 2,5 χιλιετίες µετά τόν Θουκυδίδη, ὅτι οἱ ἐθνικισµοί παράγουν πολέµους, δέν εἶναι οὔτε γιά Ἀβορίγινες µέ Ἀλτσχάιµερ.
- Ἡ ἀντίληψη γιά τήν ἀνωτερότητα τῆς καταγωγῆς µας δέν εἶναι ἡ µήτρα γιά ἀντιπαραθέσεις καί στερεότυπα;
- Ἐσεῖς ἀγαπᾶτε τή µάνα σας;
- Φυσικά.
- Νά συµπεράνω λοιπόν ὅτι θεωρεῖτε τίς µάνες τῶν ἀλλωνῶν πουτάνες; Ὅτι ἔτσι κρύβετε µιάν ἀνοµολόγητη ἀπόρριψη ὅλων τῶν ἄλλων µανάδων καί κατά βάθος θέλετε νά τίς ξεπαστρέψετε;
-……
- Καί τί θά κάνατε ἄν εἴχατε τή µάνα σας στό νοσοκοµεῖο καί ἀκούγατε διαρκῶς τίς χειρότερες συκοφαντίες γι’ αὐτήν καί µάλιστα ἀπό ἐκείνους πού τήν ἔστειλαν στό νοσοκοµεῖο; Τί θά λέγατε ἄν τά ἴδια τ’ ἀδέρφια σας συµφωνοῦσαν πώς «ἐντάξει, δέν εἶναι καί τέλεια ἡ µάνα µας, ἔχει κάνει τόσα λάθη στή ζωή της», καί νά λέγονται ὅλα αὐτά πάνω ἀπό τό κρεββάτι ὅπου ἐκείνη θά ἔδινε µάχη ζωῆς καί θανάτου;
- Ὅλοι δέν εἴµαστε πατριῶτες; Ὑπάρχει τρόπος νά µετρηθεῖ ὁ πατριωτισµός τοῦ καθενός;


- Φυσικά καί ΔΕΝ εἴµαστε ὅλοι τό ἴδιο πατριῶτες, ὅπως δέν ἦταν ὁ Ἐφιάλτης µέ τόν Λεωνίδα ἤ ὁ Πήλιος Γούσης µέ τόν µοναχό Σαµουήλ. Ὅλοι εἴµαστε τό ἴδιο ἔντιµοι, τό ἴδιο εὐαίσθητοι, τό ἴδιο ὀξύνοες; Πῶς θά εἴµαστε τό ἴδιο πατριῶτες; Ὁ πατριωτισµός τοῦ καθενός µετρᾶται ἀπό τίς πράξεις του.
- Ὅµως τό φαινόµενο τοῦ ἐθνικισµοῦ εἶναι διεθνές, δέν εἶναι µόνον ἑλληνικό.


- Διεθνής εἶναι ἡ προπαγάνδα τῶν ἀφεντικῶν κατά τῶν συνεκτικῶν ἐθνῶν. Ποιός καταγγέλει τόν ἐθνικισµό τῶν ἀµερικανῶν πού συνοδεύει τόν αἱµοποτικό ἰµπεριαλισµό τους ἤ ποιός τολµάει νά καταδικάσει τόν ρατσιστικό ἐθνικισµό τῶν ἰσραηλινῶν; Τό µόνο πού ξέρουν οἱ γελοῖοι τζουτζέδες τῶν ΜΚΟ καί τῶν ΜΜΕ εἶναι νά καταδικάζουν τούς ἕρµους τούς Ἕλληνες πού δέν ἔχουν ἴχνος ξένου αἵµατος στά χέρια τους µά καί δέν συναινοῦν στή διάλυση τῆς πατρίδας τους. Σ’ αὐτούς λοιπόν πετᾶνε τίς γνωστές ρετσινιές γιά «ἀντιαµερικανισµό» κι «ἀντισηµιτισµό».
- Ἄρα νά συµπεράνω ὅτι θεωρεῖτε τόν ἑαυτό σας πατριώτη.


- Ὄχι, ἁπλῶς θέλω νά πιστεύω ὅτι δέν εἶµαι ἠλίθιος καί προσπαθῶ νά µήν γίνω διαπλεκόµενος. Ὅποιος διαθέτει κοινόν νοῦ καί εἰλικρίνεια δέν χρειάζεται ταµπέλες, πόσο µᾶλλον γιά τά αὐτονόητα. Ὅσο γιά τούς κακόπιστους, τούς ἔχω γραµµένους ἐκεῖ πού τούς ἀξίζει.

Αναδημοσίευση, βλ.: http://antifonitis.gr/online/?p=2371#more-2371

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Η γένεση του σύγχρονου Ελληνικού Έθνους

Σήμερα στα πανεπιστήμια, στα σχολεία, στα ΜΜΕ της χώρας μας έχει στηθεί ένας τεράστιος μηχανισμός προπαγάνδας, συνεπικουρούμενος από φιλοαμερικανικού προσανατολισμού και αγνώστων χρηματοδοτών ΜΚΟ, με σκοπό τη δημιουργία μίας νέας γενιάς μνημοκτομημένων  Ελλήνων,  οι οποίοι δεν θα γνωρίζουν το παρελθόν τους και που θα είναι ανίκανοι να αντιμετωπίσουν το μέλλον τους, οι οποίοι και θα σκέπτονται «πολιτικά ορθά», διαπνεόμενοι από τις «αξίες» της «ανοιχτής κοινωνίας», της «δημοκρατίας», του «αντιρατσισμού», του ατομικισμού, του «ορθολογισμού», του «πολυπολιτισμού» κτλ. Στόχοι τους είναι η επιβολή μίας μεταμοντέρνας/μετανεωτερικής(postmodernism) μεθοδολογίας της γένεσης των εθνών, η διαμόρφωση ενός νέου είδους «πολυπολιτισμικού πολίτη ή κοσμοπολίτη», και η αντικατάσταση του «έθνους-κράτουςς» από ένα «διεθνικό πολιτειακό-κράτος».  Δυστυχώς τα τελευταία 15 χρόνια μας το φαινόμενο αυτό έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, αφού οι οπαδοί της μεταμοντέρνας(post-modernist) ιστοριογραφίας επιδοτούνται με παχυλή χρηματοδότηση από διάφορα κέντρα (π.χ. ταμεία της ΕΕ και ορισμένες ΜΚΟ), εξασφαλίζοντας παράλληλα την ταχύτατη ακαδημαϊκή τους ανέλιξη, ενώ όσοι δεν συμμερίζονται τις «εκσυγχρονιστικές» τους αντιλήψεις εξοβελίζονται, στηλιτευόμενοι ως «συντηρητικοί», «ρατσιστές» ή «εθνικιστές», ενώ επιχειρείται η τρομοκράτηση και η φίμωσή τους, με σκοπό τη διατήρηση του μονοπωλίου της μίας και μοναδικής «πολιτικά ορθής» άποψης, όπως αυτή εκφράζεται από το «ιερατείο» της λεγόμενης «εθνομηδενιστικής» ελίτ.
Σε αυτό το νήμα θα επικεντρωθώ στο ζήτημα της επιβολής της μεταμοντέρνας/μετανεωτερικής(postmodernism)  μεθοδολογίας της γένεσης των εθνών μιας και είναι ο πυρήνας της κατάρρευσης του Δυτικού πολιτισμού. Αυτή η μεταμοντέρνα «εθνομηδενιστική σχολή» με τις διάφορες παραλλαγές της έχει υιοθετήσει ορισμένα θεμελιώδη αξιώματα, τα οποία και επέχουν τη θέση δόγματος. Αυτά συνοψίζονται στα εξής:

  • Το έθνος είναι δημιούργημα του κράτους. Οι κάτοικοι μίας χώρας αισθάνονται ότι ανήκουν σ' ένα έθνος, λόγω της εισαγόμενης καλλιέργειας της ιδέας του εθνικισμού από  μία πνευματική ελίτ(στην περίπτωση μας η διασπορά)
  • Το έθνος αποτελεί μία πολιτική ένωση πολιτών και μόνο.
  • Το έθνος είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το κράτος, αποτελώντας μία ενιαία και αδιαίρετη ολότητα, που ονομάζεται «έθνος-κράτος». Δε νοείται έθνος χωρίς κράτος.
  • Ο σχηματισμός της εθνικής ταυτότητας σχετίζεται με την άνοδο της εγχώριας αστικής τάξης και με την κατάργηση της φεουδαρχίας και κυρίως με το κράτος και τον εθνικισμό.
  • Ο δυτικός πολιτισμός είναι ξεπερασμένος και υπεύθυνος για πολλά δεινά. Η αντικατάσταση του από τον «δυτικό πολυπολιτισμό» επιβάλλεται.
  • Ο εθνικός πατριωτισμός και ο εθνικισμός αποτελούν προβληματικές και ξεπερασμένες πολιτικές φιλοσοφίες, αφού ζούμε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Δεν είναι εξάλλου μακριά ο καιρός που θα επέλθει το «τέλος της ιστορίας». Για αυτό πρέπει να αντικατασταθούν από τον «συνταγματικό πατριωτισμό» και τον «πατριωτισμό του πολίτη».
  • Επιβάλετε η αντικατάσταση του έθνους-κράτους με μία ομοσπονδία κρατών κάτω από μία κοινή ηγεσία. Τα έθνη-κράτη πρέπει να αντιληφθούν ότι το πρόθεμα «έθνος» ενέχει οπισθοδρόμηση και είναι ανασταλτικός παράγοντας στη μετεξέλιξή τους.
Χαρακτηριστικό μάλιστα του τρόπου σκέψης τους, είναι ότι αρνούνται την εγκυρότητα και την αξιοπιστία των ίδιων των ιστορικών πηγών, δεδομένου ότι αυτές επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις. Οι μεταμοντερνιστές, εν ολίγοις, πιστεύουν ότι δεν υπάρχει αντικειμενικότητα. Κάθε ισχυρισμός είναι ύποπτος, ειδικότερα εάν γίνεται γενικά αποδεκτός ως αληθινός. Τα κίνητρα κάθε ιστορικού πρέπει επομένως να εξετάζονται λεπτομερώς, εκτός από εκείνα των ίδιων των μεταμοντερνιστών[Λέφκοβιτς, Μάθημα ιστορίας, σελ 13]. Υπάρχει επίσης μία τάση κατάργησης στην πράξη της ιστορικής επιστήμης  και αντικατάστασής της από την κοινωνική ανθρωπολογία.
Αυτοί λοιπόν οι  Έλληνες ειδικοί ή  διανοούμενοι μας αποκρύπτουν —ή συσκοτίζουν— , την ύπαρξη τεσσάρων τουλάχιστον διακριτών απόψεων πάνω στο ζήτημα. Δηλαδή τους αρχεγονιστές (primordials), τους εθνοσυμβολιστές (ethnosymbolists), τους μοντερνιστές/νεωτερικούς (modernists) και, βέβαια, τους μεταμοντερνιστές/μετανεωτερικούς (post-modernists).Υπενθυμίζω ότι:
  • Κατά ορισμένους(νεωτερικοί/modernists) το ελληνικό έθνος δημιουργήθηκε με βάση τις ιδέες του διαφωτισμού. Στην Ελλάδα δεν θα βρεις σχεδόν κανένα. Ο λόγος;
  • Kατά άλλους(μεταμοντέρνους/post-modernists), πιο σκληροπυρηνικούς και υπερσχετικιστές, αποτελεί κατασκευή του νεοελληνικού κράτους. Κοινή διαπίστωση και μόνιμη επωδός η πρόσφατη δημιουργία του ελληνικού έθνους και η σύνδεση της δημιουργίας της με τις επιδιώξεις του εθνικισμού. Συνήθως θα επικαλεστούν ειδικούς επί του θέματος όπως ο Έρνστ Γκέλνερ, ο κ. Μπένεντικτ Άντερσον και ο Έρικ Χόμπσμπωμ. Μάλιστα για αυτούς το σύγχρονο Ελληνικό έθνος είναι μια πανσπερμία φυλών, νεών , ιδεών και γλώσσών, οι οποίες μπήκαν στην χύτρα που λέγεται κράτος, και βγήκε αυτό που λένε «Νέο Ελληνικό Έθνος».
  • Το Αρχεγονικό που λέει ότι είμαστε αναλλοίωτοι εδώ και 3000 χρόνια. Παρουσιάζουν το παρελθόν ως την ιστορία των εθνών, που βρίσκονται σε μία διαρκή στιγμή αυτοπραγμάτωσης όπως επίσης ότι τα έθνη ήσαν πρωτογενείς οντότητες, με ρίζες στην φύση και στην ιστορία, αντικειμενικά προσδιορίσιμες, από τον ξεχωριστό τρόπο ζωής, τον εδαφικό προσδιορισμό, την επιθυμία για πολιτική αυτονομία και απορρίπτουν τον πάσης φύσεως ιδεολογικό ρεύμα που προέρχεται από τον νεωτερισμό.
  • Και τέλος αυτοί  που λένε ότι προυπάρχουν τα εθνοτικά σύμβολα(γλώσσα, θρησκεία, κουλτούρα, κοινή ζωή και ιστορία) σε μια ομάδα ανθρώπων, διαχωρίζουν το έθνος από το κράτος και κυρίως υποστηρίζουν ότι το έθνος και η εθνική ταυτότητα(ethnicity, ethnic Identity) αποτελούν εθνο-συμβολική κατασκευή, δηλαδή συστήνονται με βάση την επιλογή, το συνδυασμό και την ανακωδικοποίηση αξιών, συμβόλων και μνημών που προϋπάρχουν μέσα στην εθνοτικότητα(ethnie). Αυτοί είναι από Ελληνικής πλευράς οι Βακαλόπουλος, Σβορώνος και Καραμπελιάς , από ξένης ο A.D. Smith όπου υποστηρίζουν ότι το σύγχρονο Ελληνικό έθνος(modern Greek nation) γεννήθηκε κάπου το 13ο αιώνα(1204) ενώ και η Ελληνική εθνική ή εθνοτική ταυτότητα παραμένει εδώ και 2500 χρόνια.
Θα επικεντρωθώ στο στην τελευταία άποψη, διότι στην Ελλάδα αποκρύπτονται  οι θέσεις των εθνοσυμβολιστών μελετητών που αντιτίθενται στην έννοια της σύγχρονης δημιουργίας των εθνών εκ του μηδενός ή μέσω προπαγάνδας και καταδεικνύουν την αρχαιότητα και ιστορική συνέχεια των εθνοτήτων και των εθνοτικών στοιχείων. Ο Άντονι Σμιθ (όπως μας την μετάφρασε το bigfatopinion.net), κατά την περίφημη διάλεξη του στο πανεπιστήμιο του Ουόργουικ, καταθέτει τα εξής για την εθνοσυμβολική προσέγγιση επιτιθέμενος στις απόψεις του Γκέλνερ:

Πιστεύω ότι αυτού του είδους η προσέγγιση, ας την πούμε «εθνο-συμβολιστική», μας βοηθάει περισσότερ στην κατανόηση της ανάπτυξης των εθνών, την άνοδο των εθνικών εθνικισμών και τις σχετικές συγκρούσεις.

Καταρχάς, πρόκειται περί προσέγγισης ή οπτικής, όχι περί θεωρίας. Αμφιβάλλω ότι είμαστε ήδη στην θέση να διαμορφώσουμε μια θεωρία για κάτι τόσο πρωτεϊκό και πολυσύνθετο όσο το φαινόμενο των εθνοτήτων, των εθνών και των εθνικισμών, παρεκτός σε πολύ αφηρημένο επίπεδο.

Δεύτερον, αυτού του είδους η προσέγγιση μπορεί να μας βοηθήσει να εξηγήσουμε γιατί ορισμένοι πληθυσμοί είναι πιθανότερο να ξεκινήσουν ένα εθνικιστικό κίνημα υπό ορισμένες προυποθέσεις, και τι περιεχόμενο θα έχει αυτό το κίνημα —αν και σε αυτό το τομέα απομένουν να γίνουν πολλά.

Μια διερεύνηση των παλαιότερων εθνικών σχηματισμών θα μας βοηθήσει, κατά την γνώμη μου, να εξηγήσουμε τα σημαντικά ζητήματα και προβληματισμούς των εθνικισμών που ακολούθησαν σε κάποιο πληθυσμό, και να μας δώσει στοιχεία για την πιθανή ανάπτυξη ενός έθνους και ενός εθνικισμού. Η σύγχρονη Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα αυτού του πράγματος. Η διπλή της κληρονομία της αυτοκρατορικής βυζαντινής ορθοδοξίας και της κλασσικής δημοκρατίας της αρχαιότητας καθόρισε τα πρότυπα και τα περιεχόμενα των ελληνικών εθνικισμών του δεκάτου ενάτου αιώνα και μετά —και δείχνει τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε κανείς να περιμένει την ανάπτυξη ενός ισχυρού εθνικιστικού κινήματος στους Έλληνες, και όχι, π.χ. στους γειτονικούς Βλάχους (Campbell and Sherrard 1968, ch. 1; Kitromilides 1989).

Τρίτον, η προσέγγιση που προτείνω δίνει έμφαση στην σημασία της μνήμης, των αξιών, των μύθων και των συμβόλων. Ο εθνικισμός συχνότατα περιλαμβάνει την επιδίωξη συμβολικών στόχων —εκπαίδευση σε μια συγκεκριμένη γλώσσα, απόκτηση τηλεοπτικού σταθμού στην γλώσσα σου, διατήρηση των αρχαίων ιερών τόπων όπως το τζαμί στην Αντιόχεια και το Τείχος των Δακρύων, το δικαίωμα στην ίδια θρησκευτική έκφραση, το να έχει ένας λαός τα δικά του δικαστήρια, σχολεία και τύπο, το δικαίωμα σε συγκεκριμένες φορεσιές και ούτω καθεξής, στόχοι οι οποίοι συχνά καταλήγουν σε εξεγέρσεις και αιματηρές συγκρούσεις, βασισμένες καθώς είναι σε λαϊκές μνήμες, σύμβολα και μύθους. Οι υλιστικές, ορθολογιστικές και μοντερνίστικες θεωρίες πολύ λίγα έχουν να πουν για τα συγκεκριμένα θέματα, ιδιαίτερα για το πολύ σημαντικό στοιχείο της συλλογικής μνήμης (see Connor 1993; Horowitz 1985, ch. 2; Hutchinson 1987; Kapferer 1988; cf. Tonkin, McDonald and Chapman 1989).

Τέταρτον, η εθνο-συμβολιστική προσέγγιση μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε γιατί ο εθνικισμός έχει τόσο συχνά μεγάλη λαϊκή απήχηση. Μπορεί η διανόηση να «προσκαλεί τις μάζες στην ιστορία» και να πολιτικοποιεί αυτές και τις κουλτούρες τους, αλλά γιατί οι μάζες ανταποκρίνονται; Όχι απλά λόγω υλικών ανταμοιβών. Ο λόγος είναι ότι η παραδοσιακή, λαϊκή τους κουλτούρα θεωρείται σημαντική και μετατρέπεται σε θεμέλιο μια καινούργιας, λαϊκής κουλτούρας του έθνους. Επομένως ο εθνικισμός συχνά περιλαμβάνει την λαϊκή κινητοποίηση των μαζών. (Nairn 1977, ch. 2; Smith 1989).

Κατά την γνώμη μου επίσης σημαντικό είναι και το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Άντονι Σμιθ(Nationalism,σελ 106) όπου εξηγεί και αυτός την άποψή του για την γένεση του σύγχρονου Ελληνικού έθνους:
«Μήπως οι Έλληνες εθνικιστές είχαν εντελώς άδικο όταν ισχυρίζονταν ότι το ελληνικό έθνος αναγόταν στη βυζαντινή αυτοκρατο­ρία ή ακόμα και στην αρχαία Ελλάδα και, αντιθέτως, είχαν δίκιο οι νεωτεριστές στον ισχυρισμό τους ότι το ελληνικό έθνος δημιουργήθηκε μό­λις στις αρχές του 19ου αιώνα με την έλευση της νεωτερικότητας; Εφόσον οι νεωτεριστές ορίζουν το έθνος με όρους συλλογικών πολιτικών δικαιω­μάτων, δημόσιας κουλτούρας και οριοθετημένης εδαφικής επικράτειας, τότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η έννοια έθνος είναι αδιανόητη πριν από τη μοντέρνα εποχή. Αλλά όμως ένα πιέσουμε αυτά τα κριτήρια (sic:των νεωτεριστών), μπορoύμε να μιλάμε για Ελληνικό έθνος πριν την Ελληνική ήττα του 1922 από τους Τούρκους και την απόρροια ανταλλαγή πληθυσμού και σταθερότητας μέσα στα σύνορα; Οι νεωτεριστές μιλάνε πριν τον 20ο αιώνα.  Εάν όμως ορίσουμε το έθνος, εμείς (sic: οι εθνο-συμβολιστές) με τους νέο-διαχρονιστές με όρους εθνικότητας(ethnicity), λαϊκής γλώσσας και θρη­σκευτικής κουλτούρας, τότε θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι το ελληνικό έθνος υπάρχει από τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους, όπως και από την ορθόδοξη κοινότητα που ακολούθησε και η οποία διοικείτο από Έλληνες και από έναν ελληνόφωνο κλήρο.
Επιπλέον, παρόλο που επήλθε σοβαρή ρήξη στη δημογραφική συνέ­χεια της Ελλάδας εξαιτίας των εισβολών των Αβάρων, των Σλάβων και των Αλβανών τον 6ο αιώνα, θα μπορούσε να υποστηριχτεί ακόμα και η ύπαρξη μιας έντονης πολιτισμικής συνάφειας με την αρχαία Ελλάδα, όπως φαίνεται από την αναβίωση της ελληνικής φιλοσοφίας στην ύστερη Βυζαντινή αυτοκρατορία

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω ο Νάσος Βαγενάς,  σε μια μία ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση με τον Αντώνη Λιάκο που είχε γίνει το 2005 στο «Βήμα της Κυριακής», με θέμα την  εθνογένεση του σύγχρονου Ελληνικού Έθνους, γράφει  μεταξύ άλλων:

Με το Ελληνικό έθνος ο Σβορώνος δεν επιχειρεί μια συνθετική αφήγηση της ελληνικής ιστορίας αλλά παρακολουθεί την πορεία της ελληνικότητας προσδιορίζοντας τα κύρια χαρακτηριστικά των διαφόρων σχηματισμών από τους οποίους πέρασε το ανθρώπινο σύνολο που ονομάζεται ελληνισμός έως ότου φτάσει στη διαμόρφωση μιας εθνικής ταυτότητας. Αν θέλαμε να εντάξουμε την προσέγγισή του στο πλαίσιο των ποικίλων προσεγγίσεων για το έθνος και τον εθνικισμό των τελευταίων πενήντα χρόνων - αρχεγονικές, παλαιικές, μοντερνιστικές, εθνοσυμβολικές, μεταμοντερνιστικές - θα λέγαμε ότι ο Σβορώνος προοικονομεί τις εθνοσυμβολικές.  Απορρίπτοντας την ιδέα της φυλετικής σύστασης του έθνους και συσχετίζοντας τον κοινωνικοοικονομικό παράγοντα με την πολιτισμική παράδοση, ο Σβορώνος μάς δίνει μιαν άποψη για την πορεία του ελληνισμού πειστικότερη από εκείνη των κυρίαρχων σήμερα στη χώρα μας, στο πανεπιστημιακό επίπεδο, μοντερνιστικών και μεταμοντερνιστικών σχημάτων, μιαν άποψη που ενισχύεται από τις πρόσφατες μελέτες των εθνοσυμβολιστών (Perry Anderson, Α Zone of Engagement, 1992 Α. D. Smith, Nationalism, 2001), όπως και από πρόσφατες παρατηρήσεις της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της εξελικτικής ψυχολογίας για τον σημαντικό ρόλο των πολιτισμικών στοιχείων και του αισθήματος στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Αλλά και που βρίσκει μιαν απροσδόκητη (ακούσια βέβαια) συνηγορία από τις μεταμοντερνιστικές απόψεις για τη γλώσσα ως απόλυτο διαμορφωτή της πραγματικότητας. Διότι αν «δεν υπάρχει εκτός γλώσσας», όπως υποστηρίζουν οι απόψεις αυτές, αν τον κόσμο μου τον ορίζει η γλώσσα μου, και αφού δεν υπάρχει μία, παγκόσμια, γλώσσα αλλά πολλές και διαφορετικές, τότε η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, που είναι αδιαμφισβήτητη, θα πρέπει να συντηρεί εκείνο που ο Σβορώνος περιγράφει ως λανθάνουσα ελληνική συνέχεια.

Η δικιά μου άποψη είναι ότι το Ελληνικό έθνος στην σύγχρονη μορφή του γεννήθηκε κάπου στην ύστερη Βυζαντινή εποχή. Γεννήθηκε φυσικά υπό το βάρος της κατάρρευσης του πολυεθνικού μονοπολιτιστικού οικοδομήματος του Βυζαντίου και της αναγέννησης της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας στην ελίτ.  Από εκεί και πέρα πέρασε πολλά ώστε να φτάσει στην τελική σημερινή μορφή του. Το 1830 γεννήθηκε το κράτος όπου συμπεριέλαβε μόνο ένα κομμάτι του Ελληνισμού της εποχής.
Θα κλείσω με μία παραφρασμένη δήλωση του Alan Sokal(πολέμιου του μεταμοντερνισμού):
«Oμολογώ πως είμαι απτόητος παλιών αντιλήψεων, ο οποίος ποτέ δεν κατάλαβε πως η «αποδόμηση» μπορεί να βοηθήσει τους Έλληνες. Eίμαι επίσης ένας πληκτικός παλιός ερευνητής που πιστεύει αφελώς ότι υπάρχει εξωτερικός κόσμος, ότι υπάρχουν αντικειμενικές αλήθειες γι' αυτόν τον κόσμο και η μέλιμά μου είναι να ανακαλύψω μερικές.

O βασικός μου σκοπός όμως δεν είναι να υπερασπίσω την Ιστορία από τις ορδές των βαρβάρων της  νεοελληνικής κριτικής (θα επιβιώσουμε μια χαρά, ευχαριστώ). Άλλωστε δεν είμαι ιστορικός, ούτε καν ΑΕΙ δεν έχω τελειώσει. H ανησυχία μου είναι περισσότερο πολιτική, να πολεμήσω την μόδα των μεταμοντερνιστών/μεταδομιστών/κοινωνικών-δομιστών(....) η οποία είναι επιζήμια για τις αρχές και το μέλλον του Ελληνισμού.»

Βιβλιογραφία και Αρθογραφία που χρησιμοποιήθηκε…
1-Anthony Smith, Nationalism, 2001
2-David Miller, National responsibility and global justice, 2007
3-Brian Barry, Culture and Equality
4- Ελληνικό έθνος και «εκσυγχρονιστική» κοσμοαντίληψη, περιοδικό Ρεσάλτο, 2007
5-Άννα Λαγουδάκη, Έθνη-κράτη και πολυπολιτισμικότητα, archive, 2007.
6-Αντώνης Λιάκος, Πως στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο;,2005
7- www.bigfatopinion.net , Περί εθνών, ιστορίας και άλλων τινών, 2008
8-Μαίρη Λέφκοβιτς, Μάθημα Ιστορίας, 2010
9-Ριτσαρντ Έβανς, Για την υπεράσπιση της ιστορίας, 2007
10- Η εξαιρετική επιχειρηματολογία του Νάσου Βαγενά στις μετανεωτερικές απόψεις του Αντώνη Λιάκου, http://akritas-history-of-makedonia.blogspot.com/2010/09/blog-post_7495.html
 bl.: http://akritas-history-of-makedonia.blogspot.com/2011/01/blog-post.html#more

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Σκέψεις για την ιστορία και την διδασκαλία της

Του Καθ. Ιάκωβου Μιχαηλίδη*

Το ζήτημα του τρόπου συγγραφής αλλά και της αναθεώρησης των σχολικών βιβλίων δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Έχει τις ρίζες του στο 19ο αιώνα και συνδέεται με το ευρωπαϊκό φιλειρηνικό κίνημα της εποχής. Το θέμα επανήλθε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αμέσως μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ως άμεσο επακόλουθο της κατάρ­ρευσης του ηθικού κώδικα αξιών στα πεδία των μαχών. Η Κοινωνία των Ε­θνών υπήρξε, μάλιστα, το διεθνές εκείνο forum που συντόνισε τη σχετική δρα­στηριότητα. Σταθμός στις προσπάθειες της στάθηκε η περίφημη «Απόφαση Casares» της Διεθνούς Επιτροπής Πνευματικής Συνεργασίας της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία έθεσε για πρώτη φορά το πλαίσιο για την απάλειψη από τα σχολικά εγχειρίδια απαξιωτικών αναφορών σε άλλους λαούς.

Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το ζήτημα της αναθεώρησης των σχολι­κών εγχειριδίων αντιμετωπίστηκε σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω της UNESCO. Ήδη από την πρώτη Γενική Διάσκεψη της UNESCO, που πραγματοποιήθηκε το 1946 στο Παρίσι, χαράχτηκαν οι βασικές αρχές για τη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας. Πρόθεση της ήταν να απαλείψει από τα βιβλία τις αναλήθειες, να αντικαταστήσει τη στενή εθνική ιστορία με μία γενικότερη ανθρωπιστική άποψη και να συντάξει την «ιδανική» ιστορία. Το 1949, μάλι­στα, η UNESCO προχώρησε στη σύνταξη ενός κατευθυντήριου άξονα υπό τον τίτλο «υποδειγματικό σχέδιο για την ανάλυση και βελτίωση των σχολι­κών βιβλίων στο πνεύμα μιας διεθνούς κατανόησης». Τα κύρια σημεία του άξονα αυτού σχετίζονταν με… 
την ακρίβεια των πληροφοριών και τη δικαιο­σύνη, ειδικά όσον αφορά την αντιπροσώπευση των διαφόρων μειονοτικών ομάδων καθώς και των άλλων εθνών και εθνικοτήτων.

Αλλά η βαθμιαία υποχώρηση των δραστηριοτήτων της UNESCO σε θέ­ματα παιδείας άφησε κενό, το οποίο ήλθε να καλύψει, ιδιαίτερα μάλιστα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, το Συμβούλιο της Ευρώπης. Το Συμβούλιο της Ευ­ρώπης, που εδρεύει στο Στρασβούργο, ιδρύθηκε το 1949 και αποτελείται από 46 κράτη μέλη. Αποστολή του είναι η προαγωγή της ενότητας ανάμεσα στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, η καλλιέργεια μιας ευρωπαϊκής πολιτιστικής ταυ­τότητας και ο σεβασμός της διαφορετικότητας.

Μόνο τη χρονική περίοδο 1953-1958 το Συμβούλιο της Ευρώπης διορ­γάνωσε έξι συνέδρια με αντικείμενο τα σχολικά βιβλία, δίνοντας μάλιστα έμφαση σε εκείνα της Ιστορίας και της Γεωγραφίας. Υλοποίησε επίσης το τριετές πρόγραμμα «Εκμάθηση και διδασκαλία της ιστορίας της Ευρώπης στον 20ό αιώνα». Οι πρωτοβουλίες του, αν και δεν είχαν δεσμευτικό χαρα­κτήρα, επηρέασαν τη μεθοδολογία και τον τρόπο συγγραφής των σχολικών εγχειριδίων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Ευνοήθηκαν μάλιστα από τη μεταναστευτική πλημμυρίδα που σάρωσε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ι­διαίτερα τη δεκαετία του 1990.

Ήταν τότε που ο πυρήνας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, στον οποίο το μάθημα της Ιστορίας θεωρήθηκε ότι κατέχει πρωτεύοντα ρόλο, άρχισε στα­διακά να αλλάζει. Οι προτεινόμενες αλλαγές δεν περιορίστηκαν μόνο στην απάλειψη απαξιωτικών εκφράσεων για γειτονικούς λαούς, αλλά ριζοσπαστικοποιήθηκαν. Αιτήθηκε η αντικατάσταση του έως τότε εθνοκεντρικού μο­ντέλου διδασκαλίας με ένα πολυπολιτισμικό, στο οποίο η καλλιέργεια εναλ­λακτικών και πολλαπλών ταυτοτήτων -με αναφορά πάντοτε στις κοινότητες των προσφύγων και των μεταναστών- θα αποτελούσε τον τελικό στόχο.

Ιδιαίτερα στην Ιστορία, η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίστηκε επίσης και από τη διάχυση των ιδεών του μεταμοντερνισμού, όπου το παραδοσιακό α­ξίωμα με το οποίο γαλουχήθηκαν γενεές ιστορικών περί της αναζήτησης της μίας και μοναδικής αλήθειας αμφισβητήθηκε έντονα. Για τους οπαδούς του μεταμοντερνισμού η αλήθεια είχε σχετική μόνο αξία και ήταν θέμα πρόσλη­ψης ή επιλογής. Η διαπίστωση αυτή επέτρεπε ως λογικό επακόλουθο την αλλαγή του περιεχομένου της διδακτέας ύλης στο μάθημα της Ιστορίας και την απαγκίστρωση του από την ανάγκη να καλλιεργεί την εθνική συνείδηση των μαθητών.

Στις 29 Απριλίου 2007 ο Γιάννης Κολιόπουλος σε εισήγηση του σε ημερί­δα που διοργάνωσε η Εταιρεία Μακεδόνικων Σπουδών στη Θεσσαλονίκη ανέ­πτυξε διεξοδικά τις εξελίξεις όσον αφορά την επιστήμη της Ιστορίας και τις χρήσεις που αυτή καλούνταν πλέον να εξυπηρετήσει. Αφού άσκησε δριμεία κριτική στους οπαδούς του μεταμοντερνισμού, υπεραμύνθηκε του εθνικού κράτους και της εθνοκεντρικής διδασκαλίας της εκπαίδευσης. Αξίζει επίσης να επισημανθεί πως δύο σχεδόν χρόνια μετά την εκδήλωση αυτή η εισήγηση του αναμένει ακόμη την τεκμηριωμένη απάντηση όσων την αμφισβητούν.

Η παραπάνω εισήγηση αποτέλεσε για τον υπογράφοντα το έναυσμα για τη διερεύνηση της σημερινής κατάστασης στον ευρωπαϊκό χώρο, όσον αφορά το μάθημα της Ιστορίας και τη διδασκαλία του. Μια σειρά από συμπερά­σματα μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: Σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες το μάθημα της Ιστορίας, για διάφορους λόγους, δεν είναι ελκυστικό, ενώ η εκπαίδευση δεν αποτελεί σήμερα το μοναδικό φορέα διαμόρφωσης ιστορικής συνείδησης. Τόσο ενώσεις ιστορικών, εθνικές και υπερεθνικές, όσο και διάφοροι Μη Κυβερνητικοί Οργανισμοί επιχειρούν με εκδόσεις και σεμινάρια να προωθήσουν τις απόψεις τους. Δεν μπορεί να αμφισβητήσει, βεβαίως, κανείς πως τα δεδομένα έχουν σαφώς διαφοροποιηθεί από τις αρχές του 20ού αιώνα. Η κοινωνική και οικονομική ιστορία, η ιστορία των θεσμών, η πολιτισμική ιστορία και η ιστορία των φύλων έχουν σταδιακά ενσωματω­θεί και συνεχίζουν να ενσωματώνονται στη σχολική εκπαίδευση. Αλλά και επιδιώξεις, όπως η ενίσχυση της κριτικής σκέψης και της συνθετικής ικανό­τητας των μαθητών, σε συνάρτηση πάντοτε με το επίπεδο της σχολικής εκ­παίδευσης καθώς και η απάλειψη απαξιωτικών περιγραφών και εκφράσεων για εθνικούς αντιπάλους, αποτελούν θεμιτές και αδιαπραγμάτευτες επιδιώ­ξεις. Ωστόσο, άλλα ζητήματα πολιτικής χροιάς, όπως για παράδειγμα η επιλογή του εθνικού ή του πολυπολιτισμικού και υπερεθνικού μοντέλου στην εκπαιδευτική διαδικασία, σχετίζονται με τις γενικότερες ιδεολογικές ζυμώ­σεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο και ως εκ τούτου εξακολουθούν να παραμένουν εκκρεμή. Η προς το παρόν αδυναμία της ευρωπαϊκής οικογένειας να συγκρο­τηθεί σε κάτι περισσότερο από μια πολιτική και οικονομική ένωση καθιστά την ενιαία ευρωπαϊκή πολιτιστική ταυτότητα εξαιρετικά αμφίβολη στο ορατό μέλλον. Έτσι φαινόμενα όπως η μεταναστευτική πλημμυρίδα της δεκαετίας του 1990 και η αλλαγή της πληθυσμιακής ισορροπίας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες καθώς και η συνακόλουθη επιδίωξη των ομάδων αυτών για πρόσβαση στη δική τους ιστορία, συγκρούονται με εξελίξεις, όπως οι δυσλειτουργίες του πολυπολιτισμικού μοντέλου σε χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία αλλά και με την αναβίωση περιφερειακών εθνικισμών, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στη χώρα των Βάσκων. Το ζήτημα της συγγραφής των βιβλίων Ιστορίας έχει επανέλθει στις περισσότερες από τις ευρωπαϊκές χώρες αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Δεν αποτελεί, λοιπόν, η Ελλάδα εξαίρεση.

Από τα πολλά παραδείγματα προβληματισμού και ζυμώσεων στο χώρο της Ιστορίας θα εστιάσω σε εκείνο της Μεγάλης Βρετανίας. Εκεί η υπόθεση της ενίσχυσης της εθνικής ταυτότητας και η συνακόλουθη συζήτηση σε σχέ­ση με τους στόχους της εκπαίδευσης στο χώρο της Ιστορίας έχει τα τελευταία χρόνια αναζωπυρωθεί, ιδιαίτερα μάλιστα μετά τις τρομοκρατικές επιθέ­σεις στον υπόγειο σιδηρόδρομο του Λονδίνου στις 7 Ιουλίου του 2005. Στο επίκεντρο έχει βρεθεί μάλιστα το National Curriculum για την Ιστορία, το οποίο ισχύει με ελαφρές τροποποιήσεις από το 1988. Είναι αξιοσημείωτο μάλιστα το γεγονός πως η Fabian Society, ένα think tank, που εδώ και έναν σχεδόν αιώνα συνδέεται με το κόμμα των Εργατικών και επηρεάζει τις κυ­βερνητικές επιλογές, έχει πραγματοποιήσει την τελευταία πενταετία σειρά δημόσιων debates και συνεδρίων για τον ορισμό της μοντέρνας «βρετανικότητας» (Britishness). Η ίδια εταιρεία ασχολείται επίσης με συναφή ζητήματα, όπως ο καθορισμός των βρετανικών αξιών, η διερεύνηση των ορίων της ευ­ρωπαϊκής ταυτότητας, ενώ έχει υποβάλει προς τη βρετανική κυβέρνηση σει­ρά προτάσεων, από τις οποίες ξεχωρίζει εκείνη για τον ορισμό National Day στη Βρετανία κατά το πρότυπο της Αυστραλίας. Η σχετική συζήτηση άνοιξε στις 14 Ιανουαρίου 2006 με την εναρκτήρια ομιλία στο Συνέδριο της Fabian Society από τον ίδιο τον βρετανό πρωθυπουργό Gordon Brown. Ο Brown προσπάθησε να δώσει ένα νέο ορισμό για την έννοια της «βρετανικότητας», μίλησε για το βρετανικό πατριωτισμό, τον οποίο περιέγραψε όχι με βάση φυλετικές ιδιότητες αλλά σε σχέση με την κοινή πίστη σε ένα σύνολο αξιών, όπου οι διαφορές θα γίνονται μεν αποδεκτές, αλλά δεν θα πρέπει να αφήνουν καμία αμφιβολία για την κυριαρχία της εθνικής ταυτότητας. «Πρέπει να κά­νουμε περισσότερα πράγματα για να βοηθήσουμε την ενσωμάτωση», συνό­ψισε την ομιλία του ο βρετανός πρωθυπουργός. «Δεν πρέπει να εγκαταλεί­ψουμε την εθνική μας ιστορία [...] Πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στο αναλυτικό πρόγραμμα, όχι μόνο ημερομηνίες, μέρη και ονόματα, ούτε ένα σύνολο ασύνδετων γεγονότων, αλλά μια αφήγηση που περικλείει την ιστορία μας». Η εισήγηση του βρετανού πρωθυπουργού έδωσε έναυσμα για έναν δημόσιο διάλογο. Ο νεαρός ιστορικός Tristram Hunt, συνδεδεμένος και αυτός με τους Εργατικούς, με την αρθρογραφία του στις εφημερίδες Ob­server και Guardian τοποθέτησε την αναγκαιότητα της καλλιέργειας της ε­θνικής ταυτότητας στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. «Παλαιότερα η Ιστορία ήταν η διδασκαλία του παρελθόντος. Σήμερα όμως είναι πολύ πε­ρισσότερο ένα ερώτημα για την ταυτότητα, για το που ανήκουμε, για την υπηκοότητα μας». «Καθώς η ιστορία της εθνικής αφήγησης και των εντάσε­ων των κοινοτήτων αυξάνεται σε όλη τη Βρετανία», υποστηρίζει ο Hunt, «η κυβέρνηση έχει δίκιο που προσπαθεί να μας ενώσει ως έθνος. Αλλά ακαθό­ριστες επισημάνσεις για την υπηκοότητα δεν είναι αρκετές. Χρειαζόμαστε ιστορίες, ορόσημα, μάχες, ήρωες και προδότες, αρκετό από το πάθος του πα­ρελθόντος, στοιχεία που θα μας βοηθήσουν να γίνουμε σύγχρονοι Βρετανοί. Και φυσικά χρειάζεται να ξεκινήσουμε από τη σχολική αίθουσα, όπου διδά­σκεται η ιστορία, όχι από κάποιο σεμινάριο για την έννοια του πολίτη, το οποίο γίνεται στο δημαρχείο». Και καταλήγει υποστηρίζοντας πως «η ιστο­ρία δεν είναι θεραπεία για τα κάθε λογής βάσανα της σύγχρονης κοινωνίας και προσφέρει κακές υπηρεσίες, αν κάνει κάτι τέτοιο. Υπάρχει μια κυρίαρχη αγγλοσαξονική ιστορία σε αυτά τα νησιά κι αυτό δεν είναι μύθος».

Οι εξελίξεις στη Βρετανία επιβεβαιώνουν πολλά από τα επιχειρήματα του Κολιόπουλου. Και δεν αποτελούν την εξαίρεση. Θα κλείσω παραθέτο­ντας κάτι άλλο: «Πώς όμως θα πληροφορηθούμε για τα γενόμενα στην κοι­νωνία του παρελθόντος τι, μ' άλλα λόγια, πρέπει να κάνει ο εν προκειμένω αρμόδιος, ο ιστορικός δηλαδή, προκειμένου να κατανοήσει την κοινωνία του παρελθόντος και, κατόπιν, να προσπαθήσει να κάνει και μας τους υπόλοι­πους να την κατανοήσουμε. Πρέπει να μελετήσει τις πηγές. Πηγή για ένα γεγονός είναι το τεκμήριο που το ίδιο το γεγονός άφησε, τεκμήριο σύγχρονο του, επομένως [...] Τι ψάχνουμε να βρούμε στο παρελθόν; Ο ιστορικός, χρησιμοποιώντας όλες τις διαθέσιμες πηγές και όλα τα διαθέσιμα στην επι­στήμη του εργαλεία, τι θέλει να βρει στις αναζητήσεις του στο παρελθόν, κοντινό ή μακρινό; Απαντώ αμέσως, απλά: Ψάχνει να βρει την ιστορική α­λήθεια, χρησιμοποίησα ενικό μία είναι η ιστορική αλήθεια; Πράγματι, η ι­στορική αλήθεια είναι μία». Θα μπορούσε να είναι ένα ακόμη από τα επιχει­ρήματα του Κολιόπουλου για την ιστορική αλήθεια και τις διαστάσεις της. Είναι όμως ένα απόσπασμα από κείμενο ενός από τους κορυφαίους έλληνες μαρξιστές ιστορικούς, του Βασίλη Κρεμμυδά.

* Δημοσιεύτηκε στο συλλογικό τόμο «Έθνος, Κράτος και Πολιτική», εκδόσεις Επίκεντρο, 2009, σελ 213-217