Απόσπασμα:
| Η ελληνιστική εποχή | |||
Στα έτη 145-144 π.Χ. μεθοδεύεται άγριος διωγμός της ελληνόφωνης ιθύνουσας τάξης στην Αλεξάνδρεια από τον Πτολεμαίο Ζ' Ευεργέτη. Ο Ιστορικός Πολύβιος αναφέρει ότι ο ελληνικός πολιτισμός της πόλης καταστράφηκε ολοσχερώς, άλλες ιστορικές πηγές μαρτυρούν ότι οι διανοούμενοι του πτολεμαϊκού κράτους πήραν το δρόμο της εξορίας, λόγω της εχθρότητας των γηγενών προς τους ελληνόφωνους. Ακολούθησε ακόμα μία περίοδος επιστημονικής αναλαμπής μεταξύ του 1ου και 2ου αιώνα μ.Χ., αλλά στη συνέχεια επικρατεί ολοκληρωτική παρακμή, ουσιαστικά μέχρι τον 16ο αιώνα, οπότε αρχίζει στη δυτική Ευρώπη εκ νέου η ορθολογική ανάπτυξη της επιστήμης, περίπου από το σημείο που είχε σταματήσει κατά την ελληνιστική εποχή. Η επιστήμη που αναπτύσσεται αυτή την εποχή των αυτοκρατοριών (μακεδονική και ρωμαϊκή), έχει ορισμένα χαρακτηριστικά, τα οποία δεν υπήρχαν στην επιστήμη του 5ου αιώνα π.Χ., ούτε στα έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Κυρίως, οι διατυπώσεις των ερευνητών δεν περιορίζονται πλέον σε συγκεκριμένα αντικείμενα, αλλά αφορούν θεωρητικές οντότητες. Επίσης, οι επιστήμες συγκροτούνται με αυστηρά επαγωγική δομή, ξεκινώντας από γενικά αποδεκτές θεμελιώδεις προτάσεις (αξιώματα ή αρχές), από τις οποίες προκύπτει με λογικές διεργασίες ένα πλήθος συμπερασμάτων. σημαντικότερο σχετικό δείγμα αποτελεί η Ευκλείδεια Γεωμετρία. Ακόμα, εισάγονται κανόνες αντιστοιχίας μεταξύ θεωρίας και πραγματικών αντικειμένων και η ορθότητα των ερμηνειών ελέγχεται με πρακτικές εφαρμογές, κάτι που προμηνύει την εισαγωγή πειραματικών μεθόδων (Lucio Russo: «Η λησμονημένη επανάσταση», βλέπε βιβλιογραφία). Από τα συγγράμματα της ελληνιστικής εποχής διασώθηκαν ελάχιστα, ενώ τα περισσότερα καταστράφηκαν, μάλλον οριστικά, με τις πυρπολήσεις των βιβλιοθηκών από τους χριστιανούς. Με εντολή του θρησκόληπτου αυτοκράτορα Θεοδόσιου πυρπόλησε ο πατριάρχης Θεόφιλος το έτος 391 μ.Χ. το Σεράπειο Ιερό, ένα συγκρότημα που αποτελείτο από ναό και παράρτημα της μεγάλης αλεξανδρινής βιβλιοθήκης. Θα ήταν ίσως άξιο προβληματισμού το «τυχαίο» φαινόμενο ότι, τα γραπτά των θεοκρατικών Πλάτωνα και Αριστοτέλη διασώθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό ενώ, αντίθετα, από τα γραπτά των φυσιοκρατών διασώθηκαν πολύ λίγα. Αυτή η πολιτισμική απώλεια μπορεί να χρεωθεί επίσης στα «επιτεύγματα» των χριστιανών «πατέρων» και των αντιγραφέων της ελληνικής γραμματείας, οι οποίοι προσπάθησαν και εν μέρει πέτυχαν να υποβαθμίσουν την ελληνιστική εποχή. | |||
Τον 3ο αιώνα π.Χ. είχε αναπτυχθεί μεταξύ των ελληνιστικών κρατών και πόλεων ένας ανταγωνισμός σε διάφορους τεχνολογικούς τομείς, με σημαντικότερο αυτόν που αφορούσε τη ναυπήγηση όλο και μεγαλύτερων πλοίων. Το εντυπωσιακότερο από αυτά τα πλοία φαίνεται να ήταν η «Συρακουσία», δλδ. η κυρία των Συρακουσών, το οποίο ήταν ταυτόχρονα επιβατικό, εμπορικό και πολεμικό! Τη μοναδική περιγραφή αυτού του πλοίου έγραψε ο Μοσχίων, του οποίου το έργο έχει χαθεί, αλλά υπάρχει μια εκτεταμένη περίληψη που συμπεριέλαβε ο Αθήναιος στο έργο του «Δειπνοσοφισταί». Κατασκευαστής-ναυπηγός του πλοίου ήταν ο Κορίνθιος Αρχίας κατ' εντολήν του Ιέρωνα Β' (269-215 π.Χ.), τυράννου των Συρακουσών. Το μήκος του πλοίου ήταν μεγαλύτερο από 80m και το πλάτος του περί τα 35m. Με σημερινά δεδομένα, το πλοίο αυτό είχε ένα εκτόπισμα μεγαλύτερο από 4.500 τόνους και για την κατασκευή του που κράτησε 1 έτος, χρειάστηκε ξυλεία όση για την κατασκευή 60 τριηρών! (Jean MacIntosh Turfa - Alwin G. Steinmayer Jr., «The Syracusia as a giant cargo vessel», International Journal of Nautical Archaeology 28 (1999), 2, 105–125). Η Συρακουσία καθελκύστηκε ημιτελής, με τη βοήθεια του κοχλία που είχε επινοήσει ο Αρχιμήδης. Πρόκειται για την πρώτη γραπτή αναφορά στον αρχιμήδειο κοχλία, τον οποίο περιγράφει ο Μοσχίων. Το πλοίο είχε τρία καταστρώματα: Στο ανώτερο κατάστρωμα ήταν τοποθετημένες πολεμικές μηχανές (καταπέλτες, βαλλίστρες, χελώνες, πύργοι, άγκιστρα κ.ά.) και εφρουρείτο από ισχυρό σώμα στρατιωτών. Στο δεύτερο κατάστρωμα ήταν εγκαταστημένα πολυτελή λουτρά, ναός της Αφροδίτης, γυμναστήρια, βιβλιοθήκη και άλλες εγκαταστάσεις ψυχαγωγίας και αναπαύσεως. Στο τρίτο κατάστρωμα, τέλος, βρίσκονταν όλοι οι βοηθητικοί χώροι, αποθήκες εφοδιασμού, αντλιοστάσιο, δεξαμενές νερού, στάβλοι για τα άλογα, εργαστήρια, φούρνοι, μύλοι και διάφορα άλλα. Ο Αθήναιος αναφέρει ότι το πλοίο είχε κατασκευαστεί με πρότυπο μια «εικοσήρη», αλλά θεωρείται απίθανο να εννοούσε ότι υπήρχαν πράγματι 20 σειρές καθισμάτων για τους κωπηλάτες.
Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν οι Αρχαίοι ήταν από λευκές ή γενικά ανοικτόχρωμες φυσικές ίνες, βαμβάκι, λινό και μαλλί. Για το χρωματισμό τους χρησιμοποιούνταν βαφές, οι οποίες ξεθώριαζαν όμως στο φως του ήλιου. Έτσι, οι σταθερές βαφές ήταν περιζήτητες και γι' αυτό ακριβές. Τέτοιες βαφές ήταν η πορφύρα της Τύρου, η οποία προερχόταν από ένα μαλάκιο στο λιμάνι της ομώνυμης πόλης της Παλαιστίνης, η κοχινίλλη που παράγεται από ένα έντομο, καθώς επίσης η αλιζαρίνη και το ινδικό που παράγονται από φυτά. Η πορφύρα ήταν κάποια εποχή τόσο ακριβή ώστε την χρησιμοποιούσαν μόνο για τη βαφή αυτοκρατορικών υφασμάτων. Η εξάρτηση από τις φυτικές και ζωικές βαφές διήρκεσε όλους τους επόμενους αιώνες, μέχρι που στο 19o αιώνα δημιουργήθηκαν οι συνθετικές βαφές. Ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά κατασκευάσματα της Αρχαιότητας είναι ο μηχανισμός των Αντικυθήρων, ~80 π.Χ., ένας μηχανικός υπολογιστής με 30-32 μεταλλικά γρανάζια, προοριζόμενος πιθανόν για αστρονομικές μελέτες. Εκτιμάται ότι με αυτό το μηχανισμό υπολογίζονταν οι θέσεις του ήλιου, της σελήνης και των πέντε ορατών με γυμνό μάτι πλανητών, οι φάσεις της σελήνης, η παρέλευση των μηνών και των ετών και προβλεπόταν η πιθανότητα να συμβεί μια έκλειψη. Ο μηχανισμός των Αντικυθήρων αποτελεί υλική μαρτυρία μιας πολύπλοκης λεπτοκατασκευής από την ελληνιστική περίοδο. | |||
Ο προορισμός του μηχανισμού παρέμεινε άγνωστος για χρόνια, όταν όμως εξετάστηκε το εύρημα στο ελληνικό ερευνητικό κέντρο «Δημόκριτος» (Χ. Καράκαλος) με ακτίνες Χ και γ, διαπιστώθηκε ότι διαθέτει έναν εντυπωσιακά περίπλοκο μηχανισμό, απροσδόκητο για την Αρχαιότητα, σύμφωνα με τις σημερινές γνώσεις μας. Παρόμοιος μηχανισμός εκείνης της εποχής, σαν αυτόν των Αντικυθήρων, δεν έχει βρεθεί οπουδήποτε αλλού μέχρι σήμερα. Αργότερα, κατά τον 5ο ή 6ο αιώνα, φαίνεται να κατασκευάστηκε στο Βυζάντιο ένας μηχανισμός, αρκετά απλούστερος αλλά με όμοιο προορισμό, άγνωστο από ποιον τεχνικό. Μερικούς αιώνες μετά κατασκευάστηκε επίσης ένας απλός μηχανισμός από τον Πέρση φιλόσοφο, μαθηματικό και αστρονόμο Αλ Μπιρουνί (Abu-Reyhan Birouni, 973-1048), μεταφραστή των έργων του Ευκλείδη στη σανσκριτική γλώσσα. Σήμερα θεωρείται ο μηχανισμός των Αντικυθήρων ως η πιο περίπλοκη μηχανική δημιουργία μέχρι το 14ο αιώνα, οπότε κατασκευάστηκαν τα πρώτα μηχανικά ρολόγια. Εκτιμάται ότι, αν είχε αξιοποιηθεί ήδη τον 1ο αιώνα π.Χ. αυτή η τεχνογνωσία, σε ένα φιλομαθές και προοδευτικό κοινωνικό περιβάλλον, πιθανότατα να είχε κατασκευαστεί ήδη τότε το πρώτο μηχανικό ρολόι και να είχε αρχίσει, έστω με διαφορετικές συνθήκες κοινωνικο-οικονομικών δομών και γεωγραφικού χώρου, η εξέλιξη της λεπτομηχανικής και γενικότερα της τεχνολογίας, όπως αυτό συνέβη περίπου 1.400 χρόνια μετά. Σ' αυτή την περίπτωση πιθανόν να είχε αποφευχθεί η οπισθοδρόμηση και παρακμή της μεσαιωνικής εποχής. Ο Ήρων που αναφέρθηκε προηγουμένως, κατασκεύασε μια σειρά από «αυτόματα», μηχανήματα που λειτουργούσαν με ατμό και θερμό αέρα. Πρόκειται για μία ύδραυλη (πληκτροφόρο μουσικό όργανο, μακρινό πρόγονο του σημερινού εκκλησιαστικού οργάνου στη Δύση), ένα μηχανισμό που άνοιγε και έκλεινε τα θυρόφυλλα του ναού, κούκλες που περπάταγαν και χόρευαν, ένα ατμοστρόβιλο, ένα οδόμετρο κ.ά. Όλα αυτά δε και διάφορα άλλα, πολλά από τα οποία έχουν ανακατασκευαστεί στη σύγχρονη εποχή ως ομοιότυπα, προοριζόμενα μάλλον για εντυπωσιασμό και ψυχαγωγία και, κατά κανόνα, για την εξυπηρέτηση πολεμικών αναγκών, αλλά καθόλου για παραγωγικούς σκοπούς, αφού το κόστος των δούλων, έστω με τη χαμηλή παραγωγικότητά τους, ήταν μικρότερο! 'Αλλοι σημαντικοί ερευνητές της ελληνιστικής εποχής ήταν οι μαθηματικοί Ευκλείδης, Απολλώνιος, Αριστόξενος, Νικόμαχος,Φίλων, Πάππος, ο αστρονόμος 'Αρατος, ο γεωγράφος Ερατοσθένης κ.ά. | |||
Για την κρίση και παρακμή της ελληνιστικής εποχής εκφράζονται διάφορες έγκυρες απόψεις. Παλαιότερη είναι αυτή (C. Preaux) που ανάγει τη στασιμότητα και συνεπακόλουθη παρακμή της επιστήμης στο «υπερβολικό κύρος» του Αριστοτέλη, κάτι που παρατηρήθηκε και σ' όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Πιθανόν όμως να πρόκειται εδώ για αντιστροφή αίτιου και αποτελέσματος: το κύρος του Αριστοτέλη άρχισε να σκιάζει τις σκέψεις των διανοουμένων, όταν αυτοί στέρεψαν από νέες ιδέες. Ο Ηρόφιλος είχε πραγματοποιήσει ανατομικές μελέτες, ο Αρχιμήδης και ο Κτησίβιος είχαν κατασκευάσει μηχανές, ο Αρίσταρχος κ.ά. είχαν διατυπώσει κοσμολογικές θεωρίες, οι οποίες διέψευδαν ιδέες και ισχυρισμούς του Αριστοτέλη, άρα αυτοί και άλλοι επιστήμονες και τεχνικοί της εποχής δεν αισθάνονταν τη σκιά του Σταγειρίτη φιλοσόφου επάνω τους. Πιθανόν η «αντιδικία» με τον αριστοτελισμό να είναι το αποτέλεσμα, αλλά δεν φαίνεται να αποτελεί το αίτιο της στασιμότητας. Ένας άλλος σημαντικός λόγος που προβάλλεται ως αιτία για την επιστημονική στασιμότητα είναι τα αλλεπάλληλα καίρια πολιτικο-στρατιωτικά γεγονότα της εποχής και η αδιαφορία των Ρωμαίων που επικρατούν σταδιακά, για επιστημονικά θέματα: Στις περίπου επτά δεκαετίες από την κατάληψη και ισοπέδωση των Συρακουσών (212 π.Χ.), μέχρι την ισοπέδωση της Καρχηδόνας και της Κορίνθου (146 π.Χ.), συνέβησαν πολλές καταστροφές ελληνικών πόλεων, των οποίων οι πληθυσμοί υποτάχθηκαν και σκλαβώθηκαν. Ακριβώς ένα χρόνο μετά την καταστροφή της Καρχηδόνας, άρχισε ο βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Η', ο οποίος αισθανόταν να περικυκλώνεται από τους Ρωμαίους, με το διωγμό των Ελλήνων από την Αλεξάνδρεια. Το ρωμαϊκό κράτος που επιβαλλόταν σταδιακά στα ελληνιστικά βασίλεια, δεν είχε ακόμα σχέση με τον πολιτισμό που δημιούργησαν ο Βιργίλιος, ο Οράτιος και ο Κικέρων. Ο πρώτος πίνακας ζωγραφικής λέγεται ότι έφτασε στη Ρώμη το 146 π.Χ. και προερχόταν από τη λεηλασία της Κορίνθου. Ο στρατηγός Λούκιος Μούμμιος (Lucius Mummius Achaicus) που αγόρασε αυτό τον πίνακα σε δημοπρασία στη Ρώμη, τον τοποθέτησε σπίτι του, γιατί πίστευε ότι ο πίνακας έχει μαγικές δυνάμεις (L. Russo, βλέπε βιβλιογραφία)! Από τα μέσα του 2ο αιώνα π.Χ. δεν υπάρχουν πια αξιόλογα ελληνικά πολιτισμικά κέντρα. Κάποια εποχή αναδείχθηκε η Ρόδος, οπότε και κατασκευάστηκε ο μηχανισμός των Αντικυθήρων, αλλά φαίνεται να εξαντλήθηκαν σύντομα τα περιθώρια οικονομικής στήριξης. με τη ρωμαϊκή λεηλασία έληξε και αυτή η αναλαμπή. Να σημειώσουμε δε ότι με κάθε λεηλασία πόλης καταστρέφονταν και οι βιβλιοθήκες, είτε με πυρπόληση, είτε με μεταφορά των συγγραμμάτων σε ρωμαϊκές πόλεις για να στολίσουν τις επαύλεις των στρατηγών. Μέσα σ' αυτό το κλίμα πολιτισμικής παρακμής και πολιτικο-στρατιωτικών ανακατατάξεων του 1ου αιώνα π.Χ. ανακαλύπτεται πάλι ο Αριστοτέλης, ο οποίος κατά των Κικέρωνα είχε αγνοηθεί μέχρι τότε τελείως. |






0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.