Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Από το http://sfrang.com/historia/ διαβάζουμε για την ιστορία της τεχνολογίας

Απόσπασμα:
Η ελληνιστική εποχή
 
Υπατία
Η μαθηματικός Υπατία που δολοφονήθηκε το 415 μ.Χ. από όχλο χριστιανών.
Ελληνιστική, μια ονομασία που εισήχθη από τον J.G. Droysen κατά το 19ο αιώνα, ονομάζεται η ιστορική εποχή διάρκειας περίπου τριών αιώνων, από το θάνατο του Αλεξάνδρου Γ' της Μακεδονίας (323 π.Χ.), μέχρι το 30 π.Χ., οπότε ενσωματώθηκε και η Αίγυπτος στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. 'Αλλοι Ιστορικοί δεν συσχετίζουν τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου άμεσα με την παρουσία των διαδόχων του Αλεξάνδρου, αλλά με την επιρροή των ελληνικών γραμμάτων και της γλώσσας στην Ανατολή. Έτσι τοποθετούν το όριο της ελληνιστικής εποχής αρκετά αργότερα, στο έτος που δολοφονήθηκε η μαθηματικός Υπατία (415 μ.Χ.), οπότε έπαψε να υπάρχουν επιφανείς Έλληνες διανοητές (L. Russo, βλέπε βιβλιογραφία), ή και ακόμα αργότερα, στον 7ο αιώνα μ.Χ., οπότε η εξάπλωση του Ισλάμ άλλαξε τα δεδομένα στην Εγγύς Ανατολή. Η χρονική περίοδος κατά την οποία άνθισε η ελληνική επιστήμη και τεχνική ξεπερνάει έτσι κι αλλιώς την εποχή του μακεδονικού αλλά και του δυτικού ρωμαϊκού κράτους. Ονομάζεται όμως ακόμα ελληνική ή και ελληνιστική, γιατί όλοι οι επιστήμονες και τεχνικοί που δραστηριοποιήθηκαν αυτούς τους αιώνες ήταν Έλληνες ή ελληνικής καταγωγής ή οπωσδήποτε ελληνόφωνοι. Η επιστήμη της ελληνιστικής εποχής άνθησε κατά τον 3ο π.Χ. αιώνα, κυρίως στην Αλεξάνδρεια κι αυτό οφείλεται στην πολιτική των πρώτων ηγεμόνων της πτολεμαϊκής δυναστείας. Ο Πτολεμαίος Α' Σωτήρας (323-283 π.Χ.) και ιδιαίτερα ο Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος (383-246 π.Χ.) στήριξαν τις τέχνες και τα γράμματα και μετέτρεψαν την Αλεξάνδρεια σε κέντρο του πολιτισμού εκείνης της εποχής. Από το 212 π.Χ. και μετά, οπότε καταλήφθηκαν οι Συρακούσες από τους Ρωμαίους (θάνατος Αρχιμήδη), αρχίζει η σταδιακή ενσωμάτωση στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία των ελληνιστικών κρατών, στα οποία είχε διασπαστεί το κράτος του Αλεξάνδρου.
Στα έτη 145-144 π.Χ. μεθοδεύεται άγριος διωγμός της ελληνόφωνης ιθύνουσας τάξης στην Αλεξάνδρεια από τον Πτολεμαίο Ζ' Ευεργέτη. Ο Ιστορικός Πολύβιος αναφέρει ότι ο ελληνικός πολιτισμός της πόλης καταστράφηκε ολοσχερώς, άλλες ιστορικές πηγές μαρτυρούν ότι οι διανοούμενοι του πτολεμαϊκού κράτους πήραν το δρόμο της εξορίας, λόγω της εχθρότητας των γηγενών προς τους ελληνόφωνους. Ακολούθησε ακόμα μία περίοδος επιστημονικής αναλαμπής μεταξύ του 1ου και 2ου αιώνα μ.Χ., αλλά στη συνέχεια επικρατεί ολοκληρωτική παρακμή, ουσιαστικά μέχρι τον 16ο αιώνα, οπότε αρχίζει στη δυτική Ευρώπη εκ νέου η ορθολογική ανάπτυξη της επιστήμης, περίπου από το σημείο που είχε σταματήσει κατά την ελληνιστική εποχή.
Η επιστήμη που αναπτύσσεται αυτή την εποχή των αυτοκρατοριών (μακεδονική και ρωμαϊκή), έχει ορισμένα χαρακτηριστικά, τα οποία δεν υπήρχαν στην επιστήμη του 5ου αιώνα π.Χ., ούτε στα έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Κυρίως, οι διατυπώσεις των ερευνητών δεν περιορίζονται πλέον σε συγκεκριμένα αντικείμενα, αλλά αφορούν θεωρητικές οντότητες. Επίσης, οι επιστήμες συγκροτούνται με αυστηρά επαγωγική δομή, ξεκινώντας από γενικά αποδεκτές θεμελιώδεις προτάσεις (αξιώματα ή αρχές), από τις οποίες προκύπτει με λογικές διεργασίες ένα πλήθος συμπερασμάτων. σημαντικότερο σχετικό δείγμα αποτελεί η Ευκλείδεια Γεωμετρία. Ακόμα, εισάγονται κανόνες αντιστοιχίας μεταξύ θεωρίας και πραγματικών αντικειμένων και η ορθότητα των ερμηνειών ελέγχεται με πρακτικές εφαρμογές, κάτι που προμηνύει την εισαγωγή πειραματικών μεθόδων (Lucio Russo: «Η λησμονημένη επανάσταση», βλέπε βιβλιογραφία).
Από τα συγγράμματα της ελληνιστικής εποχής διασώθηκαν ελάχιστα, ενώ τα περισσότερα καταστράφηκαν, μάλλον οριστικά, με τις πυρπολήσεις των βιβλιοθηκών από τους χριστιανούς. Με εντολή του θρησκόληπτου αυτοκράτορα Θεοδόσιου πυρπόλησε ο πατριάρχης Θεόφιλος το έτος 391 μ.Χ. το Σεράπειο Ιερό, ένα συγκρότημα που αποτελείτο από ναό και παράρτημα της μεγάλης αλεξανδρινής βιβλιοθήκης. Θα ήταν ίσως άξιο προβληματισμού το «τυχαίο» φαινόμενο ότι, τα γραπτά των θεοκρατικών Πλάτωνα και Αριστοτέλη διασώθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό ενώ, αντίθετα, από τα γραπτά των φυσιοκρατών διασώθηκαν πολύ λίγα. Αυτή η πολιτισμική απώλεια μπορεί να χρεωθεί επίσης στα «επιτεύγματα» των χριστιανών «πατέρων» και των αντιγραφέων της ελληνικής γραμματείας, οι οποίοι προσπάθησαν και εν μέρει πέτυχαν να υποβαθμίσουν την ελληνιστική εποχή.
 
Αρχιμήδης
Ο Αρχιμήδης και ο κοχλίας του σε ιταλικό γραμματόσημο.
Σημαντικότερος ερευνητής της ελληνιστικής εποχής είναι αναμφίβολα ο Αρχιμήδης (~285-212 π.Χ.) από τις Συρακούσες, ο οποίος είχε επισκεφτεί για κάποιο χρονικό διάστημα την Αλεξάνδρεια. κατασκεύασε αντλίες νερού (κοχλίες), πολύσπαστα, έλικες, γερανούς και καταπέλτες, τους τελευταίους για την υπεράσπιση της ιδιαίτερης πατρίδας του. 'Αλλος σημαντικός ερευνητής της εποχής ήταν ο Κτησίβιος, ο εφευρέτης της αντλίας νερού, την οποία περιέγραψε αργότερα ο έτερος μεγάλος ερευνητής της εποχής, ο Ήρων ο Αλεξανδρινός (έζησε περί το 150 π.Χ., κατ' άλλους όμως περί το 250 μ.Χ.) Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος εκτίμησε ότι η Γη πρέπει να περιφέρεται γύρω από την Ήλιο και όχι αντίθετα, όπως γινόταν τότε αποδεκτό. Οι περισσότεροι σύγχρονοί του δεν τον έπαιρναν όμως στα σοβαρά, τη στιγμή μάλιστα που είχε αποφανθεί «οριστικά» για τις κινήσεις των πλανητών ο Αριστοτέλης! Λέγεται ότι ο Αρχιμήδης δεν απέρριπτε την άποψη του Αρίσταρχου και μάλιστα εντόπισε ένα μαθηματικό σφάλμα στους υπολογισμούς του αστρονόμου. Όμως, ο στωικός φιλόσοφος Κλεάνθης από τον 'Ασσο της Τρωάδος, κατηγόρησε τον Αρίσταρχο για αστρονομικές θεωρίες που ήταν αντίθετες με τις ισχύουσες θρησκευτικές πεποιθήσεις: «... ως κινών την του κόσμου εστίαν και ταράσσων ούτω την των Ολυμπίων ηρεμία.» Κατόπιν αυτών, ίσως και άλλων καταγγελιών, ο Αρίσταρχος κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια όπου παρέμεινε μέχρι το θάνατό του και δίδασκε Αστρονομία (Ευ.Σπανδάγου: Το ηλιοκεντρικό σύστημα των αρχαίων Ελλήνων, στο τεύχος «Αρχαίοι Έλληνες Αστρονόμοι» του περιοδικόυ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, βλέπε βιβλιογραφία). Γεγονός είναι πάντως ότι η άποψη του Αρίσταρχου δεν «έλυνε» κάποιο πρόβλημα της εποχής, τη στιγμή που η γεωκεντρική θεωρία συμφωνούσε με την εποπτεία και εξηγούσε κατανοητά τη λειτουργία του ουράνιου στερεώματος.
Τον 3ο αιώνα π.Χ. είχε αναπτυχθεί μεταξύ των ελληνιστικών κρατών και πόλεων ένας ανταγωνισμός σε διάφορους τεχνολογικούς τομείς, με σημαντικότερο αυτόν που αφορούσε τη ναυπήγηση όλο και μεγαλύτερων πλοίων. Το εντυπωσιακότερο από αυτά τα πλοία φαίνεται να ήταν η «Συρακουσία», δλδ. η κυρία των Συρακουσών, το οποίο ήταν ταυτόχρονα επιβατικό, εμπορικό και πολεμικό! Τη μοναδική περιγραφή αυτού του πλοίου έγραψε ο Μοσχίων, του οποίου το έργο έχει χαθεί, αλλά υπάρχει μια εκτεταμένη περίληψη που συμπεριέλαβε ο Αθήναιος στο έργο του «Δειπνοσοφισταί». Κατασκευαστής-ναυπηγός του πλοίου ήταν ο Κορίνθιος Αρχίας κατ' εντολήν του Ιέρωνα Β' (269-215 π.Χ.), τυράννου των Συρακουσών. Το μήκος του πλοίου ήταν μεγαλύτερο από 80m και το πλάτος του περί τα 35m. Με σημερινά δεδομένα, το πλοίο αυτό είχε ένα εκτόπισμα μεγαλύτερο από 4.500 τόνους και για την κατασκευή του που κράτησε 1 έτος, χρειάστηκε ξυλεία όση για την κατασκευή 60 τριηρών! (Jean MacIntosh Turfa - Alwin G. Steinmayer Jr., «The Syracusia as a giant cargo vessel», International Journal of Nautical Archaeology 28 (1999), 2, 105–125). Η Συρακουσία καθελκύστηκε ημιτελής, με τη βοήθεια του κοχλία που είχε επινοήσει ο Αρχιμήδης. Πρόκειται για την πρώτη γραπτή αναφορά στον αρχιμήδειο κοχλία, τον οποίο περιγράφει ο Μοσχίων. 
Το πλοίο είχε τρία καταστρώματα: Στο ανώτερο κατάστρωμα ήταν τοποθετημένες πολεμικές μηχανές (καταπέλτες, βαλλίστρες, χελώνες, πύργοι, άγκιστρα κ.ά.) και εφρουρείτο από ισχυρό σώμα στρατιωτών. Στο δεύτερο κατάστρωμα ήταν εγκαταστημένα πολυτελή λουτρά, ναός της Αφροδίτης, γυμναστήρια, βιβλιοθήκη και άλλες εγκαταστάσεις ψυχαγωγίας και αναπαύσεως. Στο τρίτο κατάστρωμα, τέλος, βρίσκονταν όλοι οι βοηθητικοί χώροι, αποθήκες εφοδιασμού, αντλιοστάσιο, δεξαμενές νερού, στάβλοι για τα άλογα, εργαστήρια, φούρνοι, μύλοι και διάφορα άλλα. Ο Αθήναιος αναφέρει ότι το πλοίο είχε κατασκευαστεί με πρότυπο μια «εικοσήρη», αλλά θεωρείται απίθανο να εννοούσε ότι υπήρχαν πράγματι 20 σειρές καθισμάτων για τους κωπηλάτες. 
   
Συρακουσία 1798 Συρακουσία 1799
Φανταστικές αναπαραστάσεις του πλοίου «Συρακουσία» κατά το 18ο αιώνα Πάτημα με το ποντίκι οδηγεί σε μεγαλύτερες εικόνες.
Αυτό το «πλεούμενο νησί», συγκρίσιμο με τα σημερινά αεροπλανοφόρα σε σχέση με τα άλλα πλοία της εποχής μας, ήταν ιδιαίτερα δυσκίνητο λόγω του μεγέθους και δεν υπήρχε στη Μεσόγειο κάποιο λιμάνι να το δεχτεί. Είναι προφανές ότι η ναυπηγική τεχνολογία εκείνης της εποχής, που γνώριζε ως κινητήρια δύναμη τους κωπηλάτες και τον αέρα, είχε φτάσει στα όριά της.  το επόμενο ανατρεπτικό άλμα στη ναυπηγική έγινε μετά από περίπου 21 αιώνες, κατά το 19ο αιώνα, με την εισαγωγή της ατμοκίνησης! Η «Συρακουσία» έκανε ένα μοναδικό ταξίδι, από τις Συρακούσες στην Αλεξάνδρεια, όπου ο Ιέρων χάρισε το πλοίο στον Πτολεμαίο, αφού το μετονόμασε σε «Αλεξάνδρεια». 
Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν οι Αρχαίοι ήταν από λευκές ή γενικά ανοικτόχρωμες φυσικές ίνες, βαμβάκι, λινό και μαλλί. Για το χρωματισμό τους χρησιμοποιούνταν βαφές, οι οποίες ξεθώριαζαν όμως στο φως του ήλιου. Έτσι, οι σταθερές βαφές ήταν περιζήτητες και γι' αυτό ακριβές. Τέτοιες βαφές ήταν η πορφύρα της Τύρου, η οποία προερχόταν από ένα μαλάκιο στο λιμάνι της ομώνυμης πόλης της Παλαιστίνης, η κοχινίλλη που παράγεται από ένα έντομο, καθώς επίσης η αλιζαρίνη και το ινδικό που παράγονται από φυτά. Η πορφύρα ήταν κάποια εποχή τόσο ακριβή ώστε την χρησιμοποιούσαν μόνο για τη βαφή αυτοκρατορικών υφασμάτων. Η εξάρτηση από τις φυτικές και ζωικές βαφές διήρκεσε όλους τους επόμενους αιώνες, μέχρι που στο 19o αιώνα δημιουργήθηκαν οι συνθετικές βαφές.
Ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά κατασκευάσματα της Αρχαιότητας είναι ο μηχανισμός των Αντικυθήρων, ~80 π.Χ., ένας μηχανικός υπολογιστής με 30-32 μεταλλικά γρανάζια, προοριζόμενος πιθανόν για αστρονομικές μελέτες. Εκτιμάται ότι με αυτό το μηχανισμό υπολογίζονταν οι θέσεις του ήλιου, της σελήνης και των πέντε ορατών με γυμνό μάτι πλανητών, οι φάσεις της σελήνης, η παρέλευση των μηνών και των ετών και προβλεπόταν η πιθανότητα να συμβεί μια έκλειψη. Ο μηχανισμός των Αντικυθήρων αποτελεί υλική μαρτυρία μιας πολύπλοκης λεπτοκατασκευής από την ελληνιστική περίοδο.
 
μηχανισμός των Αντικυθήρων
Ο μηχανισμός των Αντικυθήρων (Πάτημα με το ποντίκι οδηγεί σε περισσότερες εικόνες)
Ο αριθμός και η ποικιλία των γραναζιών του, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται κι ένα διαφορικό, η ακρίβεια της κατασκευής σε συνδυασμό με την απουσία παρόμοιων ευρημάτων της ίδιας εποχής καθιστούν αυτό το μηχανισμό μοναδικό. Βρέθηκε το έτος 1901 κοντά στα Αντικύθηρα (αρχαία ονομασία: Αιγιλία), σε ναυάγιο πλοίου προερχόμενου πιθανόν από τη Ρόδο ή από τα παράλια της Μικράς Ασίας, και θεωρήθηκε αρχικά ότι ήταν αστρολάβος. Μία παρόμοια συσκευή είχε περιγράψει ο Ρωμαίος φιλόσοφος και πολιτικός Cicero Marcus Tullius (Κικέρων, 106-43 π.Χ.), ο οποίος είχε επισκεφτεί τη Ρόδο στα έτη 79-78 π.Χ. Το σχέδιο κατασκευής φαίνεται να ακολουθεί την παράδοση των πλανηταρίων του Αρχιμήδη και να σχετίζεται με τα ηλιακά ρολόγια. Μία αναλυτική περιγραφή του μηχανισμού των Αντικυθήρων περιέχεται στο Παράρτημα.
Ο προορισμός του μηχανισμού παρέμεινε άγνωστος για χρόνια, όταν όμως εξετάστηκε το εύρημα στο ελληνικό ερευνητικό κέντρο «Δημόκριτος» (Χ. Καράκαλος) με ακτίνες Χ και γ, διαπιστώθηκε ότι διαθέτει έναν εντυπωσιακά περίπλοκο μηχανισμό, απροσδόκητο για την Αρχαιότητα, σύμφωνα με τις σημερινές γνώσεις μας. Παρόμοιος μηχανισμός εκείνης της εποχής, σαν αυτόν των Αντικυθήρων, δεν έχει βρεθεί οπουδήποτε αλλού μέχρι σήμερα. Αργότερα, κατά τον 5ο ή 6ο αιώνα, φαίνεται να κατασκευάστηκε στο Βυζάντιο ένας μηχανισμός, αρκετά απλούστερος αλλά με όμοιο προορισμό, άγνωστο από ποιον τεχνικό. Μερικούς αιώνες μετά κατασκευάστηκε επίσης ένας απλός μηχανισμός από τον Πέρση φιλόσοφο, μαθηματικό και αστρονόμο Αλ Μπιρουνί (Abu-Reyhan Birouni, 973-1048), μεταφραστή των έργων του Ευκλείδη στη σανσκριτική γλώσσα.
Σήμερα θεωρείται ο μηχανισμός των Αντικυθήρων ως η πιο περίπλοκη μηχανική δημιουργία μέχρι το 14ο αιώνα, οπότε κατασκευάστηκαν τα πρώτα μηχανικά ρολόγια. Εκτιμάται ότι, αν είχε αξιοποιηθεί ήδη τον 1ο αιώνα π.Χ. αυτή η τεχνογνωσία, σε ένα φιλομαθές και προοδευτικό κοινωνικό περιβάλλον, πιθανότατα να είχε κατασκευαστεί ήδη τότε το πρώτο μηχανικό ρολόι και να είχε αρχίσει, έστω με διαφορετικές συνθήκες κοινωνικο-οικονομικών δομών και γεωγραφικού χώρου, η εξέλιξη της λεπτομηχανικής και γενικότερα της τεχνολογίας, όπως αυτό συνέβη περίπου 1.400 χρόνια μετά. Σ' αυτή την περίπτωση πιθανόν να είχε αποφευχθεί η οπισθοδρόμηση και παρακμή της μεσαιωνικής εποχής.
Ο Ήρων που αναφέρθηκε προηγουμένως, κατασκεύασε μια σειρά από «αυτόματα», μηχανήματα που λειτουργούσαν με ατμό και θερμό αέρα. Πρόκειται για μία ύδραυλη (πληκτροφόρο μουσικό όργανο, μακρινό πρόγονο του σημερινού εκκλησιαστικού οργάνου στη Δύση), ένα μηχανισμό που άνοιγε και έκλεινε τα θυρόφυλλα του ναού, κούκλες που περπάταγαν και χόρευαν, ένα ατμοστρόβιλο, ένα οδόμετρο κ.ά. Όλα αυτά δε και διάφορα άλλα, πολλά από τα οποία έχουν ανακατασκευαστεί στη σύγχρονη εποχή ως ομοιότυπα, προοριζόμενα μάλλον για εντυπωσιασμό και ψυχαγωγία και, κατά κανόνα, για την εξυπηρέτηση πολεμικών αναγκών, αλλά καθόλου για παραγωγικούς σκοπούς, αφού το κόστος των δούλων, έστω με τη χαμηλή παραγωγικότητά τους, ήταν μικρότερο! 'Αλλοι σημαντικοί ερευνητές της ελληνιστικής εποχής ήταν οι μαθηματικοί Ευκλείδης, Απολλώνιος, Αριστόξενος, Νικόμαχος,Φίλων, Πάππος, ο αστρονόμος 'Αρατος, ο γεωγράφος Ερατοσθένης κ.ά.
 
Ήρων ο Αλεξανδρινός
Σε αντιδιαστολή με τις προηγούμενες ελληνικές εποχές, οι θετικές επιστήμες εξειδικεύονται κατά την ελληνιστική περίοδο, πράγμα που αποτελεί γενικότερο χαρακτηριστικό αυτής της εποχής. Αυτός είναι και ο λόγος που σύγχρονοί μας ερευνητές παραλληλίζουν εκείνη την εποχή με την εποχή μετά το Μεσαίωνα, όταν και πάλι υπήρχε μια ευφορία δημιουργιών και πρωτότυπων κατασκευών. Δεν είναι βέβαια εύκολο να εκτιμηθεί, γιατί εκείνη η εποχή δεν εξελίχθηκε σε μια πρώιμη Αναγέννηση, γιατί δεν αξιοποιήθηκαν οι μηχανές που λειτουργούσαν με μοχλούς, ατμό και πίεση ρευστών για την υποστήριξη μιας «βιομηχανικής επανάστασης». Πρέπει να λάβουμε βέβαια υπόψη ότι εκείνες τις εποχές δεν υπήρχε κανένα ενδιαφέρον από την ιθύνουσα τάξη για τις διαδικασίες της παραγωγής. Οι πολίτες δεν είχαν επικοινωνία με τους χειρώνακτες, τους βιοτέχνες και πολύ λιγότερο με τους δούλους και δεν έδιναν σημασία στους τεχνικούς και τους κατασκευαστές, αλλά θαύμαζαν τους φιλοσόφους και τους μαθηματικούς. Τα μνημειώδη κτήρια της κλασικής εποχής έγιναν γνωστά από τους πολιτικούς που αποφάσισαν την κατασκευή τους και τους χορηγούς που τα χρηματοδότησαν και λιγότερο από τους αρχιτέκτονες και τεχνικούς που τα σχεδίασαν και τα κατασκεύασαν. 
Για την κρίση και παρακμή της ελληνιστικής εποχής εκφράζονται διάφορες έγκυρες απόψεις. Παλαιότερη είναι αυτή (C. Preaux) που ανάγει τη στασιμότητα και συνεπακόλουθη παρακμή της επιστήμης στο «υπερβολικό κύρος» του Αριστοτέλη, κάτι που παρατηρήθηκε και σ' όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Πιθανόν όμως να πρόκειται εδώ για αντιστροφή αίτιου και αποτελέσματος: το κύρος του Αριστοτέλη άρχισε να σκιάζει τις σκέψεις των διανοουμένων, όταν αυτοί στέρεψαν από νέες ιδέες. Ο Ηρόφιλος είχε πραγματοποιήσει ανατομικές μελέτες, ο Αρχιμήδης και ο Κτησίβιος είχαν κατασκευάσει μηχανές, ο Αρίσταρχος κ.ά. είχαν διατυπώσει κοσμολογικές θεωρίες, οι οποίες διέψευδαν ιδέες και ισχυρισμούς του Αριστοτέλη, άρα αυτοί και άλλοι επιστήμονες και τεχνικοί της εποχής δεν αισθάνονταν τη σκιά του Σταγειρίτη φιλοσόφου επάνω τους. Πιθανόν η «αντιδικία» με τον αριστοτελισμό να είναι το αποτέλεσμα, αλλά δεν φαίνεται να αποτελεί το αίτιο της στασιμότητας.
Ένας άλλος σημαντικός λόγος που προβάλλεται ως αιτία για την επιστημονική στασιμότητα είναι τα αλλεπάλληλα καίρια πολιτικο-στρατιωτικά γεγονότα της εποχής και η αδιαφορία των Ρωμαίων που επικρατούν σταδιακά, για επιστημονικά θέματα: Στις περίπου επτά δεκαετίες από την κατάληψη και ισοπέδωση των Συρακουσών (212 π.Χ.), μέχρι την ισοπέδωση της Καρχηδόνας και της Κορίνθου (146 π.Χ.), συνέβησαν πολλές καταστροφές ελληνικών πόλεων, των οποίων οι πληθυσμοί υποτάχθηκαν και σκλαβώθηκαν. Ακριβώς ένα χρόνο μετά την καταστροφή της Καρχηδόνας, άρχισε ο βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Η', ο οποίος αισθανόταν να περικυκλώνεται από τους Ρωμαίους, με το διωγμό των Ελλήνων από την Αλεξάνδρεια. Το ρωμαϊκό κράτος που επιβαλλόταν σταδιακά στα ελληνιστικά βασίλεια, δεν είχε ακόμα σχέση με τον πολιτισμό που δημιούργησαν ο Βιργίλιος, ο Οράτιος και ο Κικέρων. Ο πρώτος πίνακας ζωγραφικής λέγεται ότι έφτασε στη Ρώμη το 146 π.Χ. και προερχόταν από τη λεηλασία της Κορίνθου. Ο στρατηγός Λούκιος Μούμμιος (Lucius Mummius Achaicus) που αγόρασε αυτό τον πίνακα σε δημοπρασία στη Ρώμη, τον τοποθέτησε σπίτι του, γιατί πίστευε ότι ο πίνακας έχει μαγικές δυνάμεις (L. Russo, βλέπε βιβλιογραφία)!
Από τα μέσα του 2ο αιώνα π.Χ. δεν υπάρχουν πια αξιόλογα ελληνικά πολιτισμικά κέντρα. Κάποια εποχή αναδείχθηκε η Ρόδος, οπότε και κατασκευάστηκε ο μηχανισμός των Αντικυθήρων, αλλά φαίνεται να εξαντλήθηκαν σύντομα τα περιθώρια οικονομικής στήριξης.  με τη ρωμαϊκή λεηλασία έληξε και αυτή η αναλαμπή. Να σημειώσουμε δε ότι με κάθε λεηλασία πόλης καταστρέφονταν και οι βιβλιοθήκες, είτε με πυρπόληση, είτε με μεταφορά των συγγραμμάτων σε ρωμαϊκές πόλεις για να στολίσουν τις επαύλεις των στρατηγών. Μέσα σ' αυτό το κλίμα πολιτισμικής παρακμής και πολιτικο-στρατιωτικών ανακατατάξεων του 1ου αιώνα π.Χ. ανακαλύπτεται πάλι ο Αριστοτέλης, ο οποίος κατά των Κικέρωνα είχε αγνοηθεί μέχρι τότε τελείως.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.