Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Φόρος τιμής στον φίλο και σύντροφο Σταύρο πού έφυγε άδικα..


http://www.youtube.com/profile?user=AtreidisSerapeios#grid/favorites

 Ένας εξαιρετικός άνθρωπος, ένας  Έλληνας με όλη την σημασία της λέξεως.
 Ένα ελάχιστο κομμάτι του βρίσκεται  στο κανάλι που έστησε κάποτε.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Πολυτονικό ή μονοτονικό;

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"

Κύριε Διευθυντά,
Στὴν "Κ" τῆς 15/10, στὸ ἀφιέρωμα γιὰ τὸ πολυτονικό, ὁ κ. Βατόπουλος διερωτᾶται: "Ὑπάρχουν νέοι ποὺ δὲν διδάχθηκαν τὸ πολυτονικὸ καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίζουν;" Ναί, ὑπάρχουν, καὶ μάλιστα οὐκ ὀλίγοι, μὲ συνέπεια ποὺ ἐκπλήσσει (δηλαδὴ παντοῦ, ἀκόμα καὶ στὰ διαδικτυακὰ "τσάτ"). Ἡ ἐπιλογή τους αὐτὴ σὲ καμία περίπτωση δὲν προκύπτει ἀπὸ κοινὲς πολιτικὲς ἢ θρησκευτικὲς συνισταμένες, καὶ ἐξυπακούεται πὼς ἀναφερόμαστε σὲ χρήση τῆς φρέσκιας δημοτικῆς γλώσσας. Ἐπιτρέψτε μας νὰ προτείνουμε τὴν ἀκόλουθη ἱεράρχηση τῶν αἰτιῶν, μετὰ ἀπὸ σχετικὲς συζητήσεις:
(α) Θεωροῦν πὼς μὲ τὸ πολυτονικὸ διασώζεται καίρια καὶ σημαντικὴ πληροφορία στὴν λέξη καὶ κυρίως στὴν πρόταση, πληροφορία ὄχι κατ' ἀνάγκην φωνητική.
(β) Ἀντιμάχονται τὴν ἄρση περίπου δισχιλιετοῦς συνέχειας τῆς ὀπτικῆς (βιωματικῆς) ἀποτύπωσης τῆς γλώσσας. (Δὲν θεωροῦν τὴν Βουλὴ ἁρμόδια γιὰ μιὰ τέτοια ἀπόφαση, καὶ δὴ μὲ τροπολογία καὶ 30 βουλευτές, ὅπως συνέβη.)
(γ) Ἀποστρέφονται τὴν τραγικὰ λανθασμένη de facto διχοτόμηση τῆς γλώσσας σὲ "ἀρχαῖα" καὶ "νέα", δηλαδὴ σὲ ὅ,τι τυπώθηκε πρὶν τὸ 1982 καὶ μετὰ τὸ 1982 ἀντίστοιχα (γιὰ τοὺς μαθητὲς τῶν λυκείων μας, ὁ Ἐλύτης γράφει "στὰ ἀρχαῖα", ἐπειδὴ τυπώνεται σὲ πολυτονικό. Ρωτῆστε τους). Ἢ τὴν θεώρηση τῆς πολυτονισμένης δημοτικῆς γλώσσας ὡς "καθαρεύουσας", θεώρηση κρατικὰ ὑποβοηθούμενης ἡμιμάθειας.
(δ) Διαπιστώνουν πὼς τὸ πολυτονικὸ εἶναι πιὸ λειτουργικό, "λογικὸ" τονικὸ σύστημα, μὲ ἐσωτερικὴ συνέπεια ποὺ στὴν μονοτονία ἀντικαθίσταται μὲ δύσκαμπτες τονικὲς συμβάσεις ("ὁ δάσκαλός του"- ὁ δεύτερος τόνος ἐμφανίζεται ἀπὸ τὸ πουθενὰ κ.ἄ.).
(ε) Κρίνουν πὼς ἂν σὲ γλωσσικὰ ζητήματα προκρίνουμε τὸ κριτήριο τῆς χρησιμότητας/εὐκολίας, καλύτερα νὰ κάνουμε τὴ δουλειὰ σωστά: νὰ υἱοθετήσουμε ἐπισήμως φωνητικὴ γραφή, γκρῆκλις/λατινικὸ ἀλφάβητο ἢ ἀκόμα καλύτερα τὰ διεθνῆ ἀγγλικά. Δυστυχῶς, τὰ ἑλληνικὰ εἶναι δύσκολα καὶ ἀφοροῦν μιὰ πολὺ μικρὴ ἀγορά. Πρὸς τί τόση ταλαιπωρία;
(ς) Πέραν τούτων, τὸ προτιμοῦν καὶ αἰσθητικά.
Τέλος, πολὺ ἁπλά, συχνὰ ἔχουν πειστεῖ ἀπὸ τὶς σχετικὲς ἀπόψεις τοῦ Ἐλύτη, τοῦ Σαββόπουλου, τοῦ Γιανναρᾶ, τοῦ Καστοριάδη, τοῦ Ράμφου, τοῦ Παπάζογλου (παρεμπιπτόντως, ἅπαντες δημοτικιστές), τῆς Ντὲ Ρομιγὶ καὶ ἄλλων. Ἐνῷ δὲν τυγχάνουν ἀκριβῶς θαυμαστὲς τοῦ Ἐλ. Βερυβάκη, ὑπουργοῦ Παιδείας τότε, ἢ τῶν ἐμμονῶν τοῦ κ. Κριαρᾶ, ποὺ ἀμφισβητεῖ τὴν ὕπαρξη νέων ἀνθρώπων ποὺ πολυτονίζουν- δηλαδή, τὴν ὕπαρξή μας. Οὔτε πείθονται ἀπὸ τὴν ζωτικὴ προτεραιότητα τῆς ἥσσονος προσπάθειας.
Πολὺ σωστὰ ἐπισημάνθηκε στὰ ἄρθρα πὼς οἱ οἰκονομικοὶ λόγοι τῆς ἐπιβολῆς τῆς μονοτονίας ἔχουν πλέον ἐκλείψει. Τὰ πολυτονικὰ ἑλληνικὰ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένα σὲ ὅλες τὶς τελευταῖες ἐκδοχὲς τῶν Windows τὴν τελευταία δεκαετία (Greek polytonic), χρειάζονται ἁπλῶς ἐνεργοποίηση καὶ ἀξιοποιοῦν εἰδικὴ διάταξη τοῦ πληκτρολογίου. Πλέον, ὅλες οἱ συνηθισμένες γραμματοσειρὲς (π.χ. Times New Roman ἀπὸ Vista κι ἑξῆς) ἔχουν σχεδιαστεῖ καὶ γιὰ τονισμένα ἑλληνικά.
Σωτήρης Μητραλέξης (23, φοιτητής, Βερολίνο Γερμανίας),
Δημήτρης Ζάχος (26, φοιτητής, Ἀθήνα),
Γιάννης Ντάγκας (23, φοιτητής, Ἀθήνα),
Ἀπόλλων Μπαζάντε-Κωστόπουλος (33, φοιτητής, Ἀθήνα),
Στέλιος Θεοδωράκης (20, φοιτητής, Ἀθήνα),
Κυριάκος Παπαδόπουλος (30, φοιτητής, Μπέρμινγκχαμ Ἀγγλίας)


Πηγή: http://www.antibaro.gr/node/3405

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Κοινωνικές επιστήμες, έθνος και εθνικισμός του Σπύρου Βρυώνη,

Έθνος και εθνικισμός

Ένα πολύ ενδιαφέρον και χρήσιμο κείμενο του κορυφαίου βυζαντινολόγου και ακαδημαϊκού Σπύρου Βρυώνη. Νομίζω ότι είναι μια περιεκτική απάντηση στις εθνομηδενιστικές θεωρίες με τις οποίες μας βομβαρδίζουν διάφοροι αχαρακτήριστοι (υπηρέτες του διεθνούς κεφαλαίου) και νομίζω πως πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά.

Η απόφαση της Ακαδημίας Αθηνών να οργανώσει τρεις διαφορετικές ημερίδες, σχετικές με τους αποφασιστικούς σταθμούς της προέλευσης των σύγχρονων Ελλήνων, είναι σημαντική για το νέο ελληνικό κράτος και για εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως σύγχρονοι Έλληνες, όπως και για εκείνους που δεν το κάνουν. Οι αποσυνθετικές παράμετροι των διεθνών διπλωματικών και στρατιωτικών συγκρούσεων έχουν δημιουργήσει ένα παγκόσμιο παράδοξο, στα πλαίσια του οποίου ορισμένοι προέβλεπαν την αποδυνάμωση ή τη σταδιακή εξαφάνιση του «έθνους» και του «εθνικισμού» μπροστά στον «διεθνισμό», ενώ άλλοι είχαν προβλέψει το αντίθετο: την εξασθένιση ή εξαφάνιση του «διεθνισμού» μπροστά σε μια αναβίωση του «έθνους» και του «εθνικισμού». Ωστόσο, η διατύπωση προφητικών προβλέψεων δεν περιλαμβάνεται στο έργο του ιστορικού.
Συχνά, οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. Το παράδειγμα του διάσημου Bοστονέζου ψυχιάτρου Δρ. Langer να προβεί σε ανάλυση της προσωπικότητας του Χίτλερ αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Η χρησιμοποίηση της στατιστικής από τους κοινωνιολόγους έχει οπωσδήποτε μια πρακτική αξία, σε ό,τι αφορά τις προφανείς ασθένειες της σύγχρονης κοινωνίας. Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι, εδώ, αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα. Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.
Μετά από αυτές τις λίγες γενικεύσεις που αφορούν τους κοινωνικούς επιστήμονες, πρέπει να στραφούμε προς τον ρόλο τους στη διαμόρφωση των θεωριών και των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός». Δεν είμαι ειδικός στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, υποχρεώθηκα να αντιμετωπίσω το έργο των κοινωνικών επιστημόνων σχετικά με το σημαντικό ζήτημα της φύσης και της προέλευσης του «έθνους» και του «εθνικισμού», ζήτημα που, τα τελευταία πενήντα χρόνια, έχει διαμορφώσει μια ολόκληρη βιομηχανία, με μεγάλη επιστημονική βιβλιογραφία. Παραπέρα, αποτελεί ένα θέμα το οποίο έχει υποστεί μια ταχεία και δυναμική εξέλιξη στα 65 χρόνια που πέρασαν από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Σε αυτή τη σύντομη παρουσίαση θα γίνει προσπάθεια να αναδειχθούν κάποια βασικά σημεία των τομών που σηματοδότησαν ραγδαίες αλλαγές –θεωρητικά και πρακτικά– στην ιστορία και την προέλευση των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός».
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι πολλά επιστημονικά συγγράμματα έχουν χρησιμοποιήσει μόνο ένα παλαιότερο μέρος από τα πορίσματα των κοινωνικών επιστημόνων, και συνεπώς, εφαρμόζουν τις μεθόδους, τις υποθέσεις, τα συμπεράσματα και τις προβλέψεις τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις μεταγενέστερες μελέτες, τις διορθώσεις και κάποτε τις ριζικές αναθεωρήσεις τους, τόσο στη θεωρία, όσο και στα δεδομένα που χρησιμοποιούν σχετικά με το ζήτημα αυτό. Διότι τα συγγράμματα των κοινωνικών επιστημόνων, σε ένα χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τον μισό αιώνα, έχουν υποστεί πολύ σημαντικές αλλαγές ως προς τις θεωρίες και την ιστορία της εξέλιξης της σημασίας του «έθνους» και του «εθνικισμού».
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες κατά κύριο λόγο οι οποίοι, όχι μόνο εξετάζουν το «πότε» και το «πώς» εμφανίστηκαν τα έθνη και ο εθνικισμός, αλλά είναι επίσης και αυτοί που έχουν διατυπώσει τόσο τις σχετικές θεωρίες, όσο και πολλές παραλλαγές αυτών των θεωριών. Τα έργα τους έχουν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στον διάλογο γι’ αυτά τα δύο «σύγχρονα» φαινόμενα, συνεχίζουν να τον εμπλουτίζουν και προσωπικά τα έχω βρει συναρπαστικά, έχοντας ωφεληθεί τα μέγιστα από αυτά.
Εντούτοις, τα έργα αυτά προβαίνουν σε μια εκτεταμένη χρήση ιστορικών δεδομένων, προκειμένου να καταλήξουν σε θεωρητικά συμπεράσματα και παρότι διαθέτουν μια εξειδικευμένη «πραγματολογική» γνώση μιας συγκεκριμένης περιοχής, κοινωνίας, ή εποχής, ταυτόχρονα δείχνουν μια έλλειψη εξειδικευμένης «πραγματολογικής» γνώσης των θεματικών που βρίσκονται εκτός της δικής τους περιοχής. Επιπλέον, προχωρούν στην κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοια έκταση ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων) και στηρίζονται σε ιστορικούς εξειδικευμένους σε περιοχές με τις οποίες οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν είναι εξοικειωμένοι.. Μπορούμε επί πλέον να διαπιστώσουμε την ισχυρή επίδραση των κοινωνικών επιστημόνων πάνω στην ιστορική επιστήμη, παράλληλα με την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, καθώς και την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. Αυτή η πολυχρησιμοποιημένη λέξη χρησιμοποιείται από όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες, αλλά η συγκεκριμένη χρήση της μπορεί να διαφέρει από τον ένα κοινωνικό επιστήμονα στον άλλο. Επιπλέον, πολλοί ιστορικοί ασχολούνται με το «που» και «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, αλλά δίνουν πολύ λίγη προσοχή στον σαφή προσδιορισμό της έννοιας του πολιτισμού.
Η ανάπτυξη της ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας των κοινωνικών επιστημών είναι τεράστια, με αποτέλεσμα να έχει επισκιάσει τις προσπάθειες να διατυπωθεί μια ιστορία της εξέλιξης των εννοιών του «έθνους» και της «εθνικότητας». Για τους σκοπούς αυτής της σύντομης παρουσίασης θα περιγράψουμε τα μεταπολεμικά έργα της περιόδου 1945-2003 (κατά Paul Lawrence) πολύ σύντομα και επιμένοντας μόνο στα σημαντικά σημεία.
Μπορούμε να διακρίνουμε δύο υποπεριόδους: Αυτή που αποκαλείται «απαρχές του κλασικού μοντερνισμού (1945-1969)» και την «άνοδο και πτώση του κλασικού μοντερνισμού (1970-2003)».
Πρόκειται για ένα μόνο μέρος του σκελετού που χρησιμοποιείται από τον Lawrence, αλλά αρκεί για την παρούσα ανάλυση. Επιπλέον, μέσα σε κάθε κίνηση ή θεωρητική στάση υπάρχουν παραλλαγές ως προς τους παράγοντες και/ ή τις λεπτομέρειες, οι περισσότερες των οποίων δεν μας αφορούν εδώ.
Ο πολιτικός επιστήμονας Ernest Gellner αναγνωρίζεται γενικά ως ο «αρχιερέας» του μοντερνισμού (όσον αφορά τη συζήτηση για την προέλευση του έθνους και του εθνικισμού), που επέφερε μια εντυπωσιακή αλλαγή στη θεωρία και τη σύλληψη του υπό συζήτηση θέματος. Ο Gellner τοποθετείται στην αφετηρία αυτού που έχει περιγραφεί ως «κλασικός μοντερνισμός» (στο περιορισμένο πεδίο του). Τα κείμενά του επέπρωτο να γίνουν ο άγριος άνεμος, που φύσηξε στη φωτιά των διαλόγων για το έθνος και τον εθνικισμό. Για δύο σχεδόν δεκαετίες (από τη δημοσίευση των κειμένων του, το 1964) η θεωρία του αποτέλεσε ένα ατράνταχτο δόγμα, μια ορθοδοξία, προτού υποστεί μια κάποια εύστοχη επίθεση.
Η θεωρία του δομήθηκε πάνω σε δύο σημαντικές προγενέστερες συμβολές. Η πρώτη ήταν τα γραπτά του ιστορικού Hans Cohn και του πολιτικού επιστήμονα Karl Deutsch, οι οποίοι είχαν προσφέρει στις έννοιες τόσο του έθνους όσο και του εθνικισμού μια διάσταση έντονης νεωτερικότητας. Δεύτερον, και σημαντικότερο, κατά την προηγούμενη δεκαετία, ορισμένοι κοινωνιολόγοι εργάστηκαν πάνω στις δικές τους κοινωνικές θεωρίες, τις οποίες ο Τalcott Parsons επεξέτεινε και εμβάθυνε ως προς τον τρόπο με τον οποίο παραδοσιακές (φεουδαρχικές / αγροτικές) κοινωνίες μετατράπηκαν σε σύγχρονες. Το αποτέλεσμα ήταν μια σύγχρονη προσέγγιση και θεωρητικοποίηση, η οποία απαιτούσε λειτουργική ανάλυση των αναγκών των κοινωνιών σε περιόδους μεγάλων αλλαγών και προκλήσεων.
Ο Gellner παρέμεινε προσηλωμένος στις κατευθυντήριες αρχές του σε όλη του τη σταδιοδρομία και σε όλα τα γραπτά του (υπάρχουν μόνο μικρές παρεκκλίσεις από την ολοκληρωτική απόρριψη κάθε τι του παραδοσιακού) και η επιμονή του εκφράζεται καλύτερα με τα δικά του λόγια:
"Μοντερνιστές, όπως εγώ, πιστεύουμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε γύρω στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, και δεν υπάρχει τίποτε το προγενέστερο το οποίο να επιφέρει την παραμικρή διαφοροποίηση στα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε"
Τα επιχειρήματά του συνήθως αρχίζουν με την απόφανση ότι ο εθνικισμός και το έθνος είναι αδιαμφισβήτητα και αποκλειστικά σύγχρονα φαινόμενα, καθώς και με την απερίφραστη απόρριψη κάθε επιβίωσης κάποιων ουσιαστικών για το ζήτημα παραδοσιακών στοιχείων. Ακόμη και η απλή σκέψη μιας τέτοιας επιβίωσης απορριπτόταν ως «σκέτη ανοησία». Περαιτέρω, ο ίδιος αναδιατυπώνει αυτή τη θέση, επιστρατεύοντας ένα είδος υλιστικού αιτιολογικού παράγοντα, σε αντίθεση με μια μη-υλιστική αιτιώδη συνάφεια που χρησιμοποιούν άλλοι μελετητές. Θεώρησε τον εθνικισμό ως «υποπροϊόν» της νεωτερικότητας, μιας νεωτερικότητας που είναι αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα.
Ένα ακόμα τέτοιο «υποπροϊόν» είναι και το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα που απαιτεί η εκβιομηχάνιση για να εξυπηρετήσει το νέο έθνος-κράτος. O Gellner διακηρύσσει ότι η συνύπαρξη πολιτισμών, ξένων μεταξύ τους, δηλαδή τα δύο επίπεδα της προ-μοντέρνας κοινωνίας, αρκούσαν για τις μεσαιωνικές παραδοσιακές πολιτικές οντότητες. Αλλά η βιομηχανική επανάσταση προκάλεσε τη διατάραξη και τη διάλυση αυτών των δύο διαφορετικών πολιτισμών, και οι κοινωνίες απαίτησαν μια αντίστοιχη εκπαιδευτική επανάσταση, καθώς η παραδοσιακή κοινωνία άρχισε να μετακινείται προς τις εκβιομηχανισμένες πόλεις.
Προκειμένου να ικανοποιηθούν οι οικονομικές ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας, δημιουργήθηκε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο επέφερε την υιοθέτηση της κρατικής κουλτούρας από την πρώην παραδοσιακή κοινωνία, καθώς αυτή συνέρεε στις πόλεις. Αυτή η νέα προσπάθεια για εξασφάλιση κοινωνικής ομοιογένειας επιβλήθηκε, συνεπώς, με την υιοθέτηση ενός ενιαίου πολιτισμού. (Πρέπει να διευκρινιστεί,, σε αυτό το σημείο, ότι οι συμμετέχοντες στον διάλογο αυτό είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν τον όρο πολιτισμός, με τρόπο που να ορίζει σχεδόν οτιδήποτε μπορούσε να προσδώσει συνοχή σε μία συγκεκριμένη θεωρία ή σε ένα συγκεκριμένο επιχείρημα. Η «σημασία» του, επομένως, προσδιορίζεται από τις κοινωνικές επιστήμες ή από οποιαδήποτε άλλη θεωρία. Μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε απαιτείται από οποιοδήποτε εγχείρημα.)
Ωστόσο, το έργο και η θεωρία του Gellner για το έθνος και τον εθνικισμό αποτέλεσε έναν σημαντικό σταθμό σε ένα διάλογο, ο οποίος συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Τόσο οι επικριτές όσο και η πληθώρα των οπαδών του έχουν επηρεαστεί από τη σκέψη και τη θεωρία του, ενώ ορισμένες σύγχρονες διαστάσεις των απόψεών του έχουν επιβιώσει, σε αντίθεση με άλλες.
Ο Lawrence θεωρεί τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 ως την περίοδο της ανόδου, όσο και της πτώσης του «κλασικού μοντερνισμού». Η εποχή άνοιξε με έναν έντονο, για να μην πω οξύτατο, διάλογο ως προς την προέλευση και την ουσία του έθνους και του εθνικισμού. Οι οπαδοί της θεωρίας του Gellner επιμένουν ιδιαίτερα στη νεωτερικότητά της και την κεφαλαιώδη σημασία της οικονομικής ανάπτυξης στη βιομηχανική επανάσταση και στην άλλη επανάσταση που ακολούθησε, δηλαδή το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα, και στην απομάκρυνση από τους προγενέστερους πολιτισμούς των προ-βιομηχανικών κοινωνιών. Εδώ τα κείμενα και οι θεωρίες του Eric Hobsbaum και του Benedict Anderson παίζουν έναν κομβικό ρόλο. Δεδομένης της συντομίας αυτής της ανακοίνωσης, δεν είναι δυνατό να μιλήσουμε για άλλους συγγραφείς, όπως οι Paul Brass και Michael Hechter. Είναι τα έργα του Hobsbaum και του Anderson, που συνέβαλαν στην απόλυτη επικράτηση της νεωτερίζουσας αντίληψης περί εθνών και στην προσωρινή κυριαρχία της στον διάλογο που διεξάγεται στο εσωτερικό των κοινωνικών επιστημών.
Σχεδόν ταυτόχρονα άρχισαν να εμφανίζονται στον ορίζοντα οι απαρχές της μεθοδολογικής κριτικής, τόσο σε βιβλιοκριτικές των μοντερνιστικών έργων, όσο και με την εμφάνιση σοβαρών ακαδημαϊκών εργασιών που αμφισβητούσαν ουσιώδεις παραμέτρους των νεωτεριστικών θεωριών.
Μεταξύ άλλων, οι Hobsbaum και Anderson συνέδεσαν τις θεωρητικές αναπτύξεις τους με εκείνες των μοντερνιστών (Gellner κ.α.), σχετικά με την εξέλιξη της πολιτικής και της βιομηχανικής κοινωνίας. Διαφοροποιήθηκαν, ωστόσο σε ένα σημείο, εγείροντας το ζήτημα της πληρέστερης κατανόησης ενός τρίτου παράγοντα που συμβάλλει στη δημιουργία του εθνικισμού, τον παράγοντα του πολιτισμού.
Αυτόν τον πολιτισμό ο Anderson τον ορίζει ως ένα «πολιτισμικό τεχνούργημα». Επομένως, «εφευρέθηκε», ή, ακόμη καλύτερα, υπήρξε προϊόν φαντασίας ή κατασκευής από τις ελίτ. Εισήλθε στη νέα σύνθεση ως «ιστορικές συγκυρίες». Ορίζοντάς το στοιχείο του «εθνικού αισθήματος» ή συναισθήματος ως κατασκευή, οι δύο αυτοί συγγραφείς επιχείρησαν με έμφαση να το εισαγάγουν στο σχήμα του Gellner. Πρόθεσή τους ήταν με αυτόν τον τρόπο να προσδώσουν στον εθνικισμό και στο έθνος μια πιο ζεστή, πολιτισμική, διάσταση, η οποία ουσιαστικά έλειπε από τις προηγούμενες θεωρίες των μοντερνιστών.
Αυτός ο τρίτος παράγοντας ήταν αναγκαίος, καθώς συνυπολόγιζε τις σοβαρές θυσίες που απαιτούσε η ανάδυση της νέας μοντέρνας κοινωνίας. Ταυτόχρονα, αυτός ο τρίτος παράγοντας του «συναισθήματος» συνοδεύεται, στα κείμενα των δύο συγγραφέων, από τις λέξεις «προγενέστερος», «βαθύς», «παραδοσιακός», πολιτισμός, υπονομεύοντας έτσι την αυστηρότητα της θεωρίας τους. Διότι αυτό το στοιχείο αποτέλεσε στη συνέχεια το έναυσμα για μια επίθεση εναντίον της συνολικής θεωρίας, που περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που εφευρέθηκαν ή δημιουργήθηκαν από τον μοντερνισμό. Παρ’ ότι ο όρος «φαντασιακός», χρησιμοποιείται για να καταδείξει πόσο άχρηστη είναι η παράδοση, δηλαδή οι προ-νεωτερικές θεωρίες του έθνους και του εθνικισμού, στην πραγματικότητα, και ο Hobsbaum και ο Anderson είχαν μόνο τα δύο από τα τρία «πόδια» τους στο στρατόπεδο των μοντερνιστών. Ενώ το τρίτο μέλος τους πατούσε στην πολύ διαφορετική και ανταγωνιστική θεωρία των εθνοσυμβολιστών. Έτσι, ο πρώτος έχει μιλήσει για την ανάγκη εμβάθυνσης στις προγενέστερες κοινωνίες, ως έναν από τους παράγοντες της διαδικασίας, ενώ και οι δύο παραβίασαν τη μοντερνιστική καθαρότητα του Gellner. Στην πραγματικότητα, η τρίτη συνιστώσα, το εθνικό ή εθνοτικό συναίσθημα ως φαντασιακό δημιούργημα, δύσκολα μπορούσε να θεωρηθεί μια επιστημονική βάση για την ερμηνεία ενός «νόμου» των κοινωνικών επιστημών. Η χρήση των όρων «φαντασιακός» και «προϊόν φαντασίας» δεν αφήνει πολλά περιθώρια ελιγμών σε ένα διάλογο. Δεν είναι αδόκιμο να αναφέρουμε κι’ εδώ το ερώτημα ενός επικριτή: «Πώς ξεχωρίζεις το “γνήσιο” από το “ψευδές” παρελθόν;» Το να επιμείνει κανείς στα μυθικά «δεδομένα» είναι τουλάχιστον ύποπτο. Αυτό εξ άλλου εγείρει το ζήτημα των σχέσεων μύθου και ψεύδους.
Πριν περάσουμε στην επόμενη φάση της συζήτησης, δηλαδή την αποτελεσματική κριτική και ανάλυση της μοντερνιστικής αντίληψης, αξίζει να εξάρουμε, εν συντομία, ορισμένες αρετές του βιβλίου του Anderson. Η αντικειμενικότητά του είναι αδιαμφισβήτητη, η ευγένειά του απέναντι στους επικριτές του χρησιμοποιείται δημιουργικά, γι’ αυτό και πρόσθεσε δύο κεφάλαια στη δεύτερη έκδοση και τους ευχαριστεί για τις κριτικές υποδείξεις τους. Επί πλέον, εισάγει μια παράμετρο που σπανίως συναντάται στον σχετικό διάλογο, τις απόψεις των εθνών και εθνικισμών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Προσωπικά, βρήκα ότι το βιβλίο του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως λόγω του ότι εκφράζει τους κλασικούς μοντερνιστές στις παραμονές της ριζικής ανατροπής που ακολούθησε.
Φθάνουμε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία που επιχείρησε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner. Αν και ο πρώην μαθητής δεχόταν αρχικά τις θεωρίες του δασκάλου του, μετά από μια ενδελεχέστερη επανεξέταση της μοντερνιστικής ερμηνείας, συνειδητοποίησε ότι η έννοια του πολιτισμού δεν αντιμετωπιζόταν ικανοποιητικά στη μοντερνιστική θεωρία. Αν και δεχόταν την ανάλυση των μοντερνιστών ως προς τη νεωτερική υφή του έθνους και του εθνικισμού, βρήκε την ανάλυση του πολιτισμού και του ρόλου του στην εφεύρεση του «πολιτισμού» ρηχή και ανεπαρκή για μία συνολική θεωρητική περιγραφή του έθνους και του εθνικισμού. Η μεταγενέστερη σταδιοδρομία του Smith υπήρξε εξαιρετικά παραγωγική και η διατύπωση της θεωρίας του πειστική, σε μια επιτυχημένη προσπάθεια να προσδώσει ιστορικότητα και στις δύο αυτές έννοιες, καθώς τους προσέδωσε ισχυρές και αδιαμφισβήτητες ρίζες στην παλαιότητα αυτής της διάστασης του έθνους και του εθνικισμού. Κατά την άποψή του, ο τρίτος παράγων στη δημιουργία του έθνους και του εθνικισμού ήταν το ιστορικό προνεωτερικό παρελθόν.
Στο εξής, ο διάλογος για την προέλευση και τη φύση και του έθνους και του εθνικισμού έλαβε χώρα με τρόπο δημόσιο και ηχηρό, και μάλιστα σε έντυπη μορφή μεταξύ δασκάλου και μαθητή. Η άποψη του Smith είναι ότι το «έθνος» προέρχεται από τα «έθνη», δηλαδή από τη συλλογική μορφή της κοινότητας στις προ-νεωτερικές κοινωνίες, στις οποίες οι παραδόσεις ήσαν ακόμα ισχυρές, και διατηρείτο η συνοχή τους ως μιας συνειδητής κοινωνικής οντότητας, η οποία κατά την διαδικασία του εκσυγχρονισμού της προσέδωσε στο έθνος και τον εθνικισμό μεγάλο μέρος του πολιτισμού και ειδικότερα του «συναισθήματος» και των «αισθημάτων» της αρχαιότητας. Οι οπαδοί της νέας ερμηνείας χαρακτηρίσθηκαν ως «εθνοσυμβολιστές». Οι εθνοσυμβολιστές, μεταξύ άλλων, προσέφεραν στη θεωρία του έθνους και του εθνικισμού μια νέα εξαιρετικά παραγωγική αντίληψη, η οποία συνέδεσε τη νεωτερικότητα με μια αναμφισβήτητα βαθιά και πλούσια ποικιλία από συναισθήματα και ιστορικά δεδομένα, ενώ η αποδοχή των απόψεών τους συνέβαλε στο να αναδειχθεί αυτή η έννοια του πολιτισμού, και να αντικατασταθεί η πιο στρουκτουραλιστική και αδιάφορη θεωρία περί πολιτισμού που είχαν αναπτύξει οι κλασικοί μοντερνιστές.
Τα κείμενα του Smith απέδωσαν καρπούς και ο δάσκαλός του βρέθηκε να παλεύει για μια χαμένη μάχη. Βέβαια, ο Gellner δήλωσε ότι ποτέ δεν αποδέχθηκε το έργο του μαθητή του και παρέμεινε σθεναρά προσηλωμένος στις απόψεις του μέχρι τέλους. Αλλά έτσι αγνόησε το γεγονός ότι ο ίδιος είχε δηλώσει πως η θεωρία του για τον πολιτισμό έχει προκύψει από το παρελθόν. Πάντως, παραδέχτηκε ότι η νέα αυθεντία ήταν πλέον ο Smith.
Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο δεκτικός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, παραδέχτηκε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό. Συχνά η αρετή αναδεικνύεται στις στιγμές της ήττας. Μόλις συνειδητοποίησε ότι η θεωρία του Smith είχε αντικαταστήσει τη δική του θεωρία, έγραψε στην εισαγωγή της νέας έκδοσης του δικού του κλασικού έργου, lmagined Communities [στα ελληνικά το έργο έχει μεταφραστεί με τον τίτλο Φαντασιακές κοινότητες], ότι συνειδητοποίησε πως το εν λόγω βιβλίο του είχε σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι και ολοκληρωτικά, ξεπεραστεί. Αξίζει να παρατεθεί αυτούσια η αποτύπωση αυτής της συνειδητοποίησης, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα μια αφορμή για αναστοχασμό από όλους τους θεωρητικούς, οι οποίοι διατυπώνουν άκαμπτες θεωρίες στις κοινωνικές επιστήμες:
Δεν είναι μόνον το πρόσωπο του κόσμου που έχει μεταβληθεί κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Και η μελέτη του εθνικισμού έχει μεταμορφωθεί εκπληκτικά – σε μέθοδο, κλίμακα, εκλέπτυνση, ακόμα και ποσοτικά… Η προσαρμογή των Φαντασιακών Κοινοτήτων στις απαιτήσεις αυτών των τεράστιων αλλαγών που έχουν συμβεί στον κόσμο και στα κείμενα είναι ένα έργο που υπερβαίνει τις σημερινές δυνατότητές μου. Έκρινα καλύτερο, ως εκ τούτου, να το αφήσω σε μεγάλο βαθμό ως έχει, ως ένα μη «αναστηλωμένο» κομμάτι εποχής, με το δικό του χαρακτηριστικό στυλ, σιλουέτα, και διάθεση.
Ωστόσο, παρηγορείται από το γεγονός ότι:
Η ιδιότυπη μέθοδος και οι προβληματισμοί των Φαντασιακών Κοινοτήτων μου φαίνεται ότι εξακολουθούν να βρίσκονται στις παρυφές των νεότερων μελετών για τον εθνικισμό – και υπό την έννοια αυτή, τουλάχιστον, δεν έχουν ολοκληρωτικά ξεπεραστεί.
Τα συναισθήματά του, που διατυπώνονται με τόση σαφήνεια, είναι ένας καθρέφτης των αρετών του ως μελετητή και ως ανθρώπου. Πιστεύει στον διάλογο ως επιστημονική μέθοδο, και υπήρξε αρκετά ευφυής ώστε να συνειδητοποιήσει ότι όλες οι θεωρίες που υπόκεινται σε διάλογο είναι αμφισβητήσιμες. Αναγνωρίζει ότι το έργο του είναι και παραμένει κλασικό, έστω και αν είναι πλέον περιθωριοποιημένο. Ωστόσο, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ακαδημαϊκού διαλόγου.
Τέλος, λίγα –ελάχιστα– σχετικά με τους μεταμοντέρνους. Η συμβολή τους, αν μπορεί κανείς να την ονομάσει έτσι, είναι ότι θέτουν ένα τέλος στο διάλογο, δεδομένου ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι προτείνουν θεωρίες για πράγματα, τα οποία είναι αδύνατο να γνωρίσουμε! Ο Derrida θα έθετε τέλος σε ένα τέτοιο διάλογο με τη θεωρία του για την «αποκλειστικότητα» του κειμένου. Δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτό το απόφθεγμα αποκλείει και τον ίδιο τον εαυτό του. Γνωρίζει, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτή τη διατύπωση, και ο ίδιος αποκλείει τον εαυτό του από όλα τα κείμενα, είτε προ-μοντέρνα είτε σύγχρονα, και αποκλείει και την ίδια τη μη-θεωρία του. Θεωρητικά, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει μια τέτοια θεωρία, αλλά οι κοινωνικοί επιστήμονες θα την απέρριπταν. Οι δε οπαδοί της θεωρίας της αποδόμησης, προτιμούν να επιτίθενται κατά των συγγραφέων και όχι κατά των ίδιων των κειμένων. Ωστόσο, άλλοι μελετητές θεωρούν τον διανοητικό διάλογο θετική προσέγγιση και μπορούν, ατελώς, να συγκρίνουν το διάλογο με την αναζήτηση για την Ιθάκη στο περίφημο ποίημα του Καβάφη.
Σπύρος Βρυώνης
* Το κείμενο αυτό εκφωνήθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» που διοργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010 και αναγνώστηκε σε ελληνική απόδοση από τον πρόεδρο της Ακαδημίας Κ. Σβολόπουλο. Ο Γ. Καραμπελιάς το επιμελήθηκε σε αντιπαραβολή με το αγγλικό πρωτότυπο.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Βασ. Μαρκεζίνης: Οι επτά πυλώνες μιας αποτυχημένης κυβερνήσεως


Βασίλειος Μαρκεζίνης: Οι επτά πυλώνες
μιας αποτυχημένης κυβέρνησης
(και επτά ιδέες για πιθανή αναγέννηση)

Μετά το αποκλειστικό άρθρο του κ. Βασίλειου Μαρκεζίνη τον Ιούλιο του 2011 και την αποκλειστική συνέντευξη στο Αντίβαρο τέλη Αυγούστου 2011, το Αντίβαρο σας παρουσιάζει μία ακόμα αποκλειστικότητα με ένα εκτενές πόνημα που θα προκαλέσει συζητήσεις.
Αντί εισαγωγής ή περίληψης του κειμένου, αντιγράφουμε τις 7 ενότητες της «ασθένειας» και τις 7 ενότητες της «θεραπείας», όπως τις αναλύει διεξοδικά στο ακόλουθο πόνημα των περίπου 12000 λέξεων. Την επιγραμματική αναφορά των ενοτήτων συμπληρώνουμε με 1-2 παραγράφους σε κάθε μία. Με τον τρόπο αυτό παροτρύνουμε τους αναγνώστες του Αντίβαρου να μελετήσουν το κείμενο από εδώ: http://www.antibaro.gr/sites/default/files/Markezinhs_7pulwnes_7idees.pdf

Αποσπάσματα του κειμένου
A. Η Ασθένεια
1. Ψέματα
...Η πρόσφατη ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών μας ότι τα τουρκικά σκάφη που ετοιμάζονται να αρχίσουν γεωτρήσεις νοτίως του Καστελόριζου θα τις πραγματοποιήσουν σε μια περιοχή στην οποία η Ελλάδα είναι «μία από τις χώρες που έχουν νόμιμα δικαιώματα» μπορεί σαφώς να εκληφθεί ως απροκάλυπτη, και δη αδιαπραγμάτευτη, παραχώρηση εθνικών εδαφών και υδάτων. Όποιος συμμερίζεται αυτό τον χαρακτηρισμό πρέπει να αγανακτά όπως εγώ.
...
2. Παραπληροφόρηση
...
έχω καταλήξει εδώ και καιρό στο συμπέρασμα ότι αυτό που χρειάζεται η χώρα μας δεν είναι απλώς αλλαγή κυβέρνησης αλλά η ριζική αποτίναξη πολλών κατεστημένων της, μη εξαιρουμένου, ασφαλώς, του κατεστημένου των ΜΜΕ, τα οποία στηρίζουν τις επιτυχείς προσπάθειες της κυβέρνησης να ρίχνει στάχτη στα μάτια των Ελλήνων πολιτών.
...
Συμπέρασμα: δεν έχουμε χάσει μόνο την εθνική κυριαρχία μας λόγω της κυβερνητικής υπογραφής των δύο Μνημονίων∙ έχουμε επίσης χάσει την εθνική υπόληψή μας, και αυτή θα χρειαστεί πολύς καιρός για να την ανακτήσουμε.
...
Δύο πράγματα, όμως, που αποκαλύφθηκαν τελικά –όσο και αν η ελληνική πλευρά επέμενε να τα αρνείται κατηγορηματικά– ήταν ότι η κυβέρνησή μας έχει συμφωνήσει προ πολλού με την Τουρκία (α) να μη θέσει ζήτημα ΑΟΖ και (β) να αντιμετωπίσει το Καστελόριζο ξέχωρα από το υπόλοιπο Αιγαίο.
...
3. Εσφαλμένες προβλέψεις
...
Οι προβλέψεις για τα εισοδήματα και τις δαπάνες αποδεικνύονται, σε μόνιμη βάση, λανθασμένες. Επιπλέον, οι κρατικές δαπάνες συνεχίζουν να αυξάνονται παρά τις βάναυσες οριζόντιες περικοπές που πλήττουν τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους των χαμηλών και των μεσαίων στρωμάτων. Γιατί;
...
Αν οι προαναφερθείσες ελπίδες για τα Ευρωομόλογα βασίζονται αφελώς στις ιδέες της διακρατικής «αλληλεγγύης» και «φιλίας», ή σε οποιουσδήποτε άλλους αβάσιμους ή και ανόητους συναισθηματισμούς, οι κυβερνητικές δηλώσεις είναι, ομοίως, εκτός πραγματικότητας
...
Αργά ή γρήγορα, αυτή η Ένωση –στην επιτυχία της οποίας, προσωπικά, έχω αφιερώσει (ματαίως;) όλη μου την επαγγελματική ζωή– είτε θα διαλυθεί είτε θα οδηγήσει σε μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων, με έναν σπάταλο Νότο και έναν πειθαρχημένο Βορρά έτοιμο να συμπαραταχθεί με τη Ρωσία και τον ορυκτό πλούτο της.
...
Επιτακτικό σήμερα είναι το πώς θα βρεθεί ένας τρόπος ώστε η Βουλή να μπορεί εφαρμόσει τον νόμο σε όσα μέλη της θεωρούνται ύποπτα αδικημάτων.
...
4. Έλλειψη σχεδιασμού
...
Η περίπτωση του ναυτιλιακού τομέα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της παράλυσης, της εσωτερικής διχόνοιας των πολιτικών και της έλλειψης φαντασίας από την πλευρά πολλών μελών της κυβέρνησης,
...
οι πολιτικοί μας είναι ασυναγώνιστοι στο να παρουσιάζουν τις προσωπικές τους βλέψεις ως γενικά ζητήματα αρχής.
...
5. Έλλειψη συντονισμού
...
Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο ισχυρισμός ότι ο σημερινός πρωθυπουργός, πέρα από το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του στην εφαρμογή μιας πολιτικής γραμμής βασισμένης εκ περιτροπής στην κατάθλιψη και την ανακούφιση, και προορισμένης να προκαλέσει σοκ και δέος στον ίδιο του τον λαό και να τον εξωθήσει στη σύγχυση και ακολούθως στην υποταγή, έχει επίσης επιδείξει μνημειώδη ανικανότητα στους τομείς της ηγεσίας και του συντονισμού
...
6. Ευνοιοκρατία
...
Διότι στην Ελλάδα οι υπουργοί Εξωτερικών ενδιαφέρονται περισσότερο για τη δική τους εικόνα παρά για την εικόνα της πατρίδας τους, την οποία υποτίθεται ότι πρέπει να εκπροσωπούν. Ας είμαστε όμως δίκαιοι: η προκάτοχος του κ Δρούτσα είχε πιο ανεπτυγμένο το αίσθημα της αυτοπροβολής.
...
Η αντίθεση με τις αντίστοιχες προσπάθειες που γίνονται σε αυτό το επίπεδο από τις διπλωματικές υπηρεσίες χωρών όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Ολλανδία και η Τουρκία –και περιορίζω τις παρατηρήσεις μου σε χώρες των οποίων τους ξένους αντιπροσώπους έχω γνωρίσει κατά το παρελθόν– είναι τόσο κραυγαλέα ώστε επισκιάζει τη χώρα μου μέχρι ταπεινώσεως!
...
7. Εθνική κατάθλιψη
...
Αυτός ο ψυχολογικός βιασμός του νου των πολιτών στοχεύει στην εξουδετέρωση της ικανότητάς τους να σκέφτονται, να αντιδρούν, να διαμαρτύρονται και, το χειρότερο όλων, να ονειρεύονται ένα κάποιο μέλλον
...
Μήπως, αντιθέτως, να γινόταν άμεση παύση της απολύτως αδικαιολόγητης ελληνικής στήριξης της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ; Μήπως να γινόταν άμεση ανακήρυξη της ΑΟΖ έπειτα από συμφωνία με την Κύπρο και το Ισραήλ; Μήπως; Μα όποιος κάνει καν αυτές τις ερωτήσεις αποδεικνύει ότι δεν ξερει τίποτα περί αυτού του υπουργείου.
...
Όχι βέβαια! Ποιο, άλλωστε, από τα τουρκόφιλα μέλη του ΕΛΙΑΜΕΠ, το οποίο, χρόνια τώρα, επί τρεις κυβερνήσεις τουλάχιστον, ασκεί υπέρμετρη, και δη επιζήμια επιρροή κατα την γνώμη όλο και περισσοτέρων πολιτών - Ελλήνων και Κυπρίων - στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής μας, θα ανεχόταν μια τέτοια κίνηση;
...
 Β. Η θεραπεία
...
1. Ορθή ταυτοποίηση και τιμωρία των ενόχων
...
Τα κατεστημένα αυτά παίζουν εδώ και καιρό κάτι που μπορώ να περιγράψω μόνον ως το ιδιοτελές παιχνίδι της εξουσίας, της απληστίας και της προσωπικής φιλοδοξίας, παραμερίζοντας πλήρως μερικές –παρωχημένες, για κάποιους∙ διαχρονικές, για μένα– αξίες, και ειδικότερα τον πατριωτισμό, το καθήκον, τη θρησκεία, τη φιλοτιμία, τον σεβασμό για την ανθρώπινη προσωπικότητα, την ανεκτικότητα κ.ο.κ.
...
Οι ηγέτες των συνδικάτων που έχουν μετατρέψει το δικαίωμα της διαδήλωσης υπέρ των απόψεων και των συμφερόντων μιας ομάδας σε καθημερινό χόμπι, το οποίο εδώ και χρόνια παραλύει το κέντρο της Αθήνας
...
Η δύσκολη αποστολή της εξάλειψης ή του έλεγχου αυτών των δραστηριοτήτων θα ήταν ενδεχομένως εφικτή μόνο μέσα από ένα είδος ειρηνικής επανάστασης
...
η μόνη ρεαλιστική ελπίδα που μας απομένει είναι να φροντίσουν οι ψηφοφόροι ώστε ΚΑΝΕΝΑ από τα «ματαιόδοξα λείψανα» του «αμαρτωλού» παρελθόντος να μην παρίσταται στην επόμενη Βουλή.
...
2. Η ανάγκη για ένα ριζικά νέο ξεκίνημα
...
Χρειαζόμαστε κατεπειγόντως τις εξής πολιτικές (...)
 ...
3. Η ανάγκη για ορθολογικό οικονομικό σχεδιασμό
...
Πρέπει λοιπόν να συγκροτηθεί μια ολιγομελής επιτροπή ειδημόνων από διάφορους κλάδους, οι οποίοι θα μας συμβουλεύουν ως προς το ποιοι τομείς της ελληνικής οικονομίας πρέπει να αναζωογονηθούν και να αναπτυχθούν, σε συνδυασμό, ίσως, κατά πρώτο και κύριο λόγο, με τις περιοχές που χρήζουν άμεσης οικονομικής ή πολιτικής βοήθειας.
...
4. Η ανάγκη να βρούμε νέους φίλους που θα στηρίξουν μια νέα εξωτερική πολιτική, καθώς και νέες πηγές οικονομικής βοήθειας
...
το επιχείρημα ότι οι ελπίδες που εναποθέτουμε σε νέες φιλίες αποτελούν «όνειρα θερινής νυκτός» πρέπει να απορριφθεί διαρρήδην για τον απλούστατο λόγο ότι ουδέποτε μέχρι σήμερα η Ελλάδα έχει αναζητήσει την –οικονομική ή στρατιωτική– βοήθεια νέων φίλων.
...
5. Η ανάγκη να διαμορφώσουμε ένα νέο είδος κοινωνικής συναίνεσης
...
κομμάτων στο πλαίσιο ενός (κατά το μάλλον ή ήττον στενού) συνασπισμού. Αν σκεφτούμε απλώς ποιοι προκρίνουν συνήθως την κομματική συναίνεση, θα αντιληφθούμε εύκολα ότι τα κίνητρά τους είναι απολύτως ύποπτα και, άρα, καταδικάζουν τη συγκεκριμένη πρακτική σε πλήρη αποτυχία.
...
Για να το θέσω επιγραμματικά: Βοηθήστε τους άπορους, προσελκύστε τους εύπορους.
...
6. Η ανάγκη οικοδόμησης εμπιστοσύνης
...
Αν η δημοσιοϋπαλληλική μονιμότητα παρεμποδίζει την απομάκρυνση διεφθαρμένων κρατικών λειτουργών, ας τους φέρουμε αντιμέτωπους με τη δημόσια κατακραυγή και περιφρόνηση και, έτσι, ας τους οδηγήσουμε εκτός συστήματος
...
7. Η ανάγκη ανάκτησης της αυτοπεποίθησης του λαού
...
Διότι οποιοσδήποτε δεν ρισκάρει συνειδητά να κάνει λάθος, ποτέ δεν πρόκειται να πει κάτι νέο και πρωτότυπο
...
Ασφαλώς, οι προτάσεις μου δεν θα αλλάξουν το υπάρχον σκηνικό εν μία νυκτί. Κι ωστόσο, εν μία νυκτί μπορεί κάλλιστα να επανέλθει η χαμένη αυτοπεποίθηση των Ελλήνων
...
θέλω να επαναλάβω τον φόβο μου ότι η έλλειψη αξιοπιστίας της σημερινής κυβέρνησης σύντομα θα μεταλλαχθεί σε απογοήτευση, έπειτα σε απόγνωση και, τελικά, σε καταστροφική οργή, διότι οι άνθρωποι θα αρχίσουν να αντιδρούν ενστικτωδώς πλέον, και όχι με βάση τη λογική τους, η μέρα της αναπόφευκτης χρεοκοπίας μας πλησιάζει ταχύτατα και τα προβλήματά μας με την Τουρκία θα έχουν σύντομα μεγαλώσει τόσο πολύ ώστε δεν θα μπορούν να τα κρύβουν οι εφημερίδες μας.
...
«Ναι, μπορούμε να ονειρευτούμε!»
Και αν ονειρευτούμε, ας κάνουμε όνειρα μεγάλα!

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Οι νεκροθάφτες

Θα ολοκληρώσει ο Γ.Α.Παπανδρέου την αποστολή την οποία ανέλαβε για λογαριασμό κάποιων και μετά θα έρθει ο Σαμαράς για να συνεχίσει το θάψιμο του ελληνικού λαού.
 Τι να κάνουμε;

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Καλημέρα. Επιστροφή και συνέχεια δίχως ελπίδα.

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

1821 - Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΩΝ - του Βασίλη Φίλια

'Ενας αποτελεσματικός τρόπος - ίσως ο αποτελεσματικότερος - για να αποφύγεις να κριθεί μια επιστημονική εργασία επί της ουσίας, δηλαδή με ποιοτικά κριτήρια, είναι να επιτύχεις να χαρακτηρισθεί ως «προοδευτική προσέγγιση» σαν αντιπαράθεση και κατ' αντιδιαστολή με τις «λοιπές», που συλλήβδην στιγματίζονται ως «ξεπερασμένες», «πεπαλαιωμένες», ακόμη και αντιδραστικές.

Με τον τρόπο αυτό επέρχεται μια μετάθεση από το επίπεδο των επιχειρημάτων στο επίπεδο των ηχηρών λόγων και των εντυπώσεων.

Γνωστή μεθοδολογία από την πολιτική του πεζοδρομίου και των ηγετικών παλκοσένικων εφαρμόζεται πλέον κατά κόρο τόσο στην ιστορική έρευνα κυρίως, αλλά και σε όλες τις επιστήμες του ανθρώπου προκειμένου να διαστρεβλωθούν τα γεγονότα και να συγκαληφθεί η πραγματικότητα. Η πραγματικότητα, η οποία διερμηνεύεται μέσω διαφόρων ψυχολογουμένων και ψυχολογιοποιήσεων με στόχο τελικά να διαμφισβητηθεί η δυνατότητα ανάλυσης του ιστορικοκοινωνικού γίγνεσθαι με αντικειμενικούς όρους και να επέρχεται σχετικοποίηση και υποκειμενικοποίηση του υπό διερεύνηση πραγματικού υλικού.

Σχετικοποίηση η οποία βαφτίζεται ως ερευνητική αντικειμενικότητα και ψυχρή αποστασιοποίηση κάτω από το πέπλο της οποίας υποκρύπτεται και αποκρύπτεται η υποκειμενικότητα της προσέγγισης, δηλαδή η υπολανθάνουσα αυθαιρεσία του τρόπου διεξαγωγής της έρευνας και της αντίστοιχης συναγωγής συμπερασμάτων.


Αφορμή για τη διατύπωση των σκέψεων αυτών μου έδωσε η τηλεοπτική σειρά «1821» στον τηλεοπτικό σταθμό «Σκάϊ» όπου επιχειρήθηκε, υποτίθεται, μια επανατοποθέτηση της επανάστασης του 1821 με κατάρριψη όλων των αυτοκολακευτικών στερεοτύπων και μύθων, που έχουν συστηματικά καλλιεργηθεί στη συνείδηση του ελληνικού λαού.

Αξιόλογη και αξιάρεστη στοχοθέτηση, αν θα γινόταν όμως σε πλήρη και σε βάθος γνώση του ιστορικού υλικού και «απροϋπόθετα», κατά την περίφημη διατύπωση του Μεγάλου Μαξ Βέμπερ, δηλαδή χωρίς εξ' υπαρχής και εκ των προτέρων πρόθεση κατεύθυνσης της έρευνας προς ορισμένα συμπεράσματα με επιλεκτικό υπερτονισμό ή (και) αντίστροφα ηθελημένη υποβάθμιση ορισμένων πλευρών και απόψεων των ιστορικών γεγονότων.

Η επιστημονική ανεπάρκεια των επιστημονικών «συμβούλων» και κατασκευαστών αυτής της τηλεοπτικής σειράς καταφαίνεται από την ερμηνευτική αδυναμία των ιστορικών γεγονότων, δηλαδή από την αδυναμία απάντησης στο «γιατί», η οποία δεν συγκαλύπτεται από την αφηγηματική τους διάνθηση και το λογοτεχνικό οίστρο των επιφορτισμένων με την παρουσίαση. Η αφήγηση δεν σημαίνει ερμηνεία, δεδομένου ότι ερμηνεία σημαίνει αναζήτηση των πραγματικών αιτίων. Αναζήτηση, η οποία προϋποθέτει εντοπισμό και ανάλυση του τρόπου σύνθεσης παραγόντων: οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών, θρησκευτικών κοκ.

Ιστορικός χωρίς τη δυνατότητα αυτής της αναζήτησης, δεν είναι καν ιστορικός. Μπορεί στην καλλίτερη περίπτωση να είναι ιστοριοδίφης, τίποτα περισσότερο. Ακριβώς γιαυτό και όλη η παρουσίαση του 1821 από τους ανιστόρητους ιστορικούς της τηλεοπτικής σειράς του «Σκάϊ» εκφυλίζεται σε επίπεδο διαμαχών προσωπικού χαρακτήρα και κινήτρων ευτελούς χαρακτήρα τόσον όσον αφορά στην ηγεσία όσο και όσον αφορά στο λαό.

Οι όποιες επαναστατικές εξάρσεις κατά τους παραποιητές αυτής της Ιστορίας δεν έχουν ηρωϊκό υπόβαθρο, αλλά είναι υποστασιοποιήσεις ταπεινών ελατηρίων (π.χ. λαφυραγωγία) ή αδιεξοδικών συγκυριών (π.χ. Μεσολόγγι) - σε τελευταία ανάλυση συντίθενται σε κυρίαρχο βαθμό από μυθοπλαστικές κατασκευές και διανοουμενίστικες ωραιοποιήσεις.

Εννοείται ότι όλα αυτά δεν εκφράζονται κατά τρόπο άμεσο, αλλά με μια σειρά ασαφών εμμεσοποιήσεων, που συνθέτουν ένα κλίμα και μια ατμόσφαιρα γενικευμένης υποβάθμισης των γεγονότων της επανάστασης του 1821.

Τα όσα μέχρι τώρα αναφέρθηκαν δεν εξαντλούν ασφαλώς το θέμα, αλλά χρειάζονται συγκεκριμενοποιήσεις και εξειδικεύσεις.

Η τηλεοπτική αυτή σειρά εσκεμμένα αποφεύγει να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:

Πρώτον,     γιατί η ελληνική επανάσταση εκδηλώνεται πρώτη και με διαφορά 30-50 ετών από εκείνες των άλλων χριστιανικών χωρών της Βαλκανικής;
Δεύτερον,     ποιό είναι το ιδιαίτερο βάρος της ελληνικής επανάστασης όσον αφορά στη διάρρηξη του αντιδραστικού ιστού της Ιερής Συμμαχίας, που είχε δημιουργήσει ο Μέττερνιχ;
Τρίτον,     ποιές κοινωνικές δυνάμεις του υπόδουλου ελληνισμού και για ποιούς λόγους ήταν υπερ και ποιές κατά της επαναστατικής εξέγερσης;
Τέταρτον,     ποιά ήταν η ακριβής έννοια της φράσης «δια του Χριστού την πίστην των αγίων και της πατρίδος την ελευθερίαν» και πως στη βάση αυτή καθορίζεται η σχέση του εθνικού και του θρησκευτικού;
Πέμπτον,     πως μεταξιώνονται οι βασικές παραδοχές της Γαλλικής Επανάστασης με άξονα την ελληνική οικονομικό-κοινωνική πραγματικότητα;
Εκτον,     ποιές οι συνέπειες της αντιπαλότητας των κοινωνικών συμφερόντων στην εκδήλωση και την εξέλιξη της ελληνικής επανάστασης;
Εβδομον,     γιατί και πως το λεγόμενο «Πολιτικόν» εκπροσωπούσε την άρχουσα τάξη της ελληνικής κοινωνίας (κοτσαμπάσηδες - Φαναριώτες) και το «Στρατιωτικόν» τα λαϊκά συμφέροντα (αγροτοποιμένες, αλιείς);
Ογδοον,     τι επεδίωξαν και ποιό ρόλο έπαιξαν τα αγγλικά δάνεια όσον αφορά τη συνοχή των επαναστατικών ηγεσιών και την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων;
Ενατον,     πως συσχετίζεται το λεγόμενο «ανατολικό ζήτημα» (η αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) με τη στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων απέναντι στην ελληνική επανάσταση του 1821;
Δέκατον,     ποιός ο ρόλος της Αγγλίας στη διαμόρφωση του αντικαποδιστριακού κλίματος, που οδήγησε στη δολοφονία του Κυβερνήτη;

Δεν είναι μόνο αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα, αλλά τα βασικότερα.
Η παράλειψη της απάντησής τους δεν είναι τυχαία και ασφαλώς οδηγεί στη μονομερή διαστρεβλωτική οπτική, που χαρακτηρίζει το εν λόγω σήριαλ. Ακριβώς γι'αυτό και η προσέγγιση του είναι επιδερμική και δημοσιογραφική, όχι επιστημονική, όπως π.χ. είναι σε ιστορικές σειρές του BBC.

Aυτή όμως είναι η μια πλευρά του ζητήματος. Η άλλη συντίθεται από εννοιολογικές συγχύσεις και ασάφειες όλων των κατηγοριών.

Η κορυφαία είναι εκείνη, που αναφέρεται στο Εθνος. Στην ελληνική περίπτωση η έννοια του Εθνους δεν είναι «αστικογενής» όπως στην δυτική Ευρώπη, αλλά προέρχεται από μια αντίληψη ταυτότητας, που ξεκινάει πολύ παλαιότερα από εκείνη της Δύσης και θεμελιώνεται πρωτογενώς σε στοιχεία όχι οικονομικά, αλλά πολιτιστικά, που ανάγονται στην κλασική αρχαιότητα, το Βυζάντιο, στη αδιάπτωτη συνέχεια της γλώσσας και σε κοινά έθιμα και παραδόσεις. Ακριβώς γιαυτό και η εθνική συνείδηση των Ελλήνων δεν κατασκευάζεται στον 19ο αιώνα, όπως αφήνουν να εννοηθεί οι φωστήρες του επίμαχου σήριαλ, αλλά ενυπάρχει τουλάχιστον από την εποχή της αυτοκρατορίας της Νίκαιας (1261).

Επόμενη συγκεχυμένη ασάφεια αναφέρεται στην παρουσίαση του ρόλου της εκκλησίας. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπήρξε ή όχι το «κρυφό σχολιό» αλλά το εάν και κατά πόσο η εκκλησία συνέβαλε αποφασιστικά στην διατήρηση καίριων πολιτισμικών στοιχείων του ελληνισμού, όπως κατά κύριο λόγο της γλώσσας, δεδομένο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανένα. Το συγκλονιστικό κήρυγμα του Κοσμά του Αιτωλού για «Παιδεία και γλώσσα» πως είναι δυνατό να λησμονήθηκε από τους κυρίους αυτούς; Αλλο βέβαια το ζήτημα της αντεπαναστατικής στάσης της εκκλησιαστικής ιεραρχίας σε αντίθεση με την στάση του κατώτερου κλήρου και των μοναχών, όπου και πάλι τα πράγματα παραμένουν στο σήριαλ αδιευκρίνιστα και ανεξήγητα.

Η τρίτη ελλειματικότητα του σήριαλ αναφέρεται στα κοινωνικά αίτια της επανάστασης. Το εάν ή όχι και μέχρι ποιού σημείου η άνοδος ισχυρών αστικών κατηγοριών έπαιξε ρόλο στην επαναστατική ζύμωση είναι ένα ζήτημα, όπου μπορεί να υπάρξουν αντιπαρατιθέμενες απόψεις. Σε καμμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να αγνοηθεί, όπως συνέβη με την κρινόμενη τηλεοπτική σειρά. Ακόμα περισσότερο δεν μπορεί να αγνοηθεί η σημαντικότητα των φορολογικών επιβαρύνσεων των λαϊκών στρωμάτων, συνακόλουθα των Ορλωφικών και της επιδημίας της χολέρας. Επ' αυτού ούτε λέξη ειπώθηκε. Οπως είναι γνωστό η Θεσσαλοηπειρώτικη εξέγερσις του 18ου αιώνα ξεκίνησε ακριβώς με αίτημα τη μείωση των φορολογικών βαρών.

Επί βάσει αυτών των τριών «ασαφειών» βρισκόμαστε μπροστά στο πρωτοφανές φαινόμενο μιας επανάστασης χωρίς αίτια: Το εθνικό-εθνοτικό στοιχείο ανύπαρκτο, το ιδεολογικό-θρησκευτικό σε κλίμα ανοχής και ύφεσης, το οικονομικό-κοινωνικό αμελητέο.

Τότε γιατί έγινε η επανάσταση; Προφανώς " όπερ έδει δείξαι " για να υποκατασταθούν οι Τούρκοι εξουσιαστές και τα προνόμια τους από εκείνα φιλόδοξων Ελλήνων τοπαρχών, οπλαρχηγών και καπεταναίων, που δεν είχαν άλλα στο νου τους από τη λαφυραγωγία και την καταλήστευση του διαθέσιμου πλούτου. Γιαυτό και οι ηγέτες της επανάστασης παρουσιάζονται στο σήριαλ εμμέσως πλην σαφώς ως άθλιοι και ευτελείς πλιατσικολόγοι σε διαρκή διαμάχη μεταξύ τους με κίνητρο το ατομικό όφελος και τη λεία.

Δεν αρκεί όμως αυτή η δια της τεθλασμένης απαξίωση του νοήματος της επανάστασης και του ευτελισμού των ηγεσιών της από το σήριαλ. Πρέπει να υπογραμμιστεί και να υπερτονιστεί ο αιμοσταγής χαρακτήρας της.

Εσφάγησαν οι Τούρκοι στην Τρίπολη. Ναι, κακώς - κάκιστα, αλλά ποιά επανάσταση, έστω και μια, έγινε χωρίς ακρότητες, και βιαιότητες; Και γιατί οι σφαγές- π.χ.της Χίου- από τους Τούρκους πέρασαν «στα μαλακά» από το σήριαλ.
Οι εκατόμβες του αίματος και μάλιστα μεταξύ ομοεθνών προσδίδουν μήπως το χαρακτήρα σφαγείου στη Γαλλική Επανάσταση, όπως ισχυριζόταν η χιτλερική προπαγάνδα;

Οι τρεις χιλιάδες Τούρκοι, που εξετέλεσε ο Ναπολέων μετά την κατάληψη της Ακρας ή οι 32.000 εργάτες, που εκτελέστηκαν (1870-71 !!!) μετά την καταστολή της Κομμούνας στο Παρίσι είναι μήπως δείγματα ανθρωπισμού σε αντιπαράθεση με την εξόντωση των Τούρκων στη Τριπολιτσά, που στο κάτω-κάτω της γραφής, εξέφραζε το συμπυκνωμένο μίσος πέντε αιώνων δουλείας και καταπίεσης;

Πέραν τούτου, συνεχίζουν οι «σηριαλιστές» ιστορικοί μας, οι εσωτερικές έριδες και οι εμφύλιες συγκρούσεις στην διάρκεια της επανάστασης αποδεικνύουν ότι τα προσωπικά ωφελιμιστικά κίνητρα ήταν τα κυρίαρχα και ο στόχος της απελευθέρωσης γινόταν αντιληπτός στο πλαίσιο και σε αναφορά με τα κίνητρα αυτά.

Το ότι αυτής της κατηγορίας κίνητρα εμπλέκονται παντού και πάντοτε στην Ιστορία είναι δεδομένο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτά υπερκαλύπτουν την ετοιμότητα θυσίας χάριν υπέρτερων συλλογικών σκοπών και αυτό το γνωρίζουμε από την Ιστορία όλων ανεξαίρετα των λαών της γης.

Οσον αφορά, όμως στην Ελληνική Επανάσταση ούτε η εξήγηση αυτή είναι επαρκής, δεδομένου ότι το βαθύτερο υπόστρωμα των εσωτερικών συγκρούσεων ήταν υποκείμενες ταξικής φύσεως αντιθέσεις, που οι «σηριαλιστές» θέλουν να αγνοούν, προφανώς και διότι η έννοια «κοινωνική τάξη» είναι εντελώς αντίθετη προς τη λογική τους.

Ισχυρίζονται περαιτέρω οι φωστήρες του «Σκάϊ», ότι το επίπεδο διαβίωσης των Χριστιανικών πληθυσμών βελτιώθηκε σημαντικά στην αρχική φάση της τουρκικής κατάκτησης για να πέσει προς το τέλος, ακολουθώντας τις φάσεις ακμής και παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η αλήθεια σχετικά με αυτό είναι ότι οι Οθωμανική κυριαρχία ιδιαίτερα όσον αφορά τον ελλαδικό χώρο ήταν αρχικά λιγότερο ληστρική από εκείνη των Βενετσιάνων και των Γενοβέζων, όπου αυτοί επικράτησαν. Ωστόσο, όταν τελικά οι Τούρκοι επικράτησαν σε ολόκληρη την ελλαδική χερσόνησο και στο Αιγαίο το επίπεδο διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων έπεσε κάθετα, ενώ συστηματικά οι Τούρκοι, δημιούργησαν και στήριξαν παντού φιλικές προς αυτούς τοποτηρητικές δυνάμεις εξουσίας (τα «τζάκια», οι κοτζαμπάσηδες, οι φαναριώτες), που μαζί με τους κατακτητές απομυζούσαν οικονομικά με πολλούς τρόπους τα λαϊκά στρώματα, γεγονός, που επιβεβαιώνεται από όλους ανεξαίρετα τους ξένους περιηγητές διαχρονικά.

Αμφισβητούν επίσης «δι' αποσιωπήσεως» οι «ερευνητές» του Σκάϊ, την έκταση του εξισλαμισμού και του παιδομαζώματος. Η απάντηση δίνεται από τον καθηγητή Βακαλόπουλο τον πρεσβύτερο, ο οποίος εξηγεί πως δια της καταφυγής στα ορεινά και τα δύσβατα ημιορεινά απέφυγαν - όσοι απέφυγαν - τον βίαιο εξισλαμισμό και συνακόλουθα τον αφελληνισμό τους.

Ισχυρίζονται επίσης οι «αντικειμενικοί αναλυτές» μας ότι με την κατάκτηση οι Ελληνες απέβαλαν σχεδόν ολοκληρωτικά τα δυτικά (;) πρότυπα διαβίωσης, ότι π.χ. ξέχασαν τις καρέκλες και τα τραπέζια και άλλα τινά ευτράπελα και συνήθησαν στους οντάδες, το φαγητό από κοινό τσουκάλι κλπ. κλπ., όλα χωρίς επαρκή ανάλυση των λαογραφικών δεδομένων και των συνθηκών της καθημερινής ζωής.

Παράλληλα οι κύριοι αυτοί ελαχιστοποιούν ή δεν αναφέρονται καθόλου στις γηγενείς θεσμικές ρυθμίσεις, που αναπτύχθησαν στον υπόδουλο Ελληνισμό, σε ένα κοινό δίκαιο παρά το γεγονός ότι επ' αυτών υπάρχουν οι εξαίρετες μελέτες του αείμνηστου καθηγητή Πανταζόπουλου.Το θέμα αυτό είναι νευραλγικής σημασίας, διότι παρασύρει τους «αναλυτές» μας όταν φτάνουν στην εισαγωγή του Ευρωπαϊκού δικαιακού συστήματος από τους Βαυαρούς στο ατόπημα να υποστηρίζουν ότι στον ελλαδικό χώρο υπήρχε θεσμικό κενό και ανυπαρξία αξιόλογων θεσμικών ρυθμίσεων.

Χαρακτηριστικό του τρόπου προσέγγισης της επανάστασης του 21 από τον «Σκαϊ» είναι η πλήρης αποσιώπηση του γεγονότος ότι από την άλωση και πέρα καταγράφονται πάνω από εξήντα εξεγέρσεις στον ελλαδικό χώρο, τοπικές οι περισσότερες, αλλά εξεγέρσεις. Δεν υπήρχαν αίτια γιαυτές αναγόμενα στην κατάκτηση, την καταπίεση και την υποδούλωση; Φαίνεται όχι και μάλλον επρόκειτο για ένα είδος πολεμικού σπορ των Ελλήνων ! ! !

Αλλά ας προχωρήσουμε:

Το 1805-6 γίνονται τεράστιας κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις από συνδυασμένες τουρκικές δυνάμεις και τους Ελληνες κοτσαμπάσηδες εναντίον της κλεφτουριάς της Πελοποννήσου όπου χάνονται εκατοντάδες οπλαρχηγοί. Γιατί αυτό το καθοριστικής σημασίας γεγονός αποκρύπτεται από το «σήριαλ» και με τον τρόπο αυτό δεν έρχονται στην επιφάνεια τα βαθύτερα κοινωνικά αίτια των συγκρούσεων μεταξύ των ελληνικών ηγεσιών;

Γιατί ούτε λέξη για το κίνημα των «καρμανιόλων» στη Σάμο και του Οικονόμου στα νησιά του Αργοσαρωνικού;

Γιατί καμμιά ανάλυση σε επίπεδο δημοτικών τραγουδιών των διαχρονικών πόθων και προσδοκιών του ελληνικού λαού για ελευθερία και δικαιοσύνη;

Με το να εμφανίζεται μετά από κάθε συγκεχυμένη και αοριστολογική παρουσίαση των γεγονότων ο κ. Βερέμης και να «συμπεραίνει» σε στυλ «η θεία Ολγα ξέρει» δεν καλύπτονται τα κενά, οι παρερμηνείες, οι διαστρεβλώσεις, οι παραλείψεις και οι ανακολουθίες.

Ανάλογα ισχύουν και για τον τρόπο που παρουσιάζονται τα «προφιλ» των μεγάλων ηγετών του αγώνα.

Επί παραδείγματι:

Ο Κολοκοτρώνης ένας φιλόδοξος και ηθικά αδίστακτος «κατσαπλιάς» που κατέφυγε στη Ζάκυνθο και ανασύρθηκε από την αφάνεια τις παραμονές της επανάστασης. Αποσιωπάται εντελώς το γεγονός ότι του είχε απονεμηθεί από τον Αγγλο διοικητή των Επτανήσων ο βαθμός του ταγματάρχη και υπηρέτησε επι μια δεκαετία τουλάχιστον στον αγγλικό στρατό.

Ο Καραϊσκάκης μια σκοτεινή φυσιογνωμία της Αιτωλοακαρνανίας, που άλλαζε συνεχώς στρατόπεδα και συμμαχίες..... Ανευ αξίας ν' αναφερθεί το γεγονός ότι η μάχη της Αράχωβας διδάσκεται ακόμα και σήμερα ως κλασικό μεγάλης αξίας στρατιωτικό εγχείρημα τόσο στο Γουέστ Πόϊντ των ΗΠΑ, όσο και στην ρωσική στρατιωτική Ακαδημία Σουβορόφσκι.

Ο Παπαφλέσσας, του οποίου ο ρόλος ήταν καθοριστικός στις ζυμώσεις για τον ξεσηκωμό στην Πελοπόννησο ουσιαστικά αγνοείται στο σήριαλ.

Ο Καποδίστριας ο μέγας αυτός μεταρρυθμιστής ηγέτης εμφανίζεται ως μια μορφή, που δεν είχε επαρκή αντίληψη της ελληνικής πραγματικότητας και δεν παρέχονται στον τηλεθεατή παρά ελάχιστα στοιχεία για να εκτιμηθεί το τεράστιο έργο του, παρά τις εσωτερικές και εξωτερικές αντιξοότητες.

Επίσης, όσον αφορά στο θέμα του Φιλελληνισμού, το σήριαλ καλλιεργεί την απολύτως λαθεμένη εντύπωση ότι οι Φιλέλληνες ήταν φαντασιοκόποι ιδιεαλιστές και αρχαιολάτρες, που όταν έβλεπαν από κοντά τις μικρότητες και τα χάλια των επαναστατών, ετρέποντο εις φυγήν.
Οι επιστημονικοί συμβουλάτορες του σήριαλ, αν θα είχαν κάνει πρωτογενή έρευνα στον ευρωπαϊκό τύπο της εποχής, θα ήξεραν ότι δεν είχαν έτσι τα πράγματα, αλλά και από την δευτερογενή βιβλιογραφία δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Αντίθετα η ελληνική επανάσταση, παρά τις όποιες αρνητικές και σκοτεινές της πλευρές λειτούργησε ως σύμβολο και σημείο αναφοράς, όχι μόνο στον τύπο, αλλά και πηγή έμπνευσης στη Λογοτεχνία της Ευρώπης για δεκαετίες.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο του Νικολάϊ Γκόγκολ στις «Νεκρές Ψυχές» όπου εμφανίζει έναν από τους γαιοκτήμονες να έχει στολισμένο το σαλόνι του σπιτιού του με πορτραίτα των ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης και να τα δείχνει στους επισκέπτες, σε μια υπόθεση που διαδραματίζεται μετά το 1850.

Ο προκρούστειος και μηδενιστικός τρόπος προσέγγισης του σήριαλ συνεχίζεται και ως προς τα μετά τον θάνατο του Καποδίστρια γεγονότα:
  • Η διαπλοκή της ντόπιας ολιγαρχίας με τα πλοκάμια της ξενοκρατίας δεν διευκρινίζονται.
  • Ο ρόλος των Αγγλων στην έξωση του Οθωνα δεν αναφέρεται.
  • Τα αίτια και οι επιπτώσεις της διαμόρφωσης της Οικονομίας μετεπαναστατικά, με κύριο χαρακτηριστικό τον μονοκαλλιεργητικό χαρακτήρα της, δεν αναλύονται.
  • Στα γεγονότα του Κιλελέρ δεν αποδίδεται η δέουσα σημασία.
  • Αγνοείται συστηματικά η οικονομική κοινωνική πλευρά του εξωτερικού προσανατολισμού και του μεγαλοϊδεατισμού της ελληνικής πολιτικής με αποτέλεσμα το κρίσιμο αυτό θέμα, να εμφανίζεται ως απόρροια ενός υπερφίαλου ελληνικού εθνικισμού.
  • Δεν συνδέεται η ενδημική οικονομική υπανάπτυξη που κορυφώνεται με την κρίση του 1892 με την υπερχρέωση προς τους ξένους δανειοδότες.
  • Δεν ερμηνεύεται κοινωνιολογικά ο παρασιτισμός, η αντιπαραγωγικότητα και ο «κομπραντορισμός» της νεοπαγούς αστικής τάξης στη μετεπαναστατική Ελλάδα.
  • Δεν επιχειρείται σύγκριση με τις εξελίξεις στις άλλες χώρες της Βαλκανικής, που θα αποκάλυπταν παραλληλότητες, που δεν ερμηνεύονται με αναγωγές στις υποτιθέμενες αρνητικές ιδιαιτερότητες του λεγόμενου «χαρακτήρα του Ελληνα».
  • Αγνοείται προκλητικά η άνθιση στα Γράμματα και τις Τέχνες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.
  • Η στροφή προς την αρχαιότητα τοποθετείται ως δευτερογενές και «ανακλαστικό» φαινόμενο σύμφωνα με το αρχαιολατρικό πρόσωπο του Βαυαρού Βασιλιά Λουδοβίκου.
  • Δεν εξετάζονται οι συνέπειες και οι λόγοι μια παθολογικής «δυτικοφρένειας» τμημάτων της ελληνικής ιντελιγκέντσιας που οδήγησε σε μακρόχρονη περιφρονητική απαξίωση του αυτόχθονος λαϊκού πολιτισμού.

Αυτά και μόνο αρκούν για να καταδειχθεί ο ελλειματικός και διαστρεβλωτικός χαρακτήρας του συγκεκριμένου σήριαλ, που εμφανίστηκε με αξιώσεις αντικειμενικότητας και πρωτοτυπίας.

Η «φιλοσοφία» του σε τελευταία ανάλυση αποτελεί την ελληνική συγκλίνουσα του βιβλίου του θρυλικού για την αμάθειά του Τούρκου Υπουργού των Εξωτερικών Νταβούτογλου. Τούτο, διότι αν γίνουν δεκτά τα όσα ψευδεπίγραφα και λαθεμένα παρουσιάζονται στο σήριαλ, η νεοοθωμανική «λύση» αποτελεί σε τελευταία ανάλυση την αναγκαστική διέξοδο.

Αυτό είναι το υποκρυπτόμενο ιδεολόγημα του σήριαλ, παρά τις όποιες διαμαρτυρίες των εμπνευστών και ταγών του.

Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε, που προωθείται οργανωμένα η εφελκυστική λογική από τα ίδια κυκλώματα. Ο κ. Θάνος Βερέμης, «ψυχή» του σήριαλ και πρωτεργάτης του λεγόμενου ΕΛΗΑΜΕΠ, είχε ταχθεί και πάλεψε λυσσωδώς για την αποδοχή του σχεδίου Ανάν στην Κύπρο μαζί με όλους τους ομοϊδεάτες του.
Ως γεφυροποιός της ελληνο-τουρκικής προσέγγισης ακολουθεί μια αντίληψη αποδόμησης και αποκαθήλωσης όλων των στοιχείων της ελληνικής «ετερότητας», τα οποία υποτίθεται δεν είναι τίποτα περισσότερο από κατασκευασμένες μυθοπλασίες.

Ελευθερόφρων και «προοδευτικός», ο κ. Βερέμης και οι συν αυτώ επιχειρεί να μας συνετίσει, διδάσκων τον λόγο της ορθής ιστορικής αλήθειας δια της τηλεοράσεως. Ενα εγχείρημα ανάλογο με εκείνο της κ. Ρεπούση με το βιβλίο της 6ης Δημοτικού.

Είναι τυχαίο ότι αυτό γίνεται σε μια φάση όπου στο όνομα της οικονομικής κρίσης ακολουθείται μια γραμμή «εφεκτικότητας» στα εθνικά ζητήματα από την Κυβέρνηση; Οχι βέβαια, υπάρχει κατά την γνώμη μας μια σχέση συγκοινωνούντων δοχείων ανάμεσα σε όλες αυτές τις τάσεις καλπονοθευτικής «επαναγραφής» της σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας.
βλ.: http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=758

Καθηγητής Βασίλης Φίλιας,
πρώην Πρύτανις Παντείου Πανεπιστημίου

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Το κόμμα είμαι εγώ



Όσες ψευδαισθήσεις και αν ήθελαν να έχουν οι σκεπτόμενοι πολίτες, σε σχέση με τον αρχηγό της Ν.Δ,  όλες τις διέλυσε με την ομιλία του για την οικονομία (Ζάππειο ΙΙ). Εδώ δεν θα σταθούμε στο οικονομικό  μείγμα της πρότασής του, αλλά στην αντίληψη περί  δημοκρατίας του κ. Σαμαρά, με βάση την ομιλία του.

Όσοι τη διάβασαν ολόκληρη και δεν περιορίστηκαν στα κύρια σημεία που συνήθως μεταφέρουν οι δημοσιογράφοι, δεν μπορεί παρά να τους έκανε εντύπωση, το ‘προφίλ’ που επιχείρησε να περάσει ο κ. Σαμαράς.

Γνωρίζοντας την έντονα αρνητική θέση του Ελληνικού λαού, έναντι του Γ.Α.Παπανδρέου, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης,  έδινε  την εντύπωση πως ήθελε να μας περάσει την εικόνα  του αυριανού ηγέτη. Αλλά πως θα είναι ο αυριανός ηγέτης σύμφωνα με τον κ. Σαμαρά;


...
βλ.: http://logioshermes.blogspot.com/2011/05/blog-post_1565.html