Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Το θέμα των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων

ΜΙΧΑΛΗΣ ΙΓΝΑΤΙΟΥ - Οι ΜΚΟ παίζουν και «βρώμικα» παιχνίδια

Το θέμα των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ ή NGO) είναι σοβαρότατο και δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές χώρες άρχισαν να αναζητούν τρόπους αντιμετώπισής τους καθώς εξελίσσονται σε πρόβλημα για έναν και μοναδικό λόγο: ενώ ο τίτλος τους και το καταστατικό τους «φωνάζουν» πως δεν έχουν καμία σχέση με κράτη και κυβερνήσεις, η χρηματοδότησή τους είναι στις πλείστες περιπτώσεις μόνο κρατική με αποτέλεσμα τα μέλη τους να είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν καθορισμένη πολιτική γραμμή από αυτούς που πληρώνουν....

Η Ρωσία, η Ινδία, η Βενεζουέλα και άλλες χώρες έχουν εκφράσει σφοδρά παράπονα για τη δράση αυτών των οργανώσεων και η μία μετά την άλλη λαμβάνουν μέτρα που σε μερικές περιπτώσεις είναι απαγορευτικά για τη συνέχιση της δράσης των ΜΚΟ.

Ο Ούγκο Τσάβες, π.χ., ξεπέρασε κάθε όριο με την εισαγωγή νόμου που εξαναγκάζει τις οργανώσεις να πληρώνουν διπλάσιο φόρο για τα ποσά που λαμβάνουν από ξένες χώρες. Βέβαια, ο ίδιος ήταν θύμα αυτών των οργανώσεων που χρηματοδοτούνται κατευθείαν από τις ΗΠΑ και αμερικανικά ιδρύματα, μερικά εκ των οποίων «έβαλαν πλάτη» και στην εναντίον του απόπειρα πραξικοπήματος που σχεδιάστηκε στην Ουάσιγκτον.

Οπως είναι γνωστό, η κυβέρνηση των Μπους και Τσέινι -η χειρότερη στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην αμερικανική ιστορία- χρηματοδότησε μέσω της αμαρτωλής USAID και της εξίσου αμαρτωλής UNOPS χιλιάδες μη κυβερνητικές οργανώσεις στην Κύπρο, την Ελλάδα και την Τουρκία, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για να επιβληθεί το φιλοτουρκικό και αντιδημοκρατικό σχέδιο Ανάν.

Ηταν η μεγαλύτερη επιχείρηση εξαγοράς συνειδήσεων στον ελληνικό χώρο και έγινε με τρόπο που να καλύπτονται οι πραγματικοί αποδέκτες των χρημάτων. Εξι χρόνια μετά η αμερικανική κυβέρνηση και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών αρνούνται να δημοσιοποιήσουν τους αποδέκτες της «αμερικανικής βοήθειας». Αρνούνται επίσης να απαντήσουν στο πιο απλό ερώτημα: εάν όσοι έλαβαν χρήματα έδωσαν αποδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο τα χρησιμοποίησαν.

Η άρνηση αυτή ενοχοποιεί ακόμα περισσότερο την Ουάσιγκτον και τον ΟΗΕ, αφού ενώ υποστηρίζουν ότι δεν έκαναν την παραμικρή παρανομία, την ίδια στιγμή παρανομούν με την απόφασή τους να πολεμούν με όλα τα μέσα τους ερευνητές που ζητούν μέσω της νομίμου οδού να αποχαρακτηρίσουν τον κατάλογο των αποδεκτών των αμερικανικών δολαρίων.

Ενας Αμερικανός διπλωμάτης, που δεν ζει πια, συνήθιζε να λέει στους φίλους του πως πριν από τα δημοψηφίσματα στην Κύπρο «ανοίξαμε μία τρύπα και ρίχναμε μέσα δολάρια».

Η διαπίστωσή του, που έγινε μετά τη δεινή ήττα της 24ης Απριλίου 2004, έχει μεγαλύτερη σημασία επειδή ο ίδιος γνώριζε το σχέδιο εξαγοράς συνειδήσεων και κόμπαζε σε φίλους του δημοσιογράφους το βράδυ της 12ης Φεβρουαρίου 2004 ότι «το σχέδιο Ανάν θα υπερψηφιστεί».

Η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να ασχοληθεί με το θέμα και να λάβει μέτρα για τις ελληνικές οργανώσεις που χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό. Αρκεί νομίζω ότι ο Τζορτζ Μπους είχε δηλώσει πως οι ΜΚΟ είναι η προέκταση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής...


βλ.:http://www.mikis-theodorakis-kinisi-anexartiton-politon.gr/el/articles/?nid=335

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Ενας προφήτης για σκοτεινούς καιρούς Στον θαυμαστό κόσμο των ... ευτυχισμένων δούλων

Ο Αλντους Χάξλεϊ (1894-1963) υπήρξε ίσως ένας από τους ελάχιστους διανοούμενους του εικοστού αιώνα στον οποίο συνέχιζαν να συνυπάρχουν οι «δύο κουλτούρες», η ουμανιστική και η επιστημονική. Τα δοκίμια και τα μυθιστορήματά του καθρεφτίζουν μια εγκυκλοπαιδική πολυμάθεια και μια εξαιρετική ικανότητα σύνθεσης φιλοσοφίας και επιστήμης, ιστορίας και βιολογίας, ποίησης και χημείας, λογοτεχνίας και οικονομίας.

Δεν πρέπει βέβαια να λησμονάμε ότι παππούς του Αλντους Χάξλεϊ ήταν ο μεγάλος βιολόγος Τόμας Χένρι Χάξλεϊ, ο οποίος υπήρξε φίλος του Δαρβίνου και ο κύριος δημόσιος υποστηρικτής του δαρβινισμού στη βικτωριανή εποχή. Πατέρας του ήταν ο συγγραφέας Λέοναρντ Χάξλεϊ, εκδότης του φιλολογικού περιοδικού «Cornhill Magazine». Η μητέρα του ήταν ανιψιά του ποιητή Μάθιου Αρνολντ και αδελφή της μυθιστοριογράφου Χάμφρι Γουόρντ.

Ο μικρότερος αδελφός του, Αντριου Φίλντινγκ Χάξλεϊ, τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός του Τζούλιαν Χάξλεϊ υπήρξε σπουδαίος βιολόγος και φιλόσοφος, το έργο του οποίου άσκησε μεγάλη επίδραση στη μελέτη της συμπεριφοράς και της εξέλιξης (διατέλεσε μάλιστα και πρώτος γενικός διευθυντής της UNESCO στα χρόνια 1946-48). Μεγαλώνοντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο Αλντους Χάξλεϊ αποδέχθηκε την πρόκληση του ευγενικού ανταγωνισμού και της πνευματικής άμιλλας και τόλμησε να θέσει έναν δημιουργικό στόχο που κανείς από τους συγγενείς του δεν είχε επιδιώξει με την ίδια αποφασιστικότητα: να επανασυνδέσει επιστήμη και λογοτεχνία, σώμα και πνευματικότητα, φαντασία και ορθολογικότητα.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε μία νέα έκδοση του σπουδαίου έργου του Αλντους Χάξλεϊ «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» («Νησίδες», μετάφραση: Βασίλης Τομανάς). Ξαναδιαβάζοντας σήμερα αυτό το μυθιστόρημα -που γράφτηκε το 1931 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Αγγλία το 1932- μπορούμε ίσως να καταλάβουμε περισσότερο από κάθε άλλη προηγούμενη φορά την προφητική του δύναμη και οξυδέρκεια. Η μεγάλη διορατικότητα του Χάξλεϊ τον καθιστά έναν πολύτιμο οδηγό στην αβέβαιη περιπλάνηση της ανθρωπότητας μέσα στο λαβύρινθο του εικοστού πρώτου αιώνα. Διόλου τυχαία, άλλωστε, το όνομα του Χάξλεϊ ανευρίσκεται σε πρόσφατες μελέτες, που ανακαλύπτουν και υπογραμμίζουν την αξία και την επικαιρότητα του έργου του.

Ενα παράδειγμα; Ο Νιλ Πόστμαν στο βιβλίο του «Διασκέδαση μέχρι θανάτου» («Δρομέας», 1998) αναλύει το σύγχρονο αμερικανικό πολιτισμό ως μια παραλλαγή του μέλλοντος που είχε προβλέψει ο Χάξλεϊ. Ο Πόστμαν ξεκινάει με μια σύγκριση της προφητικής δύναμης του οργουελικού «1984» και του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου» του Χάξλεϊ: «Ο Οργουελ προειδοποιούσε ότι κάποια στιγμή θα επιβληθεί ένας έξωθεν αυταρχισμός. Αντιθέτως, για τον Χάξλεϊ δεν χρειάζεται Μεγάλος Αδελφός για να στερηθεί η ανθρωπότητα την αυτονομία, την ωριμότητα και την ιστορική της μνήμη. Εκείνος πίστευε ότι σιγά σιγά οι άνθρωποι θα καταλήξουν να αγαπούν την καταπίεσή τους, να λατρεύουν την τεχνολογία και να αποδομήσουν την ικανότητά τους για σκέψη. Τον Οργουελ τον φόβιζαν οι άνθρωποι που θα απαγόρευαν τα βιβλία. Τον Χάξλεϊ τον φόβιζε το γεγονός ότι δεν θα υπήρχε λόγος να απαγορευτεί ένα βιβλίο, γιατί δεν θα βρισκόταν άνθρωπος πρόθυμος να διαβάσει. 
Ενώ ο Ο Οργουελ φοβόταν εκείνους που θα μας στερούσαν την πληροφόρηση. Ο Χάξλεϊ φοβόταν εκείνους που θα μας υπερπληροφορούσαν τόσο, ώστε να καταντήσουμε πλάσματα παθητικά και εγωιστικά. Ο Οργουελ φοβόταν ότι η αλήθεια θα φυλασσόταν μυστική. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι η αλήθεια θα πνιγόταν σε έναν ωκεανό σύγχυσης.
Ο Οργουελ φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε πολιτισμό υποτέλειας. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε πολιτισμό κοινοτοπίας... Ο Οργουελ φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που μισούμε. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτά που αγαπάμε...».

Ενας πολιτισμός, συμπεραίνει ο Πόστμαν, μπορεί να συρρικνωθεί με δύο τρόπους. Σύμφωνα με τον πρώτο, τον ουργουελικό, ο πολιτισμός γίνεται φυλακή. Σύμφωνα με το δεύτερο, το χαξλεϊκό, ο πολιτισμός γίνεται παρωδία. Στη σύγχρονη Αμερική οι προφητείες του Οργουελ δεν έχουν ακόμη πολλή σημασία, αλλά οι προφητείες του Χάξλεϊ έχουν ήδη αρχίσει να πραγματοποιούνται. «Στην προφητεία του Χάξλεϊ ο Μεγάλος Αδελφός δεν μας βλέπει με δική του επιλογή. Εμείς τον βλέπουμε, με δική μας. Δεν χρειάζονται δεσμοφύλακες ή πύλες ή υπουργεία Αλήθειας. Οταν ένας πληθυσμός ψυχαγωγείται με ασημαντότητες, όταν η πολιτιστική ζωή επαναπροσδιορίζεται ως συνεχής κύκλος ψυχαγωγίας, όταν μία σοβαρή δημόσια συζήτηση γίνεται ένα είδος νηπιακού λόγου, όταν, με λίγα λόγια, ένα λαός γίνεται ακροατήριο και οι δημόσιες πράξεις θεάμα επιθεώρησης, τότε ο θάνατος του πολιτισμού είναι ένα βέβαιο ενδεχόμενο».

Αλλά και το τελευταίο βιβλίο του Φράνσις Φουκουγιάμα με τίτλο «Our Posthuman Future» («Profile Books», 2002) αρχίζει με μία συγκριτική ανάλυση των δύο μεγάλων αντι-ουτοπιών που σημάδεψαν το συλλογικό φαντασιακό του εικοστού αιώνα: του «1984» του Οργουελ και του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου» του Χάξλεϊ. Ο Φουκουγιάμα υποστηρίζει ότι «ενώ οι τεχνολογικές προβλέψεις που διατυπώνουν τα δύο βιβλία είναι εντυπωσιακά ακριβείς, οι πολιτικές προβλέψεις του πρώτου βιβλίου, του "1984", ήταν εντελώς εσφαλμένες». Η αντι-ουτοπία του Οργουελ περιγράφει έναν κόσμο πνιγηρού ολοκληρωτισμού, που υλοποιείται μέσα από τον έλεγχο της πληροφόρησης. Αλλά, αν το Ιντερνετ από μιαν άποψη μοιάζει πάρα πολύ με την οργουελική τηλεοθόνη, από μια άλλη άποψη βρίσκεται στον αντίποδά της. «Αντί να γίνει ένα εργαλείο συγκεντροποίησης και τυραννίας, οδήγησε στον εκδημοκρατισμό της πρόσβασης στην πληροφόρηση και στην αποκέντρωση της πολιτικής». Ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» του Χάξλεϊ, αντιθέτως, θεμελιώνεται πάνω σε μιαν εντυπωσιακή ανάπτυξη των βιοτεχνολογιών και αυτό τον καθιστά εξαιρετικά επίκαιρο. Η επικαιρότητά του δεν καθορίζεται τόσο από αυτό που έχει ήδη συμβεί, όπως είναι λ.χ. η έκρηξη της τεχνολογίας της πληροφορικής, όσο από αυτό που πρόκειται να συμβεί η μάλλον από αυτό που θα μπορούσε να συμβεί. Τι είναι πράγματι η «διαδικασία Μποκανόφσκι», αν όχι μια μέθοδος μαζικής κλωνοποίησης;

Από την άλλη μεριά, σύμφωνα πάντα με τον Φουκουγιάμα, αυτό που καθιστά το πολιτικό σκέλος της προφητείας του Χάξλεϊ περισσότερο εύστοχο και ακριβές από την οργουελική προφητεία είναι το ότι στον «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» «το κακό δεν είναι τόσο φανερό, επειδή κανείς δεν εξοντώνεται». Ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» είναι ένας κόσμος «ευτυχισμένων δούλων». Συνεπώς, ο Φουκουγιάμα προτιμάει να χρησιμοποιεί τον Χάξλεϊ ως οδηγό, προκειμένου να εξερευνήσει «την πιο σημαντική απειλή που δημιουργεί η σύγχρονη βιοτεχνολογία, την απειλή να αλλοιώσει την ανθρώπινη φύση και να μας οδηγήσει σε μια μετα-ανθρώπινη φάση της Ιστορίας».

Η έκφραση «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» («Brave new world»), που δίνει τον τίτλο του μυθιστορήματος του Χάξλεϊ, ανευρίσκεται στην πέμπτη πράξη της «Τρικυμίας» του Σαίξπηρ. Η Μιράντα, η κόρη του Πρόσπερου, εκφράζει με χαρακτηριστική αφέλεια το θαυμασμό της: «How beauteous wankind is/O brave new world/that has such people in it». Ο άκριτος ενθουσιασμός της μοιάζει με εκείνον της Λενίνα, της γυναίκας που αγαπάει ο Τζον ο Αγριος, ο άτυχος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος. Διαφορετικά από τους άλλους κατοίκους του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου», ο Αγριος γνωρίζει από μνήμης το έργο του Σέξπιρ. Αλλά στον «Καινούργιο κόσμο», όπως εξηγεί ο Ελεγκτής Μουσταφά Μοντ, ο Σέξπιρ δεν διαβάζεται επειδή είναι παλιός.

Εξάλλου, έργα όπως ο «Οθέλος» ή ο «Βασιλιάς Λιρ» δεν θα μπορούσαν καν να γίνουν κατανοητά. Οι τραγωδίες για να συμβαίνουν, να γράφονται και να κατανοούνται προϋποθέτουν κοινωνική αστάθεια. Αλλά ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» είναι σταθερότατος. Η σταθερότητά του επιτυγχάνεται με πολύ δραστικά μέτρα, με ένα αξιοθαύμαστο σύστημα διαμόρφωσης εξαρτημένης συμπεριφοράς που ξεκινάει από τα βρέφη και τα νήπια. Ο σχεδόν τέλειος έλεγχος που ασκείται από το κράτος επιτυγχάνεται με επιστημονικές μεθόδους που υποκινούν και ενισχύουν την επιθυμητή συμπεριφορά.

Υπάρχει άλλωστε κεντρικός προγραμματισμός της αναπαραγωγής και προωθείται μια σχεδιασμένη γενετική τυποποίηση. Η βελτίωση ή ο εκφυλισμός του είδους ασκούνται συστηματικά και προγραμματισμένα. Σε μια σειρά από φιάλες, βιολογικά ανώτερα ωάρια γονιμοποιημένα από βιολογικά ανώτερα σπερματοζωάρια δέχονται τις καλύτερες δυνατές φροντίδες και καταλήγουν σε βρέφη κατηγορίας Β ή Α ή ακόμη ΑΑ. Σε μια άλλη πολύ πιο πολυάριθμη σειρά από φιάλες, βιολογικά κατώτερα ωάρια γονιμοποιημένα από βιολογικά κατώτερα σπερματοζωάρια υποβάλλονται στη διαδικασία Μποκανόφσκι (παραγωγή 96 πανομοιότυπων διδύμων από ένα γονιμοποιημένο ωάριο). Αυτά τα κατώτερης κατηγορίας όντα είναι ικανά για βαριές δουλειές, απολύτως πειθαρχικά και δεν προκαλούν ποτέ ανησυχία στους ανωτέρους τους. Προηγουμένως βέβαια υποβάλλονται στην κατάλληλη εκπαίδευση και στη συνέχεια μπορούν να ζουν κάπως πιο άνετα, με ελεύθερες και συχνές επαφές μεταξύ των δύο φύλων και με την προσοχή τους συνεχώς στραμμένη σε δωρεάν διασκεδάσεις. Τη διαμόρφωση εξαρτημένης συμπεριφοράς στα εμφιαλωμένα βρέφη τη διαδέχεται η ενστάλαξη γνώσεων με υπνοπαιδεία, η διδασκαλία της ηθικής κατά την ώρα του ύπνου, η νεο-παβλοφική διαμόρφωση εξαρτημένων ανακλαστικών στα νήπια και στα παιδιά. Η μεθοδική συμμόρφωση του ατόμου στις επιταγές μιας εντελώς οργανωμένης κοινωνίας και η ένταξή του σε ένα «επιστημονικό ταξικό σύστημα» δεν γίνεται με τη βία και με την απείλη τιμωρίας. Η υποταγή γίνεται αποδεκτή γιατί επιβάλλεται με ήπιες μεθόδους και συνδυάζεται με τακτικές δόσεις ευτυχίας, παρεχόμενης ακόμα και με χημικά μέσα. Οι άνθρωποι του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου» μπορούν να ξεφεύγουν από την κακοκεφιά και από τις συνήθεις σκοτούρες της καθημερινής ζωής είτε με συναρπαστικές διασκεδάσεις, που τους προσφέρονται αδιάκοπα, είτε παίρνοντας ένα-δυο χάπια της χημικής σύνθεσης που λέγεται «σόμα».

Μπορούν έτσι να νιώσουν ευφορία ή να βυθιστούν σε έναν ευχάριστο και τονωτικό ύπνο, χωρίς καμία σωματική ή διανοητική παρενέργεια. Η καθημερινή μερίδα σόμα που παίρνουν τα άτομα, είναι μια εξασφάλιση ενάντια στην παρεκτροπή, την κοινωνική αναταραχή και τη διάδοση ανατρεπτικών ιδεών.

Στο γενετικό έλεγχο, την ειδική διαπαιδαγώγηση των νηπίων, την υπνοπαιδεία, την ευφορία των ενηλίκων που δημιουργείται με χημικά μέσα, έρχεται να προστεθεί η γενικευμένη συμμόρφωση στις επιταγές της κοινωνικής οργάνωσης. Μια συμμόρφωση που επιβάλλεται με σχετικά ήπιες μεθόδους σωφρονισμού. Στο «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν δήμιοι ή σύνεργα βασανιστηρίων. Η τέλεια οργανωμένη κοινωνία εγγυάται στον άνθρωπο μια μαθηματικά υπολογισμένη ευτυχία, που τον μετατρέπει σε ένα χαμογελαστό ζόμπι, ανίκανο να νιώσει ζωηρές συγκινήσεις και γνήσια συναισθήματα.

Αλλά ακόμη και αυτό το επιστημονικά σχεδιασμένο σύστημα κοινωνικού ελέγχου δεν είναι πάντοτε απολύτως επιτυχές. Υπάρχουν και μερικοί άνθρωποι δυσαρεστημένοι με την κοινωνία και ανικανοποίητοι, που θέλουν να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και δεν τους αρκεί να νιώθουν ότι είναι απλώς κύτταρα του κοινωνικού σώματος. Υπάρχει και ο Αγριος, που βγήκε από τον προστατευόμενο Δρυμό, ένας Αγριος που μοιάζει μάλλον με έναν σημερινό πολιτισμένο άνθρωπο. Ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» παρουσιάζεται στους κατοίκους του σαν ένας επίγειος παράδεισος, που εξασφαλίζει σε όλους την ευτυχία. Αλλά ο Αγριος προτιμάει την ελευθερία από την ευτυχία. Ο Ελεγκτής Μουσταφά Μοντ του λέει: «Προτιμούμε να κάνουμε τα πράγματα άνετα». Και ο Αγριος απαντά: «Μα, αφού εγώ δεν θέλω άνεση. Θέλω θεό, θέλω ποίηση, θέλω πραγματικό κίνδυνο, θέλω ελευθερία, θέλω καλοσύνη, θέλω αμαρτία».

«Με άλλα λόγια -είπε ο Μουσταφά Μοντ- απαιτείτε το δικαίωμα να είστε δυστυχισμένος». «Καλά λοιπόν -είπε προκλητικά ο Αγριος- απαιτώ το δικαίωμα να είμαι δυστυχισμένος».

Στην προμετωπίδα του βιβλίου του ο Χάξλεϊ παραθέτει μία φράση του Νικολάι Μπερντιάγεφ, του Ρώσου φιλοσόφου που κατέφυγε στο Παρίσι το 1922: «Οι ουτοπίες -λέει ο Μπερντιάγεφ- φαίνονται σήμερα πολύ πιο πραγματοποιήσιμες από όσο πίστευαν άλλοτε οι άνθρωποι. Και βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι με ένα πολύ διαφορετικά βασανιστικό ερώτημα: Πώς ν' αποφύγουμε την οριστική τους πραγματοποίηση; ...Οι ουτοπίες είναι πραγματοποιήσιμες. Η ζωή πορεύεται προς τις ουτοπίες. Και ίσως ν' αρχίζει ένας καινούργιος αιώνας που, στο διάβα του, οι διανοούμενοι και η τάξη των καλλιεργημένων θα ονειρεύονται τα μέσα για ν' αποφύγουν τις ουτοπίες και να ξαναγυρίσουν σε μια κοινωνία όχι ουτοπική, λιγότερο "τέλεια" και περισσότερο ελεύθερη».

Ο Χάξλεϊ γνωρίζει ότι η ελευθερία είναι μια δύσκολη και εύθραυστη κατάκτηση, που απειλείται από πολλές πλευρές και από απειλές πολλων και διαφόρων ειδών (δημογραφικές, κοινωνικές, πολιτικές, ψυχολογικές κ.ά.).

Μια νέα τρομερή απειλή -που εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα καταστροφικό τρόπο στον εικοστό αιώνα- είναι και η ικανότητα του σύγχρονου ανθρώπου να πραγματοποιεί τις ουτοπίες του. Ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» γράφτηκε πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και όταν ο σταλινισμός δεν είχε ακόμη αποκαλύψει πλήρως το αποκρουστικό του πρόσωπο. Το 1948, ο Οργουελ με το έργο του «1984» είχε προβάλει στο μέλλον τη μεγεθυσμένη εικόνα ενός παρόντος που περιείχε το σταλινισμό κι ενός πρόσφατου παρελθόντος που σημαδεύτηκε από την εμπειρία του ναζισμού.

Σε μιαν επιστολή του προς τον Οργουελ, γραμμένη στις 21 Οκτώβρη του 1949, ο Χάξλεϊ περιγράφει τις εντυπώσεις που του προκάλεσε η ανάγνωση του «1984». Γράφει, ανάμεσα στ' άλλα: «Το αν στην πραγματικότητα η πολιτική της "μπότας στο σβέρκο" μπορεί να συνεχιστεί επ' αόριστον φαίνεται αμφίβολο. Η δική μου πεποίθηση είναι ότι η άρχουσα ολιγαρχία θα βρει λιγότερο κοπιαστικούς και άσκοπους τρόπους για να κυβερνήσει και να ικανοποιήσει τη δίψα της για εξουσία και ότι αυτοί οι τρόποι θα μοιάζουν με κείνους που περιέγραψα στο "Brave New World"». Και συμπληρώνει: «Μέσα στην επόμενη γενιά πιστεύω ότι οι κυβερνήτες του κόσμου θα ανακαλύψουν ότι η προκαθορισμένη εξάσκηση των βρεφών και η ναρκο-ύπνωση είναι πιο αποτελεσματικές σαν όργανα διακυβέρνησης από τα ρόπαλα και τις φυλακές και ότι η δίψα για εξουσία μπορεί να ικανοποιηθεί το ίδιο απόλυτα με το να υποβάλλεις στους ανθρώπους να αγαπούν τη σκλαβιά τους όσο και με το να τους βαράς και να τους κλοτσάς για να υποταγούν. Με άλλα λόγια, νιώθω πως ο εφιάλτης του 1984 προορίζεται να διαμορφωθεί σε εφιάλτη ενός κόσμου που θα έχει περισσότερες ομοιότητες με εκείνον που φαντάστηκα στο "Brave New World". Η αλλαγή θα προκύψει ως αποτέλεσμα μιας έντονης ανάγκης για αυξημένη απόδοση» (Αλντους Χάξλεϊ «Μετά τα πυροτεχνήματα», «Ηριδανός», σελ. 178-180).

Το 1958, με το βιβλίο του «Επιστροφή στο θαυμαστό νέο κόσμο» («Ελεύθερος Τύπος», 1978), ο Χάξλεϊ επιβεβαιώνει την αρχική του εκτίμηση:

«Οι προφητείες του 1931 επαληθεύονται πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι νόμιζα... Ο εφιάλτης της ολοκληρωτικής οργάνωσης, που είχα τοποθετήσει στον έβδομο αιώνα μ.Φ. (μετά Φορντ) έχει ήδη αναδυθεί».

Ο Χάξλεϊ επανέρχεται στη σύγκριση με το «1984» του Οργουελ: «Στο πλαίσιο του 1948 το "1984" έμοιαζε πολύ πειστικό... Σήμερα φαίνεται πιο πιθανός ο κίνδυνος ενός "Θαυμαστού καινούργιου κόσμου" παρά ενός "1984"». Στις δικτατορίες του μέλλοντος θα υπάρχει πολύ λιγότερη βία από αυτή που υπήρχε σε καθεστώτα σαν εκείνα του Χίτλερ και του Στάλιν.

Οι υπήκοοι των μελλοντικών δικτατόρων θα διοικούνται πιο ανώδυνα και ομοιόμορφα από ένα σώμα καλά εκπαιδευμένων κοινωνικών μηχανικών.

Η κοινωνία που περιγράφεται στο «1984» βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην τιμωρία και στο φόβο της τιμωρίας. Στο «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» η τιμωρία είναι σπάνια και γενικά ήπια. Ο έλεγχος της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς με μέσο την τιμωρία είναι μακροπρόθεσμα λιγότερο αποτελεσματικός από εκείνον που επιτυγχάνουμε ενισχύοντας την επιθυμητή συμπεριφορά με ανταμοιβές. Οι εξουσίες του μέλλοντος θα κατανοήσουν ότι η τρομοκρατία δεν είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος διακυβέρνησης. Θα κατανοήσουν επίσης ότι μπορούν να πετύχουν καλύτερα τους στόχους τους αν επιλέξουν την ήπια χειραγώγηση των σκέψεων, των συμπεριφορών και των αισθημάτων του ατόμου.

Η κοινωνία που περιγράφεται στο μύθο του Οργουελ βρίσκεται διαρκώς σε μια κατάσταση πολέμου. Οι κυβερνήτες της κρατούν τους υπηκόους τους σε διαρκή κινητοποίηση, σε μια αδιάκοπη ένταση. Στο «Θαυμαστό καινούριο κόσμο» οι άνθρωποι ζουν ειρηνικά και η πρώτη φροντίδα των κυβερνώντων είναι να κρατήσουν με κάθε τρόπο ήσυχους και παθητικούς τους υπηκόους τους. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αδιάκοπες διασκεδάσεις χρησιμοποιούνται για να αποσπούν το ενδιαφέρον και την προσοχή του λαού από τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Στο «1984» τα μέλη του κόμματος αναγκάζονται να πειθαρχούν σε μια σεξουαλική ηθική πιο αυστηρή και από την πουριτανική. Στο «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» επιτρέπεται σε όλους να παραδίδονται στις σεξουαλικές τους ορμές χωρίς εμπόδια ή ενδοιασμούς. «Στο "1984" η διατήρηση της ισχύος επιτυγχάνεται με την πρόκληση του πόνου. Στο "Θαυμαστό καινούργιο κόσμο" με την παροχή μιας ηδονής σχεδόν το ίδιο εξευτελιστικής».

Ο Χάξλεϊ προβλέπει ότι ο εικοστός πρώτος αιώνας θα είναι η εποχή του «Θαυμαστού καινούργιου κόσμου». Η τεχνολογική εξέλιξη οδηγεί αναπόδραστα στη σταδιακή συγκέντρωση της οικονομικής και πολιτικής ισχύος και στην ανάπτυξη μιας κοινωνίας που ελέγχεται από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις.

Στο όνομα της μεγαλύτερης αποδοτικότητας επιβάλλεται μια τυποποίηση της συμπεριφοράς και μια ομοιομορφία, η οποία προσβάλλει και αναιρεί τη σωματική και πνευματική μοναδικότητα που χαρακτηρίζει τα ανθρώπινα πλάσματα. «Η γενετική τυποποίηση των ατόμων είναι ακόμη ανέφικτη», έγραφε ο Χάξλεϊ το 1958. «Αλλά η Μεγάλη Κυβέρνηση και η Μεγάλη Επιχείρηση ήδη κατέχουν ή πολύ γρήγορα θα αποκτήσουν όλες τις μεθόδους για το χειρισμό του ανθρώπινου νου που περιγράφτηκαν στο Θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Εφόσον οι αυριανοί ηγέτες τού υπερβολικά πυκνοκατοικημένου και υπεροργανωμένου κόσμου δεν θα έχουν την ικανότητα να επιβάλλουν γενετική ομοιομορφία στα έμβρυα, θα προσπαθήσουν να επιβάλλουν κοινωνική και πολιτιστική ομοιομορφία στους ενήλικους και στα παιδιά τους... Αν θέλουμε να αποφευχθεί αυτό το είδος τυραννίας, πρέπει να αρχίσουμε χωρίς αργοπορία να εκπαιδευόμαστε και εμείς και τα παιδιά μας για την ελευθερία και την αυτοκυβέρνηση».

Ο Χάξλεϊ μάς διδάσκει ότι η ελευθερία είναι το πιο πολύτιμο αγαθό, ότι η ανεκτικότητα είναι μια μεγάλη αρετή, ότι η ποικιλία και η πολλαπλότητα πρέπει να διασωθούν, ότι πρέπει να αντισταθούμε στην επιβολή της ομοιομορφίας. Μας διδάσκει επίσης μια διανοητική εγρήγορση ικανή να αντιλαμβάνεται ότι οι απειλές για την ελευθερία δεν προέρχονται μόνον από τη σκληρή καταπίεση και την ωμή βία. Η σύγχρονη τεχνολογία, η επιδίωξη της μέγιστης απόδοσης, το κυνήγι ποσοτικών στόχων, η θέληση για τάξη, η τάση για υπεροργάνωση, η πολιτική και εμπορική προπαγάνδα, η ακόρεστη δίψα των ανθρώπων για διασκεδάσεις, η πλύση εγκεφάλου και η ψυχολογική πίεση, ο υποσυνείδητος πειθαναγκασμός που επιδιώκεται από ισχυρούς μηχανισμούς χειραγώγησης της γνώμης και της θέλησης -όλα αυτά μπορούν να απειλήσουν την ελευθερία, μπορούν να αιχμαλωτίσουν το νου των ανθρώπων και να σφυρηλατήσουν νέα δεσμά. Αυτή η νέα δουλεία θα διαφέρει από τη δουλεία του παρελθόντος, γιατί στο «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» οι άνθρωποι θα πιστεύουν ότι είναι ελεύθεροι και κανείς δεν θα παραπονιέται για την αιχμαλωσία του.

Ο Χάξλεϊ προβλέπει μια κατάσταση στην οποία «τα συντάγματα δεν θα καταργηθούν και οι καλοί νόμοι θα παραμείνουν στους νομικούς κώδικες. Αλλά αυτές οι φιλελεύθερες μορφές θα χρησιμεύουν μόνο σαν προσωπείο και εξωραϊσμός μιας τελείως ανελεύθερης ουσίας... Η φύση των δημοκρατιών θα αλλάξει. Οι άψογοι παλιοί τύποι -εκλογές, κοινοβούλια, Ανώτατα Δικαστήρια κ.λπ.- θα παραμείνουν. Η ουσία όμως που θα κρύβεται κάτω από την επιφάνεια, θα είναι ένα είδος ολοκληρωτισμού, χωρίς βία».

Οι άνθρωποι θα ζητούν δουλειά, τροφή, κατανάλωση, τηλεόραση, θέαμα και διασκεδάσεις, θα ζητούν, με άλλα λόγια, ευτυχία και δεν θα έχουν να σκοτίζονται με τις ευθύνες της ελευθερίας. Σε αυτό το πιθανό μέλλον -που μοιάζει ανησυχητικά με το δικό μας παρόν- η ελπίδα μπορεί να επιζήσει μόνον αν υπάρχουν ακόμη «Αγριοι» που προτιμούν την ελευθερία από την ευτυχία και που έχουν τη δύναμη και το θάρρος να διεκδικούν το δικαίωμα να είναι δυστυχισμένοι.
ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Το αδιέξοδο της υπερπληροφόρησης...

Σε παλαιότερη ανάρτησή μας είχαμε δημοσιεύσει ένα σημαντικό κείμενο του συγγραφέα Σάββα Γρηγοριάδη, στο οποίο ανέλυε τα προβλήματα που προκύπτουν από την αναξιόπιστη, επιφανειακή και συχνά κατευθυνόμενη "γνώση" που παρέχει το Διαδίκτυο και οι διαδικτυακές "εγκυκλοπαίδειες" του τύπου Βικιπαιδεία (βλ. ανάρτηση 23/10/10 "Η στρεβλή γνώση της Βικιπαιδείας" http://ethnologic.blogspot.com/2010/10/blog-post_23.html). Για τον φαιδρό τρόπο με τον οποίο γράφονται τα "λήμματα" της Βικιπαιδείας, μπορούν να πάρουν μια γεύση διαβάζοντας την σχετική ανάρτησή μας στις 25-10-10 ("Γνώση" για τις μάζες - Εγκυκλοπαίδεια μαζικής κατανάλωσης και ελεγχόμενης γνώσης: Ο παράδεισος της ημιμάθειας http://ethnologic.blogspot.com/2010/10/blog-post_25.html). Το άρθρο του γνωστού δημοσιογράφου Πάσχου Μανδραβέλη που αναδημοσιεύουμε σήμερα έρχεται να συμπληρώσει την εικόνα, αποδεικνύοντας ότι τα πολυδιαφημισμένα και προβαλλόμενα συνθήματα περί της "δωρεάν" και "λαϊκής" γνώσης που είναι προσβάσιμη από όλους, είναι εντελώς παραπλανητικά και αποπροσανατολιστικά. Όλα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν μόνον υποβοηθητικά σε σχέση με τις κλασσικές μεθόδους εκπαίδευσης του Σχολείου και ειδικά στην χώρα μας είναι απλώς γελοιότητες των πολιτικάντηδων, οι οποίοι δεν τολμούν να ομολογήσουν την παταγώδη αποτυχία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και του Δημοσίου Σχολείου. Αυτή όμως είναι μια άλλη και πολύ μεγάλη συζήτηση...
ΔΕΕ
Το παζάρι των τεχνολογιών

«Τον 12ο αιώνα οι Bενεδικτίνοι μοναχοί εφηύραν το μηχανικό ρολόι. Χρειαζόταν αυτό το εργαλείο για την ακριβή ώρα της προσευχής που έπρεπε να κάνουν. Oι μοναχοί, όμως, δεν συνειδητοποίησαν ότι το ρολόι δεν ήταν απλώς ένα μέσο καταγραφής των ωρών, αλλά και ένα μέσο συγχρονισμού των πράξεων των ανθρώπων. Ετσι, λοιπόν, στα μέσα του 14ου αιώνα, το εργαλείο αυτό βγήκε έξω από τα τείχη των μοναστηριών κι έφερε νέα και ακριβή κανονικότητα στη ζωή του εργαζόμενου και του εμπόρου. Tο μηχανικό ρολόι έκανε δυνατή την ιδέα της συστηματικής παραγωγής, των συστηματικών ωρών εργασίας... Xωρίς το ρολόι, ο καπιταλισμός θα ήταν αδύνατος. Eδώ βρίσκεται λοιπόν το μεγάλο παράδοξο: το ρολόι εφευρέθηκε από ανθρώπους που ήθελαν να αφοσιωθούν περισσότερο στον Θεό και κατέληξε σε ανθρώπους που ήθελαν να αφοσιωθούν στη συγκέντρωση χρημάτων. H τεχνολογία έχει πάντα απρόβλεπτες επιπτώσεις. Δεν είναι πάντα ξεκάθαρο στην αρχή ποιος θα κερδίσει τι και ποιος θα χάσει τι».
Neil Postman

Ο μεγάλος διανοητής της επικοινωνίας, Νηλ Πόστμαν, ήταν πάντα επιφυλακτικός με τις νέες τεχνολογίες. Πιστεύει ότι «κάθε τεχνολογική αλλαγή είναι μια φαουστική διαπραγμάτευση: προστίθεται μια νέα τεχνολογία, και μπαίνει στο περιθώριο μια παλιά. Αυτές οι δύο τεχνολογίες δεν είναι ποτέ ίσες. Mερικές φορές, μια νέα τεχνολογία δημιουργεί περισσότερα απ' όσα καταστρέφει. Αλλες φορές καταστρέφει περισσότερα απ' όσα δημιουργεί. Ποτέ, όμως, δεν είναι μονόπλευρη».
Το πρόβλημα των καιρών μας για τον μεγάλο διανοητή είναι η υπερπληροφόρηση. Ο ίδιος συνήθιζε να κάνει ένα απολαυστικό πείραμα στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, όπου ήταν καθηγητής. «Γίνεται καλύτερα το πρωί, όταν βλέπω ένα συνάδελφο να εμφανίζεται χωρίς να έχει στα χέρια του ένα αντίτυπο των New York Times», λέει. «"Διάβασες τους Times σήμερα", ρωτώ. Aν απαντήσει "όχι", το πείραμα συνεχίζεται. "Πρέπει να κοιτάξεις στη σελίδα 23", λέω. "Yπάρχει ένα φανταστικό πείραμα για μια μελέτη στο Harvard. Εκαναν μια έρευνα για διαιτητικές τροφές και βρήκαν ότι μια φυσιολογική δίαιτα λειτουργεί καλύτερα αν προστεθούν έξι φορές την ημέρα σοκολατούχα εκλέρ. Φαίνεται ότι υπάρχει ένα ειδικό θρεπτικό συστατικό στα εκλέρ -η ενκομιακή διοξίνη- που μειώνει τις θερμίδες με εκπληκτικό ρυθμό".
» Mια άλλη πιθανή απάντηση που χρησιμοποιώ σε συναδέλφους, οι οποίοι είναι γνωστοί για τον υγιεινό τρόπο ζωής τους είναι η εξής: "Oι νευροφυσιολόγοι στο πανεπιστήμιο της Στουτγκάρδης ανακάλυψαν μια σχέση μεταξύ τρεξίματος και μειωμένης νοημοσύνης. Σε περίοδο πέντε ετών, έλεγξαν περισσότερους από 1.200 ανθρώπους και βρήκαν ότι όσες περισσότερες ώρες έτρεχαν, τόσο μειωνόταν η νοημοσύνη τους. Δεν ξέρουν ακριβώς τον λόγο που γίνεται αυτό, αλλά έτσι είναι"...
» Oι περισσότεροι θα πιστέψουν, ή τουλάχιστον δεν θα αμφισβητήσουν, αυτό που τους λέω. Mερικές φορές θα πουν: "Aλήθεια; Eίναι αυτό δυνατόν;". Mερικές φορές θα ζητήσουν επανάληψη: "Πού είπες ότι έγινε αυτή η έρευνα;". Kάποιες άλλες φορές λένε: "Ξέρεις; Εχω ακούσει κι εγώ κάτι τέτοιο".
» Ενα συμπέρασμα από την έρευνά μου έχει εκφραστεί από τον Τζορτζ Οργουελ πριν από 50 χρόνια. Παρατήρησε ότι ο μέσος άνθρωπος σήμερα είναι εξίσου αφελής με τον μέσο άνθρωπο του Mεσαίωνα. Τότε οι άνθρωποι πίστευαν άκριτα στην αυθεντία της θρησκείας τους. Σήμερα πιστεύουμε άκριτα στην αυθεντία της επιστήμης. Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε, μας είναι εν πολλοίς ακατανόητος. Δεν υπάρχει γεγονός -πραγματικό ή φανταστικό- που θα μας καταπλήξει επί μακρόν, αφού δεν έχουμε μια κατανοητή και λογικά ακόλουθη εικόνα του κόσμου, τέτοια που θα έκανε ένα γεγονός να φαίνεται ως απαράδεκτη αντίφαση. Πιστεύουμε, επειδή δεν υπάρχει λόγος να μην πιστέψουμε... Σ' έναν κόσμο χωρίς πνευματική ή νοητική τάξη, όλα είναι πιστευτά, οτιδήποτε δεν είναι προβλεπτό και κατά συνέπεια οτιδήποτε δεν μας εκπλήσσει.»
Το «πολιτιστικό έιτζ»
«Στον Mεσαίωνα υπήρχε σπάνις πληροφορίας, αλλά η σπανιότητα έκανε την πληροφορία σημαντική και χρήσιμη. Aυτή η κατάσταση αλλάζει στα τέλη του 15ου αιώνα, όταν ο Γουτεμβέργιος μετέτρεψε μια οινοποιητική πρέσα σε τυπογραφική. Kάνοντας αυτό δημιούργησε κάτι που σήμερα ονομάζουμε πληροφοριακή έκρηξη. Σαράντα χρόνια μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας, υπήρχαν τυπογραφικές μηχανές σε 100 πόλεις έξι διαφορετικών κρατών. Πενήντα χρόνια μετά, είχαν τυπωθεί οκτώ εκατομμύρια βιβλία, γεμάτα πληροφορίες που δεν ήταν διαθέσιμες στον μέσο άνθρωπο. Eίναι παραπλανητικό να πιστεύουμε ότι ο υπολογιστής μάς οδήγησε στην εποχή της πληροφορίας. H τυπογραφική μηχανή μάς οδήγησε εκεί, κι από τότε δεν έχουμε απελευθερωθεί απ' αυτή.
» Aυτό όμως που ξεκίνησε ως απελευθερωτικό ρεύμα, μεταλλάχθηκε σε χείμαρρο χάους. Aκούστε τι αντιμετωπίζουμε, αν πάρω ως παράδειγμα τη χώρα μου: στις HΠA (σημ.: το 1996 που ο Πόστμαν έγραφε αυτά) εκδίδονται 11.520 εφημερίδες, 11.556 περιοδικά, υπάρχουν 27.000 καταστήματα που νοικιάζουν βιντεοκασέτες, 362 εκατομμύρια τηλεοπτικές συσκευές και πάνω από 400.000 εκατομμύρια ραδιόφωνα. Kάθε χρόνο εκδίδονται πάνω από 40.000 τίτλοι βιβλίων (300.000 σε όλο τον κόσμο).
» O δεσμός μεταξύ πληροφορίας και δράσης έχει διαρραγεί. H πληροφορία είναι τώρα εμπόρευμα που μπορεί να αγοραστεί και να πουληθεί, να χρησιμοποιηθεί ως μορφή ψυχαγωγίας, ή να φορεθεί ως ένδυμα για να αυξήσει το κύρος κάποιου. H πληροφορία έρχεται αδιάκριτα. Δεν απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα. Eίναι ασύνδετη από τη χρησιμότητά της. Εχουμε κορεσθεί από πληροφορία, πνιγόμαστε μέσα σ' αυτή, δεν την ελέγχουμε και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε μ' αυτή...
Tο πληροφοριακό ανοσοποιητικό μας σύστημα δεν δουλεύει πια. Δεν ξέρουμε πώς να φιλτράρουμε αυτή την πλημμύρα πληροφοριών, δεν ξέρουμε πώς να τη μειώσουμε, δεν ξέρουμε πώς να τη χρησιμοποιήσουμε. Πάσχουμε από ένα είδος πολιτιστικού έιτζ.
» Mέσα σ' αυτή την κατάσταση έρχεται και ο υπολογιστής... O υπολογιστής και η πληροφορία του δεν μπορούν να μας απαντήσουν στα θεμελιώδη ερωτήματα, σ' αυτά που πρέπει να απαντήσουμε για να δώσουμε νόημα στη ζωή μας και να την κάνουμε πιο ανθρώπινη. O υπολογιστής δεν μπορεί να μας παράσχει ένα οργανωμένο ηθικό πλαίσιο. Δεν μπορεί να μας πει ποιες ερωτήσεις αξίζει να υποβάλλουμε. Δεν μπορεί να μας προσφέρει τα μέσα να κατανοήσουμε για ποιον λόγο βρισκόμαστε εδώ, ή γιατί πολεμάμε ο ένας τον άλλο, ή γιατί φθίνει τόσο συχνά η ευπρέπεια - ειδικά τώρα που την χρειαζόμαστε περισσότερο. O υπολογιστής, κατά κάποιο τρόπο, είναι ένα εκπληκτικό παιχνίδι που μας αποσπά από όλα εκείνα τα οποία πρέπει να αντιμετωπίσουμε: το πνευματικό κενό, τη γνώση του εαυτού μας, τις χρήσιμες αντιλήψεις για το παρελθόν και το μέλλον μας...»

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ


Τα ελληνικά είναι τραγούδι.
Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων.
Τούς θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε
Βέβαια, η γλώσσα χωρίς τόνους φάνταζε στα μάτια μου σαν σεληνιακό τοπίο, αλλά νόμιζα ότι αυτό ήταν μια προσωπική μου εντύπωση, θέμα συνήθειας. Ώσπου συνέβη το εξής:
Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν’ ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας “Λύρα”, προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες.
Είναι δύσκολο ν’ απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί. Όταν βέβαια το τραγούδι είναι τετριμμένο ή άτεχνο, η εξήγηση είναι εύκολη. Μού συνέβη όμως να δω τραγούδια όπου οι στίχοι δεν ήταν άσχημοι και η μουσική δεν ήταν τυχαία, επιπλέον ταίριαζε θεματικά και με τους στίχους. Κι όμως, το τραγούδι συνολικά δεν “ κύλαγε” όπως λέμε( οπότε το επιστρέφαμε στον ενδιαφερόμενο με διάφορες ασάφειες και υπεκφυγές.
Το πράγμα με απασχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (…) και τα συνέκρινα μ’ αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα -προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του- τότε όσο έξυπνη και να ‘ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό.
Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ’ ένα ρυθμό ή σ’ ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται.
Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο.(…)
Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: “Λυγά πάντα η γυναίκα”. Το “πάντα” ακούγεται ψηλότερα από το “λυγά” που παίρνει περισπωμένη. “Λυγά πάντα η γυναίκα" ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το “ γυναίκα”, που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ’ έναν φίλο και έμαθα ότι η “ γυναίκα” οφείλει να παίρνει περισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι’ αυτό πήρε οξεία η “ γυναίκα”.
Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει “ Λυγά πάντα η γυναίκα” λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη. Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ’ έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις:
Είν’ ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν’ ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω”. Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το!
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί’ ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε:
“ Ακριβός… ακριβώς”.
Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε, και να το πολύ πλουσιότερο τού επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό;
Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μού φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μού φάνηκε σαν μια σκαπάνη που, κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πριν.
Τίποτε δεν χάθηκε.
Όλα υπάρχουν.
Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (…).
Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιάς φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα.(…)
Δεν περιφρόνησα καμία άποψη και δεν κολάκευσα καμιά. Προσπάθησα να πω τρείς φορές τρείς αλήθειες.
Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.
Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τί να γίνει; Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι.
Ευχαριστώ.

βλ.: http://ethnologic.blogspot.com/

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Οι Αλαμάνοι (περισσότερον γνωστοί ως Γερμανοί) σέβονται την γλώσσα τους:

Ramsauer mans ramparts against English

Transport Minister Peter Ramsauer is declaring war on English words creeping into everyday German usage and urging fellow politicians to follow his lead.
 
Ramsauer told daily Tagesspiegel on Wednesday that the growing number of Anglicisms in daily use in Germany had the effect of excluding a large chunk of the population.

The minister, who belongs to the Christian Social Union – the Bavarian sister party to Angela Merkel’s conservative Christian Democrats – described his year-long efforts to rid the German language of Anglicisms as a “success.”

Under Ramsauer’s direction, terms such as “ticket,” “laptop,” and “flipchart” have been phased out of use in the Transport Ministry and replaced with Fahrscheinen, Klapprechnern, and Tafelschreibblock.

He is now calling on cabinet colleagues to follow his example. His campaign so far had generated “thousands of letters and phone calls” offering “100 percent support.”

That had made him realise that more needed to be done.

“Listen to what people are saying. And now I know what their needs, worries and problems are. What I’ve done, really, is to address them.”

Ramsauer said he had also been persuaded by the moves by rail operator Deutsche Bahn to remove English terms from usage. Deutsche Bahn boss Rüdiger Grube was a “pragmatic and reliable man who in each respect has straightened things out in his company – including in this one.”
όπερ σημαίνει: Τέρμα τα αγγλικά στη Γερμανία


Η Γερμανία αγρίεψε για τα καλά. Πάνε οριστικά οι εποχές που εξαιτίας των ενοχικών της συνδρόμων, το έπαιζε καλή με όλους. Και πιο ειδικά με τους Αγγλο-αμερικανούς. Σήμερα, εκτός από τη κυριαρχία της στην ΕΕ, και το ότι το παίζει (επειδή μάλλον είναι) αφεντικό στην ευρωζώνη, βλέπουμε να αναδύεται και μια, δειλή αρχικά, επιστροφή στον περίφημο γερμανικό σωβινισμό που επί δεκαετίες αποτελούσε ταμπού. Η Γερμανία πάνω απ’ όλα, κ.λπ.
Έτσι, ο υπουργός συγκοινωνιών της χώρας Thomas Ramsauer, σε αντίθεση με τον Έλληνα ομόλογό του κο Ρέππα, που ασχολείται με πολύ σοβαρότερα ζητήματα(!), αποφάσισε πως στο εξής θα πρέπει να σταματήσει η εισβολή των αγγλικών λέξεων και όρων στη γερμανική κουλτούρα. Για αυτό και ήδη άρχισε την αντικατάσταση των αγγλικών λέξεων και φράσεων, που χρησιμοποιούνταν από τις υπηρεσίες των οποίων προϊσταται, με γνήσια γερμανικά.
Για παράδειγμα, αντί για τη λέξη Ticket, θα χρησιμοποιείται πλέον η λέξη Fahrscheinen, κ.ο.κ. Μάλιστα θα σταματήσει και η χρήση της λέξης stop στις οδικές πινακίδες.
Όπως ισχυρίζεται ο Ramsauer, έχει δεχτεί πολλά αιτήματα από  ψηφοφόρους, οι οποίοι θέλουν την οριστική απομάκρυνση της αγγλικής από τη Γερμανία.
S.A. -The Local
βλ.: http://www.thelocal.de/politics/20101229-32095.html?utm_source=twitterfeed&utm_medium=twitter

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ


    Η κατήφεια της ακαδημαϊκής κοινότητας για το γεγονός ότι ουδέν Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα της χώρας μας συμπεριλαμβάνεται στην πρόσφατη κατάταξη των καλύτερων πανεπιστημίων του κόσμου, αλλά και η αρχόμενη διαβούλευση σχετικά με την επικείμενη αναδιάρθρωση του χώρου της Ανωτάτης Παιδείας, και της φυσιογνωμίας που θα έπρεπε να έχουν τα πανεπιστήμια και πολυτεχνεία της, καθιστούν αναγκαία την δημόσια κατάθεση απόψεων από όλους εκείνους που φρονούν ότι μπορούν να συμβάλουν εποικοδομητικά στην κατεύθυνση αυτή.
   Κάτω από αυτό το πρίσμα, θεωρώ ότι η όποια αναδιάρθρωση των πανεπιστημίων ουδέν ουσιαστικό νόημα έχει, αν μέσα από αυτήν δεν αναδυθούν άμεσα ένα ή δύο Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, που θα πληρούν τις αναγκαίες διεθνείς προδιαγραφές ακαδημαϊκής ποιότητας, έτσι ώστε να συμπεριληφθούν στην επόμενη διεθνή κατάταξη μεταξύ των καλυτέρων πανεπιστημίων παγκοσμίως.
Ξεκινώντας με βάση την αρχή ότι το πανεπιστήμιο είναι πρωτίστως η ποιότητα των ακαδημαϊκών διδασκάλων και ερευνητών του, και δευτερευόντως η υλικοτεχνική του υποδομή, θεωρώ ότι μια θεσμική ρύθμιση μετάταξης των ικανότερων καθηγητών (που θα προκύψουν από μίαν ταχύρρυθμη κρίση όλων των πανεπιστημιακών διδασκόντων από διεθνούς επιπέδου επιτροπές, με κριτήρια αυστηρώς ακαδημαϊκά και καθόλου «αγοραία») σε ένα ή δύο προεπιλεγμένα από την πολιτεία ιδρύματα για να αποτελέσουν τις ακαδημαϊκές ναυαρχίδες της χώρας, θα επιτρέψει την στελέχωσή τους με ήδη υπάρχον λαμπρό ανθρώπινο δυναμικό, που σήμερα βρίσκεται διάσπαρτο μέσα στο εντροπικό περιβάλλον της πληθωριστικής πανεπιστημιακής φούσκας των χιλίων (καθ' υπερβολήν καλουμένων) ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και της μιας Ακαδημαϊκής Νυκτός.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η εμπράγματη αποδοχή από πλευράς πολιτείας ότι το πανεπιστήμιο οφείλει από τη φύση του να είναι ένα πνευματικό κέντρο αριστείας (centre of excellence). Ως εκ τούτου αποτελεί έναν αριστοκρατικό θεσμό, με την ορθή ετυμολογία του όρου, και είναι συμφυές με την έννοια του ελιτισμού, η οποία συνήθως διασύρεται ως έννοια απειλούσα «τα δίκαια των λαϊκών τάξεων». Αντιθέτως όμως, η αποδοχή της αναγκαιότητας του καλώς νοουμένου ελιτισμού, απότοκου της επιβαλλόμενης αξιοκρατίας στην παιδεία, και η επέκτασή του στην δόμηση όχι μόνο πρότυπων δημόσιων ΑΕΙ αλλά και πρότυπων δημόσιων σχολείων μέσης εκπαίδευσης (όπως παλαιότερα το Βαρβάκειο, το Α΄ Πρότυπο Γυμνάσιο, το Πειραματικό και ολιγάριθμα συναφή), ισομερώς κατανεμημένων χωροταξικά στις μεγάλες πόλεις της ελληνικής περιφέρειας, θα έδιναν την ευκαιρία στους πνευματικά ικανούς Έλληνες, ανεξαρτήτως της οικονομικής τους επιφάνειας, να φοιτήσουν και να αποκτήσουν υψηλή ποιοτική παιδεία, εμπλουτίζοντας έτσι τον κοινωνικό μας ιστό με δομικούς λίθους ήθους, μόρφωσης και δεξιότητας για την ανοικοδόμηση και ανασυγκρότηση μιας Νέας Ελλάδας.
   Δεν χρησιμοποιώ τον όρο «Νέα Ελλάδα» τυχαία. Γιατί η επιστήμη, η κάθε επιστήμη, μπορεί να είναι παγκόσμιο απόκτημα και αγαθό, μπορεί ως εκ τούτου να μην έχει πατρίδα, αλλά οι επιστήμονες, όλοι οι επιστήμονες, έχουν και πατρίδα και εθνικότητα. Κατά την γνώμη μου δεν νοείται σήμερα, κάτω από τις δύσκολες οικονομικές και εθνικές συγκυρίες, να υπάρχει σχολείο, να υπάρχει πανεπιστήμιο, που να μην εδράζεται, να μην εκτρέφεται, και να μην εκπέμπει το ελληνικό πνεύμα που εκπορεύεται από τις βαθύτερες ρίζες του ελληνισμού, οι οποίες και προσδιορίζουν τα πεπρωμένα του έθνους μας. Και δεν νοείται σήμερα, την στιγμή που σχολεία της αλλοδαπής, ακόμα και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, εισάγουν στο εγκύκλιο πρόγραμμά τους την αρχαία ελληνική γλώσσα, και την στιγμή που κάθε διεθνές πανεπιστημιακό σύγγραμμα της Επιστήμης, των Γραμμάτων και των Τεχνών ανάγεται πάντα στην εισαγωγή του (αποδίδοντας συγχρόνως και τα οφειλόμενα εύσημα) στα αρχαία ελληνικά επιτεύγματα, επί των οποίων στηρίχθηκε και επί τη βάσει των οποίων εξελίχθηκε το αντικείμενο που μελετά, εμείς εδώ στην Ελλάδα να αγνοούμε, να υποβαθμίζουμε, και να υποτιμούμε την αρχαία ελληνική γλώσσα, μητέρα όχι μόνο των γλωσσών του δυτικού κόσμου, αλλά και των ιδεών, της μεθοδολογίας, της πνευματικής συγκρότησης και των τρόπων σκέψης που οικοδόμησαν και οικοδομούν τον σύγχρονο πολιτισμό της ανθρωπότητας.
Ως παράδειγμα (προς μίμηση) επιτυχούς εφαρμογής της ανωτέρω συλλογιστικής, αναφορικά με την διαπαιδαγώγηση επί τη βάσει ιστορικών πολιτιστικών προτύπων, υπενθυμίζω την σύγχρονη επικυριαρχία μεγάλης κλίμακος της εβραϊκής διανόησης, σε όλους τους τομείς του επιστητού, η οποία κυρίως απορρέει από την πεποίθηση που της ενσταλάζεται και της εμφυσείται από μικρή ηλικία, ότι ανήκει σε έναν επίλεκτο λαό με ιερή αποστολή μέσα σε έναν κόσμο ο οποίος δεν είναι προϊόν τύχης αλλά εντελέχειας.
Στα πλαίσια αυτά, εγγενές στοιχείο του προγράμματος σπουδών σε ολόκληρο το φάσμα της Ανωτάτης Παιδείας, θα έπρεπε να είναι ένα εξαμηνιαίο τουλάχιστον μάθημα αρχαίας ελληνικής με πρωτότυπα κείμενα σχετικά με την διδασκόμενη ειδικότητα, συμπεριλαμβανομένων των Θετικών, Ιατρικών και Τεχνολογικών Επιστημών, από τις οποίες σήμερα απουσιάζει ολοσχερώς (για παράδειγμα Ιπποκράτης στην Ιατρική και την Φαρμακευτική, Προσωκρατικοί φιλόσοφοι για τους Φυσικούς, Πυθαγόρας και Ευκλείδης για τους Μαθηματικούς, Αρχιμήδης για τους Μηχανικούς, Ξενοφών για τους Οικονομολόγους, Θουκυδίδης για τους Πολιτικούς Επιστήμονες, Πλάτων και Αριστοτέλης για όλους και για όλα).
Σχολείο και Πανεπιστήμιο θα πρέπει σήμερα να συμβάλλουν εκ νέου, κατά τρόπο καθοριστικό, στην ανάδυση ενός πλέγματος αρχών και αξιών που θα αναγάγουν τις αποκτούμενες και απαραίτητες εκπαιδευτικές γνώσεις, δεξιότητες, εμπειρίες, πρακτικές, και μετανεωτερικές καινοτομίες αιχμής, σε μοχλούς ενάρετης άσκησης των λειτουργημάτων, των δράσεων και των παραγωγικών δυνατοτήτων της κοινωνίας μας. Σχολείο και Πανεπιστήμιο δεν θα πρέπει μόνο να συντονισθούν, να συμπορεύονται, και να συμπαράγουν ή και να καινοτομούν, μέσα στα πλαίσια της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας, αλλά θα πρέπει παράλληλα μέσα από την επαφή με την συνέχεια, την συνεκτικότητα, και την εντελέχεια της φιλοσοφημένης σκέψης των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, αλλά και την ευλάβεια, την ψυχοστατική γαλήνη, και την υπερβατικότητα των Πατερικών κειμένων, να καλλιεργούν και να διαμορφώνουν την τροχοπέδη στην αλαζονεία της ανθρώπινης σκέψης και δράσης, τον σεβασμό απέναντι στην ιερότητα της φύσης και του δημιουργού της, την αισθητική του περιβάλλοντος χώρου, αλλά και την μεγαλοσύνη και μεγαλοπρέπεια που πολλές φορές εμπερικλείει το μικρό και η λεπτομέρεια. Για να δομηθεί ένα τέτοιο Πανεπιστήμιο, και συνακόλουθα ένα ανάλογο Σχολείο (μια και το Πανεπιστήμιο είναι ο τροφοδότης των δασκάλων του), που θα θεμελιώσουν μια Νέα Ελλάδα, απαιτείται ένα φιλοσοφημένο αρχιτεκτονικό σχέδιο, μια ρέουσα δυναμική ενός συνεχούς μορφωτικού πεδίου, που θα αγκαλιάζει το παρελθόν για να διασφαλίσει το μέλλον.
Κανείς δεν διανοείται να αρνηθεί τα απαραίτητα οικονομικά κριτήρια ανταποδοτικότητας (υπό μορφήν απτών προϊόντων της γνώσης) που θα πρέπει να διέπει μια τέτοια προσπάθεια, ούτε τις άμεσες κοινωνικές και αναπτυξιακές ανάγκες που θα πρέπει να υπηρετήσει. Θα ήταν όμως μυωπικό να σταθεί κανείς μόνο στην οικονομική θέαση και ερμηνευτική των πραγμάτων. Στόχος του Πανεπιστημίου δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, μόνον οι συνεχώς μεταβαλλόμενες και εν πολλοίς επίπλαστες και υποβολιμαίες ανάγκες της αγοράς, όπως αυτές προκύπτουν από την χειραγώγηση της καταναλωτικής συμπεριφοράς των μαζών, ούτε φυσικά η μαζική παραγωγή και μονομερής διαμόρφωση (ή καλύτερα παραμόρφωση) του homo economicus cretinus, του οικονομημένου τεχνοβάρβαρου μέσα σε ένα άμορφο πολυπολιτισμικό (πρακτικά πολυβάρβαρο) κοινωνικό ρευστό. Στους στόχους του Ελληνικού Πανεπιστημίου πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και η σφυρηλάτηση του ανθρωπιστικού πνέυματος τού «συνανήκειν» σε αυτό το έθνος, παράλληλα με την καλλιέργεια της όποιας δεξιότητας, εκπαίδευσης, πρακτικής εξάσκησης, καινοτόμου σκέψεως και εξειδικευμένης γνώσης, απαραίτητων για να το καταστήσουν λειτουργικό στην πράξη. Γιατί σε τελευταία ανάλυση, η πράξη είναι εκείνη που μετράει.
Η Νέα Ελλάδα δεν θα ανατείλει με το να ανεμίζουμε την γαλανόλευκη και να εγκλωβιζόμαστε μόνο στην ρητορική της αρχαιότητας. Η Νέα Ελλάδα θα γίνει νέα, όταν καταστεί αποτελεσματική, επιδεικνύοντας την προσαρμοστική και απορροφητική ικανότητα η οποία χαρακτηρίζει διαχρονικά την ευελιξία του ρηξικέλευθου ελληνικού πνεύματος, αναφορικά με τα σύγχρονα επιτεύγματα και τις νεωτερικές και μετανεωτερικές προοπτικές της ανθρώπινης γνώσης. Για να γίνει όμως αποτελεσματική, απαιτείται η αίσθηση της αποστολής, προσπάθεια, επιμονή, εργασία, ιδρώτας, προσήλωση, και προπαντός πίστη. Πίστη στην μακραίωνα ιστορία μας, πίστη στον εαυτό μας και την συνέχεια του γένους μας, στην κυτταρική μνήμη, αλλά και την μεταφυσική μας δύναμη που μας σπρώχνει στην περιπέτεια τής δύσκολης ανάβασης στο όρος, με την ελπίδα ότι στην κορυφή θα βρούμε - επί τέλους - τον Ναό.
Χρίστος Γούδης

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Στα πρόθυρα νέου εμφυλίου τα Σκόπια



Ανεβαίνει η ένταση μεταξύ Σλαβομακεδόνων και Αλβανών στα Σκόπια. Οι δύο κοινότητες έχουν βαρύ ιστορικό στις μεταξύ τους συγκρούσεις, με αποκορύφωμα τις αιματηρές συγκρούσεις του 2001.

Αυτή τη φορά η υποβόσκουσα σύγκρουση έκανε την εμφάνισή της στο γήπεδο «Πάρκο Γκράντσκι» των Σκοπίων, όταν σημειώθηκαν άγρια επεισόδια σε αγώνα μπάσκετ μεταξύ των ομάδων "Ραμπότνισκι" και "Λίρια".

Η πρώτη ομάδα αποτελείται από Σκοπιανούς και η δεύτερη από Αλβανούς των Σκοπίων.

Πολύ πριν από τον αγώνα Σκοπιανοί οπαδοί σε κατάσταση αμόκ έσκιζαν κάθε τι που σημείωνε την αλβανική παρουσία , ακόμα και τις σημαίες που είχαν μαζί τους οι φίλαθλοι της "Λίρια" ! Το τι μπουκάλι έπεσε, αλλά και πόσα αντικείμενα στα κεφάλια των Αλβανών παικτών αδύνατο να περιγραφεί, με αποτέλεσμα να διακοπεί ο αγώνας για 15 λεπτά !

Τα συνθήματα των Σκοπιανών κατά των Αλβανών είναι επίσης υπεράνω πάσης περιγραφής: "Καλός Αλβανός είναι ο νεκρός Αλβανός", "Οι Αλβανοί στον θάλαμο αερίων" και άλλα παρεμφερή.

Ο προπονητής της αλβανικής ομάδας Μαριάνι Ιλιέφσκι, δήλωσε στα "Αλβανικά Νέα" ότι παρόλα αυτά δεν εγκατέλειψαν τον αγώνα και συνέχισαν μετά την διακοπή, απλώς γιατί είχαν πάρει την υπόσχεση από τον αρχηγό της Σκοπιανής ομάδας "Ραμπότνισκι" πως δεν θα εκδηλωθούν επεισόδια, αλλά τελικά δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν τους οπαδούς!

Ο υπογράφων το κείμενο είχε παρακολουθήσει κατά το παρελθόν ποδοσφαιρικό αγώνα στην Πρίστινα μεταξύ της τοπικής ομάδας και του Ερυθρού Αστέρα Βελιγραδίου για το Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας και είχε διαπιστώσει το αθεράπευτο μίσος μεταξύ Σλάβων και Αλβανών.

Η τοπική ομάδα της Πρίστινας είχε για σύνθημα κατά τη διάρκεια του αγώνα το : "Ε-ΧΟ " , που σήμαινε Έμβερ Χότζα που ως γνωστόν ήταν ο ηγέτης των Αλβανών!

Τέλος, να σημειώσουμε ότι τις τελευταίες ημέρες όλο και περισσότερο εντείνεται η αντιπαράθεση Σκοπιανών και Αλβανοφώνων της FYROM, σε σημείο μάλιστα που ο ηγέτης του DUI Αλί Αχμέτι, ο οποίος συμπράττει στον κυβερνητικό συνασπισμό με τον πρωθυπουργό Νίκολα Γρουέφσκι, να ζητήσει στα μέσα της εβδομάδας να μην δεχτεί η ηγεσία της FYROM την ονομασία Σλαβομακεδονία μια και οι Αλβανοί δεν είναι Σλάβοι, «απειλώντας» μάλιστα πως αρχίζει να μοιάζει δύσκολη η συγκράτηση των Αλβανών που διαμαρτύρονται για συνεχή ατοπήματα εις βάρος τους από τον σλαβικό πληθυσμό.

βλ.: http://www.elzoni.gr/html/ent/134/ent.5134.asp

Σκέψεις για την ιστορία και την διδασκαλία της

Του Καθ. Ιάκωβου Μιχαηλίδη*

Το ζήτημα του τρόπου συγγραφής αλλά και της αναθεώρησης των σχολικών βιβλίων δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Έχει τις ρίζες του στο 19ο αιώνα και συνδέεται με το ευρωπαϊκό φιλειρηνικό κίνημα της εποχής. Το θέμα επανήλθε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αμέσως μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ως άμεσο επακόλουθο της κατάρ­ρευσης του ηθικού κώδικα αξιών στα πεδία των μαχών. Η Κοινωνία των Ε­θνών υπήρξε, μάλιστα, το διεθνές εκείνο forum που συντόνισε τη σχετική δρα­στηριότητα. Σταθμός στις προσπάθειες της στάθηκε η περίφημη «Απόφαση Casares» της Διεθνούς Επιτροπής Πνευματικής Συνεργασίας της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία έθεσε για πρώτη φορά το πλαίσιο για την απάλειψη από τα σχολικά εγχειρίδια απαξιωτικών αναφορών σε άλλους λαούς.

Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το ζήτημα της αναθεώρησης των σχολι­κών εγχειριδίων αντιμετωπίστηκε σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω της UNESCO. Ήδη από την πρώτη Γενική Διάσκεψη της UNESCO, που πραγματοποιήθηκε το 1946 στο Παρίσι, χαράχτηκαν οι βασικές αρχές για τη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας. Πρόθεση της ήταν να απαλείψει από τα βιβλία τις αναλήθειες, να αντικαταστήσει τη στενή εθνική ιστορία με μία γενικότερη ανθρωπιστική άποψη και να συντάξει την «ιδανική» ιστορία. Το 1949, μάλι­στα, η UNESCO προχώρησε στη σύνταξη ενός κατευθυντήριου άξονα υπό τον τίτλο «υποδειγματικό σχέδιο για την ανάλυση και βελτίωση των σχολι­κών βιβλίων στο πνεύμα μιας διεθνούς κατανόησης». Τα κύρια σημεία του άξονα αυτού σχετίζονταν με… 
την ακρίβεια των πληροφοριών και τη δικαιο­σύνη, ειδικά όσον αφορά την αντιπροσώπευση των διαφόρων μειονοτικών ομάδων καθώς και των άλλων εθνών και εθνικοτήτων.

Αλλά η βαθμιαία υποχώρηση των δραστηριοτήτων της UNESCO σε θέ­ματα παιδείας άφησε κενό, το οποίο ήλθε να καλύψει, ιδιαίτερα μάλιστα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, το Συμβούλιο της Ευρώπης. Το Συμβούλιο της Ευ­ρώπης, που εδρεύει στο Στρασβούργο, ιδρύθηκε το 1949 και αποτελείται από 46 κράτη μέλη. Αποστολή του είναι η προαγωγή της ενότητας ανάμεσα στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, η καλλιέργεια μιας ευρωπαϊκής πολιτιστικής ταυ­τότητας και ο σεβασμός της διαφορετικότητας.

Μόνο τη χρονική περίοδο 1953-1958 το Συμβούλιο της Ευρώπης διορ­γάνωσε έξι συνέδρια με αντικείμενο τα σχολικά βιβλία, δίνοντας μάλιστα έμφαση σε εκείνα της Ιστορίας και της Γεωγραφίας. Υλοποίησε επίσης το τριετές πρόγραμμα «Εκμάθηση και διδασκαλία της ιστορίας της Ευρώπης στον 20ό αιώνα». Οι πρωτοβουλίες του, αν και δεν είχαν δεσμευτικό χαρα­κτήρα, επηρέασαν τη μεθοδολογία και τον τρόπο συγγραφής των σχολικών εγχειριδίων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Ευνοήθηκαν μάλιστα από τη μεταναστευτική πλημμυρίδα που σάρωσε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ι­διαίτερα τη δεκαετία του 1990.

Ήταν τότε που ο πυρήνας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, στον οποίο το μάθημα της Ιστορίας θεωρήθηκε ότι κατέχει πρωτεύοντα ρόλο, άρχισε στα­διακά να αλλάζει. Οι προτεινόμενες αλλαγές δεν περιορίστηκαν μόνο στην απάλειψη απαξιωτικών εκφράσεων για γειτονικούς λαούς, αλλά ριζοσπαστικοποιήθηκαν. Αιτήθηκε η αντικατάσταση του έως τότε εθνοκεντρικού μο­ντέλου διδασκαλίας με ένα πολυπολιτισμικό, στο οποίο η καλλιέργεια εναλ­λακτικών και πολλαπλών ταυτοτήτων -με αναφορά πάντοτε στις κοινότητες των προσφύγων και των μεταναστών- θα αποτελούσε τον τελικό στόχο.

Ιδιαίτερα στην Ιστορία, η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίστηκε επίσης και από τη διάχυση των ιδεών του μεταμοντερνισμού, όπου το παραδοσιακό α­ξίωμα με το οποίο γαλουχήθηκαν γενεές ιστορικών περί της αναζήτησης της μίας και μοναδικής αλήθειας αμφισβητήθηκε έντονα. Για τους οπαδούς του μεταμοντερνισμού η αλήθεια είχε σχετική μόνο αξία και ήταν θέμα πρόσλη­ψης ή επιλογής. Η διαπίστωση αυτή επέτρεπε ως λογικό επακόλουθο την αλλαγή του περιεχομένου της διδακτέας ύλης στο μάθημα της Ιστορίας και την απαγκίστρωση του από την ανάγκη να καλλιεργεί την εθνική συνείδηση των μαθητών.

Στις 29 Απριλίου 2007 ο Γιάννης Κολιόπουλος σε εισήγηση του σε ημερί­δα που διοργάνωσε η Εταιρεία Μακεδόνικων Σπουδών στη Θεσσαλονίκη ανέ­πτυξε διεξοδικά τις εξελίξεις όσον αφορά την επιστήμη της Ιστορίας και τις χρήσεις που αυτή καλούνταν πλέον να εξυπηρετήσει. Αφού άσκησε δριμεία κριτική στους οπαδούς του μεταμοντερνισμού, υπεραμύνθηκε του εθνικού κράτους και της εθνοκεντρικής διδασκαλίας της εκπαίδευσης. Αξίζει επίσης να επισημανθεί πως δύο σχεδόν χρόνια μετά την εκδήλωση αυτή η εισήγηση του αναμένει ακόμη την τεκμηριωμένη απάντηση όσων την αμφισβητούν.

Η παραπάνω εισήγηση αποτέλεσε για τον υπογράφοντα το έναυσμα για τη διερεύνηση της σημερινής κατάστασης στον ευρωπαϊκό χώρο, όσον αφορά το μάθημα της Ιστορίας και τη διδασκαλία του. Μια σειρά από συμπερά­σματα μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: Σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες το μάθημα της Ιστορίας, για διάφορους λόγους, δεν είναι ελκυστικό, ενώ η εκπαίδευση δεν αποτελεί σήμερα το μοναδικό φορέα διαμόρφωσης ιστορικής συνείδησης. Τόσο ενώσεις ιστορικών, εθνικές και υπερεθνικές, όσο και διάφοροι Μη Κυβερνητικοί Οργανισμοί επιχειρούν με εκδόσεις και σεμινάρια να προωθήσουν τις απόψεις τους. Δεν μπορεί να αμφισβητήσει, βεβαίως, κανείς πως τα δεδομένα έχουν σαφώς διαφοροποιηθεί από τις αρχές του 20ού αιώνα. Η κοινωνική και οικονομική ιστορία, η ιστορία των θεσμών, η πολιτισμική ιστορία και η ιστορία των φύλων έχουν σταδιακά ενσωματω­θεί και συνεχίζουν να ενσωματώνονται στη σχολική εκπαίδευση. Αλλά και επιδιώξεις, όπως η ενίσχυση της κριτικής σκέψης και της συνθετικής ικανό­τητας των μαθητών, σε συνάρτηση πάντοτε με το επίπεδο της σχολικής εκ­παίδευσης καθώς και η απάλειψη απαξιωτικών περιγραφών και εκφράσεων για εθνικούς αντιπάλους, αποτελούν θεμιτές και αδιαπραγμάτευτες επιδιώ­ξεις. Ωστόσο, άλλα ζητήματα πολιτικής χροιάς, όπως για παράδειγμα η επιλογή του εθνικού ή του πολυπολιτισμικού και υπερεθνικού μοντέλου στην εκπαιδευτική διαδικασία, σχετίζονται με τις γενικότερες ιδεολογικές ζυμώ­σεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο και ως εκ τούτου εξακολουθούν να παραμένουν εκκρεμή. Η προς το παρόν αδυναμία της ευρωπαϊκής οικογένειας να συγκρο­τηθεί σε κάτι περισσότερο από μια πολιτική και οικονομική ένωση καθιστά την ενιαία ευρωπαϊκή πολιτιστική ταυτότητα εξαιρετικά αμφίβολη στο ορατό μέλλον. Έτσι φαινόμενα όπως η μεταναστευτική πλημμυρίδα της δεκαετίας του 1990 και η αλλαγή της πληθυσμιακής ισορροπίας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες καθώς και η συνακόλουθη επιδίωξη των ομάδων αυτών για πρόσβαση στη δική τους ιστορία, συγκρούονται με εξελίξεις, όπως οι δυσλειτουργίες του πολυπολιτισμικού μοντέλου σε χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία αλλά και με την αναβίωση περιφερειακών εθνικισμών, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στη χώρα των Βάσκων. Το ζήτημα της συγγραφής των βιβλίων Ιστορίας έχει επανέλθει στις περισσότερες από τις ευρωπαϊκές χώρες αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Δεν αποτελεί, λοιπόν, η Ελλάδα εξαίρεση.

Από τα πολλά παραδείγματα προβληματισμού και ζυμώσεων στο χώρο της Ιστορίας θα εστιάσω σε εκείνο της Μεγάλης Βρετανίας. Εκεί η υπόθεση της ενίσχυσης της εθνικής ταυτότητας και η συνακόλουθη συζήτηση σε σχέ­ση με τους στόχους της εκπαίδευσης στο χώρο της Ιστορίας έχει τα τελευταία χρόνια αναζωπυρωθεί, ιδιαίτερα μάλιστα μετά τις τρομοκρατικές επιθέ­σεις στον υπόγειο σιδηρόδρομο του Λονδίνου στις 7 Ιουλίου του 2005. Στο επίκεντρο έχει βρεθεί μάλιστα το National Curriculum για την Ιστορία, το οποίο ισχύει με ελαφρές τροποποιήσεις από το 1988. Είναι αξιοσημείωτο μάλιστα το γεγονός πως η Fabian Society, ένα think tank, που εδώ και έναν σχεδόν αιώνα συνδέεται με το κόμμα των Εργατικών και επηρεάζει τις κυ­βερνητικές επιλογές, έχει πραγματοποιήσει την τελευταία πενταετία σειρά δημόσιων debates και συνεδρίων για τον ορισμό της μοντέρνας «βρετανικότητας» (Britishness). Η ίδια εταιρεία ασχολείται επίσης με συναφή ζητήματα, όπως ο καθορισμός των βρετανικών αξιών, η διερεύνηση των ορίων της ευ­ρωπαϊκής ταυτότητας, ενώ έχει υποβάλει προς τη βρετανική κυβέρνηση σει­ρά προτάσεων, από τις οποίες ξεχωρίζει εκείνη για τον ορισμό National Day στη Βρετανία κατά το πρότυπο της Αυστραλίας. Η σχετική συζήτηση άνοιξε στις 14 Ιανουαρίου 2006 με την εναρκτήρια ομιλία στο Συνέδριο της Fabian Society από τον ίδιο τον βρετανό πρωθυπουργό Gordon Brown. Ο Brown προσπάθησε να δώσει ένα νέο ορισμό για την έννοια της «βρετανικότητας», μίλησε για το βρετανικό πατριωτισμό, τον οποίο περιέγραψε όχι με βάση φυλετικές ιδιότητες αλλά σε σχέση με την κοινή πίστη σε ένα σύνολο αξιών, όπου οι διαφορές θα γίνονται μεν αποδεκτές, αλλά δεν θα πρέπει να αφήνουν καμία αμφιβολία για την κυριαρχία της εθνικής ταυτότητας. «Πρέπει να κά­νουμε περισσότερα πράγματα για να βοηθήσουμε την ενσωμάτωση», συνό­ψισε την ομιλία του ο βρετανός πρωθυπουργός. «Δεν πρέπει να εγκαταλεί­ψουμε την εθνική μας ιστορία [...] Πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στο αναλυτικό πρόγραμμα, όχι μόνο ημερομηνίες, μέρη και ονόματα, ούτε ένα σύνολο ασύνδετων γεγονότων, αλλά μια αφήγηση που περικλείει την ιστορία μας». Η εισήγηση του βρετανού πρωθυπουργού έδωσε έναυσμα για έναν δημόσιο διάλογο. Ο νεαρός ιστορικός Tristram Hunt, συνδεδεμένος και αυτός με τους Εργατικούς, με την αρθρογραφία του στις εφημερίδες Ob­server και Guardian τοποθέτησε την αναγκαιότητα της καλλιέργειας της ε­θνικής ταυτότητας στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. «Παλαιότερα η Ιστορία ήταν η διδασκαλία του παρελθόντος. Σήμερα όμως είναι πολύ πε­ρισσότερο ένα ερώτημα για την ταυτότητα, για το που ανήκουμε, για την υπηκοότητα μας». «Καθώς η ιστορία της εθνικής αφήγησης και των εντάσε­ων των κοινοτήτων αυξάνεται σε όλη τη Βρετανία», υποστηρίζει ο Hunt, «η κυβέρνηση έχει δίκιο που προσπαθεί να μας ενώσει ως έθνος. Αλλά ακαθό­ριστες επισημάνσεις για την υπηκοότητα δεν είναι αρκετές. Χρειαζόμαστε ιστορίες, ορόσημα, μάχες, ήρωες και προδότες, αρκετό από το πάθος του πα­ρελθόντος, στοιχεία που θα μας βοηθήσουν να γίνουμε σύγχρονοι Βρετανοί. Και φυσικά χρειάζεται να ξεκινήσουμε από τη σχολική αίθουσα, όπου διδά­σκεται η ιστορία, όχι από κάποιο σεμινάριο για την έννοια του πολίτη, το οποίο γίνεται στο δημαρχείο». Και καταλήγει υποστηρίζοντας πως «η ιστο­ρία δεν είναι θεραπεία για τα κάθε λογής βάσανα της σύγχρονης κοινωνίας και προσφέρει κακές υπηρεσίες, αν κάνει κάτι τέτοιο. Υπάρχει μια κυρίαρχη αγγλοσαξονική ιστορία σε αυτά τα νησιά κι αυτό δεν είναι μύθος».

Οι εξελίξεις στη Βρετανία επιβεβαιώνουν πολλά από τα επιχειρήματα του Κολιόπουλου. Και δεν αποτελούν την εξαίρεση. Θα κλείσω παραθέτο­ντας κάτι άλλο: «Πώς όμως θα πληροφορηθούμε για τα γενόμενα στην κοι­νωνία του παρελθόντος τι, μ' άλλα λόγια, πρέπει να κάνει ο εν προκειμένω αρμόδιος, ο ιστορικός δηλαδή, προκειμένου να κατανοήσει την κοινωνία του παρελθόντος και, κατόπιν, να προσπαθήσει να κάνει και μας τους υπόλοι­πους να την κατανοήσουμε. Πρέπει να μελετήσει τις πηγές. Πηγή για ένα γεγονός είναι το τεκμήριο που το ίδιο το γεγονός άφησε, τεκμήριο σύγχρονο του, επομένως [...] Τι ψάχνουμε να βρούμε στο παρελθόν; Ο ιστορικός, χρησιμοποιώντας όλες τις διαθέσιμες πηγές και όλα τα διαθέσιμα στην επι­στήμη του εργαλεία, τι θέλει να βρει στις αναζητήσεις του στο παρελθόν, κοντινό ή μακρινό; Απαντώ αμέσως, απλά: Ψάχνει να βρει την ιστορική α­λήθεια, χρησιμοποίησα ενικό μία είναι η ιστορική αλήθεια; Πράγματι, η ι­στορική αλήθεια είναι μία». Θα μπορούσε να είναι ένα ακόμη από τα επιχει­ρήματα του Κολιόπουλου για την ιστορική αλήθεια και τις διαστάσεις της. Είναι όμως ένα απόσπασμα από κείμενο ενός από τους κορυφαίους έλληνες μαρξιστές ιστορικούς, του Βασίλη Κρεμμυδά.

* Δημοσιεύτηκε στο συλλογικό τόμο «Έθνος, Κράτος και Πολιτική», εκδόσεις Επίκεντρο, 2009, σελ 213-217
 

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ

    Συχνά γεννάται το ερώτημα αν τα σκληρά και επώδυνα νομοθετικά μέτρα τα οποία καταθέτει σωρηδόν η κυβέρνηση προς έγκριση από την Βουλή των Ελλήνων, και τα οποία υποτίθεται ότι στοχεύουν στην ριζική φιλελευθεροποίηση της οικονομίας τής χώρας έτσι ώστε να αποκτήσει προοπτικές μελλοντικής ανάπτυξης, θα έπρεπε, για λόγους πολιτικής ευθύνης, να υπερψηφίζονται και από τις δυνάμεις του πατριωτικού χώρου. Και επειδή αυτά καταψηφίζονται, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο μία τέτοια πολιτική πράξη συνιστά έναν εύκολα υϊοθετούμενο λαϊκισμό προς αποφυγήν του λεγόμενου πολιτικού κόστους.
   Ο προβληματισμός, όταν γεννάται καλοπροαίρετα και χωρίς πολιτική ιδιοτέλεια, αποτελεί πράγματι ένα θέμα που απαιτείται να αντιμετωπίζεται χωρίς υπεκφυγές. Και γι’ αυτό θα πρέπει να λεχθεί ευθέως ότι η άρνηση του πατριωτικού χώρου να στηρίζει μέτρα της κυβέρνησης, ακόμη και εν γνώσει τής αδήριτης αναγκαιότητας ορισμένων εξ’ αυτών, αποτελεί μία βαθύτερη πολιτική απάντηση σε θεμελιώδεις στρατηγικές επιλογές του κυβερνώντος κονκλάβιου, που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να το τοποθετήσει στον παραδοσιακό πολιτικό άξονα «αριστερά-δεξιά». Γιατί ο κυρίαρχος μεταλλαγμένος πυρήνας του Πασόκ σήμερα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κακέκτυπη εισαγόμενη εκδοχή της αμερικανικής «αριστεράς», η οποία με προπέτασμα τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενεργεί πλαγίως πλην σαφώς προς διασφάλιση των συμφερόντων όλων εκείνων που συνιστούν την άρχουσα ελίτ των Η.Π.Α. Τουτέστιν διαβρωτικά σε παγκόσμια κλίμακα, με προπομπό τούς γαμψούς της τυχοθήρες, που επιχειρούν μεθοδικά την οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική και ηθική διάτρηση παραδοσιακών εθνικών κρατών, προς δόξαν της περιδίνησης της νεοβάρβαρης χρηματοπιστωτικής ρουλέτας και του στροβιλισμού του παγκόσμιου αμοραλιστικού «πάρτα όλα», που έχει μονίμως κερδισμένους έναν μικρό αριθμό χρυσοκάνθαρων αρπακτικών πτηνών, περιϊπτάμενων ανά τον πλανήτη προς διαρπαγήν της λείας τους.
   Στα πλαίσια αυτής της ανάλυσης, είναι γεγονός ότι η χώρα μας, ευρισκόμενη στο στόχαστρο σκοτεινών πολυεθνικών κύκλων με συγκεκριμένα όμως δογματικά χαρακτηριστικά αναφυόμενα από ιδιότυπες «οικονομοθρησκευτικές» κατά βάση πεποιθήσεις, πλήττεται καίρια και από την εθνοαποδομητική πολιτική της δικής μας κυβέρνησης η οποία, σε συτονισμό με τα κελεύσματα των «Κυρίαρχων του Κόσμου» και των «Ροβήρων των Κατακτητών» :
   α) αποδέχεται την παραμορφωτική στρέβλωση της ελληνικής ιστορίας, την εκπηγάζουσα από ύποπτα χρηματοδοτούμενους κύκλους μιας κατ’ επίφασιν καλούμενης «διανόησης» υπηρετούσας την εδραίωση της «παγκοσμιοποίησης» (μέσα από την «προδοσία των διανοουμένων»), η οποία προσπαθεί να επιβάλλει την συστηματική συσκότιση και απάλειψη βασικών πτυχών της ιστορίας και της θρησκευτικής ευλάβειας του έθνους που καταδεικνύουν την συνέχεια της ελληνικότητάς μας,
   β) προωθεί μία πολιτική άκριτης αποδοχής και ελληνοποίησης αλλογενών, η οποία διαταράσσει την εθνοφυλετική μας σύνθεση με την μαζικότητα της εισροής τους (πέραν των σοβαρών και εμφανών κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων με τις οποίες επιβαρύνουν την χειμαζόμενη χώρα μας), και
   γ) υποσκάπτει το εθνικό μας φρόνημα, μέσα από μια εξωτερική πολιτική διαμορφούμενη υπό το κράτος της περιδεούς υποχωρητικότητας έναντι των απειλών χρήσης στρατιωτικής βίας εκ μέρους της νεο-οθωμανικής θρασύτητας, η οποία όμως δεν εδράζεται σε κάποια τεκμηριωμένη υπεροχή της στο πολυσύνθετο πεδίο της στρατιωτικής ισχύος, αλλά πρωτίστως στην διαφημιζόμενη υπερφίαλη αυτοεκτίμηση της ιδίας στον χώρο του φαντασιακού, ο οποίος διαστέλλεται στα έντρομα όμματα των διαχειριστών της πράσινης εξουσίας μπροστά στο πολιτικό έλειμμα θάρρους αντιμετώπισής της, με δευτερογενή συνέπεια την απαράδεκτη ανοχή ακόμη και έναντι του σλαβανάκατου κρατικού μορφώματος τού κατέχοντος την Βόρεια Μακεδονία μας.

 
   Κατά συνέπεια, ο πατριωτικός χώρος δεν επιθυμεί, δεν οφείλει και δεν πρέπει να συνδιαλέγεται με την κυβερνώσα νομενκλατούρα για επιμέρους θέματα, ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη των προτάσεών της. Διότι η όποια καλοπροαίρετη στήριξη προσφερθεί σε αυτήν, αποτελεί μιαν αποπροσανατολιστική παγίδα σε σχέση με το μεγάλο κάδρο των πολιτικών δρώμενων, η οποία εγκλωβίζει όλους όσους την αγγίζουν, χρωματίζοντάς τους ως συμπαραστάτες μιας κυβέρνησης που κινείται σε εθνικά λανθασμένη «τροχιά συγκρούσεως» με τον ελληνικό λαό. Γιατί, το επιμέρους ορθό χάνεται πάντοτε μέσα στο συνολικό λάθος μιας στρατηγικής που δεν απηχεί την ψυχή και τον παλμό του έθνους. Γι’ αυτό ο πατριωτικός χώρος πρέπει και οφείλει, και αυτό πράττει, να αντιπαρατίθεται μετωπικά μέσα από την ολική απόρριψη, για λόγους αρχής, του συνόλου της κυβερνητικής πολιτικής, ασκώντας την πατριωτική του παρέμβαση, μέσα στα πλαίσια μιας ευρύτερης και αταλάντευτης εθνικής στρατηγικής που θεωρεί την παρούσα οικονομική κρίση ως παράγωγο μεθοδευμένης κατάρρευσης των αρχών και αξιών του έθνους, και αξιολογεί την όποια αντιμετώπισή της με στυγνούς οικονομικούς όρους, ως καταπολέμηση των συμπτωμάτων μόνον και όχι των βαθύτερων αιτίων της.
   Αυτό που προέχει είναι η στήριξη και διατήρηση ενός αμιγούς εθνικού κράτους, η ανάταξη του εθνικού φρονήματος, και η διασφάλιση της συνέχειας του ελληνικού πολιτισμού, του συνυφασμένου με τις υπαρξιακές ιδιότητες της αξιοπρέπειας, της υπερηφάνειας, αλλά και του υπερβατικού ηρωϊσμού και της αλτρουϊστικής θυσίας του ατόμου υπέρ της κοινότητας των πεπρωμένων των Ελλήνων, η οποία αποτελεί πρωταρχική πολιτική έννοια απ’ όπου εκπηγάζουν δευτερογενώς όλες οι άλλες αναγκαίες δράσεις για την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη την διασφαλίζουσα την συνεκτικότητα του κοινωνικού μας ιστού. Όλες αυτές δεν είναι παρά τα κλαδιά του εθνικού μας κορμού που, για να είναι υγιή, οφείλουν να εκπορεύονται από τις ζωντανές του ρίζες, από τις οποίες αναφύεται και στις οποίες εδράζεται το εθνικό μας κράτος.

Ο πατριωτικός χώρος δεν αποδέχεται την συγκεκαλυμμένη επιδίωξη των επιστεγασμάτων της κυβερνώσας παράταξης τα οποία, αποσυνδεδεμένα από τα «πιστεύω» της λαϊκής τους βάσης, επιχειρούν με τις πράξεις τους να ποδηγετήσουν το έθνος κάτω από το ειρωνικό και απαξιωτικό για τον ελληνικό λαό πρόταγμα: «ή θα νικήσουμε ή θα πεθάνετε». Ο οποίος λαός, έχοντας πλήρη συναίσθηση των γεγονότων – παρελθόντων, τρεχόντων και μελλούμενων – και με αναδυόμενη την πατριωτική του συνείδηση, κάτω από την αφόρητη πίεση της κρίσεως, απαντά ηχηρά, αποφασιστικά και αδιαπραγμάτευτα: «ή θα νικήσουμε ή θα σας συντρίψουμε». Αυτή είναι και η απάντηση σε όσους αμφιταλαντεύονται επί τη βάσει της σαιξπηρικής συλλογιστικής τού «να ζει κανείς ή να μη ζει» γύρω από το ερώτημα: «να δράσουμε ή να αποδράσουμε;». Γιατί στην παρούσα συγκυρία η όποια διάθεση απόσυρσης από την πολιτική δράση θα σημάνει – τηρουμένων των αναλογιών – την μετάθεση της επίλυσης της κρίσεως είτε σε έναν Ιωσήφ Στάλιν είτε σε έναν Ιωάννη Μεταξά.

Χρίστος Γούδης 

βλ.: http://deltio11.blogspot.com/